Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018


Κριτική προσέγγιση του Κώστα Βαλέτα, στο βιβλίο του Αριστείδη Καλάργαλη, με τίτλο "Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΗς ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ" δημοσιευμένη στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Γράφει ο Κώστας Βαλέτας
εκδότης-διευθυντής περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
λογοτέχνης-νομικός
Πρόεδρος Pen Ελλάδας
Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων
τ. διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ.
τ. Αντιπρόεδρος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο Πεζογραφίας Μπλεζ Σαντραρ
Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών Διηγήματος






Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018



Ένα αφήγημα του Χριστόφορου Μπριστ, που λάβαμε, με τίτλο "ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ", δηοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Χριστόφορος Μπριστ: Ο Χριστόφορος Μπριστ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987  από Γερμανό πατέρα και Αλγερινή μητέρα, έχει σπουδάσει Γερμανική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως καθηγητής Γερμανικών σε φροντιστήριο.






ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ




Αγαπητή Ισαβέλλα,

Το νησί μου δεν έχει πια ταχυδρομείο, γι' αυτό θα βάλω το γράμμα μου σε ένα μπουκάλι και ελπίζω να το βρεις. Το νησί μου πια δεν έχει πολλά . Εκείνο το ένδοξο νησί που η μία του όχθη καθρεφτιζόταν στους γυάλινους ουρανοξύστες της Αθήνας και η άλλη του όχθη στην ακτή της λιμνοθάλασσας των Νυμφών. Στο νησί μου ζούσαν χιλιάδες κάτοικοι και η ζωή ξεχείλιζε από κάθε χαραμάδα κάθε σπιτιού και πλημμύριζε  τους δρόμους των μεγαλουπόλεων πλέον μετά βίας  χωρούν τα πόδια μου. Τα τρία κυκλάμινα  που φύτρωσαν λίγο μετά την μέρα που έφυγες καταλαμβάνουν τα λίγα τετραγωνικά του νησιού. Ήταν κόκκινα αλλά μου θυμίζουν αφόρητα τα χείλη σου γι' αυτό και τα έβαψα λευκά. Οι μέρες περνούν  το ίδιο δύσκολα με τις νύχτες, μάλλον επειδή ο ήλιος δεν φτάνει ποτέ εδώ, τα κυκλάμινα μου καλύπτουν τον ήλιο, τον ουρανό και το φεγγάρι.
Όσο σου γράφω αναρωτιέμαι τι θα θυμηθείς από το νησί. Άραγε θυμάσαι εκείνη την ημέρα που σε πρωτοείδα στις όχθες του  Έβρου που περπατούσες μέσα στην πυκνή βλάστηση σαν ξωτικό, εκεί όπου γινόσουν ένα με τις φυλλωσιές και τα μαλλιά σου μπλεγμένα μεταξύ τους και με την λάσπη σαν πλίνθινο ανάχωμα για τις ακτίνες του ηλίου που πάσχιζαν μέσα από τα κλαδιά και τα μαλλιά σου να φωτίσουν το πρόσωπό σου. Εκείνη τη μέρα σαν σήμερα ένιωσα πως βλέπω για πρώτη φορά, ένιωσα πως η ακοή μου δώθηκε για να σε ακούσω να γελάς, η γεύση για να γευτώ την υγρασία των χειλιών σου, η όσφρηση για να μυρίσω τον ιδρώτα των κροτάφων σου και η αφή για να χαρτογραφήσω τα όρη και τα δάση του κορμιού σου.
  Θα θυμηθείς τα παιδία που σκαρώναμε από άμμο και πανιά κάτω από τα αστέρια και ήταν όμορφα. Τώρα σαπίζουν στη ρίζα του δεύτερου κυκλάμινου. Δεν τους είπα πως έφυγες και δεν τους είπα πως θα μείνουν πάνινα για πάντα. Η τρυφερή τους αμμώδης σάρκα γίνετε όλο και περισσότερο λίπασμα για τα κυκλάμινα. Πόσο τα αγαπούσες, ειδικά το πρωτότοκο που ήταν περισσότερο δικό σου αλλά το αγάπησα σαν να το ήθελα από πάντα. Εκείνο το ασθενικό αγοράκι που θα έχτιζε μια σχεδία από τα πιο δυνατά πεύκα της λίμνης και για σχοινιά τα ίδια του τα νεύρα για να μην χάσει κανένα παλμό της θάλασσας και καμία ριπή από τον άνεμο. Είχαμε τόσα παιδιά, υιοθετήσαμε ο ένας του άλλου και τα αγαπήσαμε σαν να ήταν ολόδικά μας. Όλα εκτός από εκείνο που το φάσκιωσες με μετάξι και το έθαψες στην πίσω αυλή του σπιτιού κάτω από τη ροδακινιά που ξάπλωνες τα καλοκαίρια. Το ξέθαψα μόλις πριν από λίγα χρόνια.  Έπαιζε με τα κουβαδάκια του κάτω από το την  πίσω αυλή ολοζώντανο! Είχε ήδη χτίσει μια βίλα στα προάστια του Τορόντο, παιδιά με έναν εργολάβο κτιρίων, μία εξωτική οικιακή βοηθό και έναν ψυχρό περίγυρο. Γιατί δεν μου είπες ποτέ για  αυτό το παιδί;
Θέλω να ξέρω αν με τον άντρα σου μιλάτε, γιατί εγώ δεν θυμάμαι να μιλάμε. Τα χείλη σου άνοιγαν μόνο για να φιλήσουν τα δικά μου, αλλά τα μάτια σου δεν σώπαιναν ποτέ. Μου έλεγανγια τον έρωτα, την ζωή, ις τριανταφυλλιές που είχαν γεμίσει το παλιό σου νησί και τα αγκάθια τους ήταν τόσο πυκνά και αιμοβόρα που αναγκάστηκες να κολυμπήσεις ως το νησί μου.
Πριν χρόνια είχα κόψει το μοναδικό μου κυκλάμινο, έκανα το βλαστό του σαν κανό και ταξίδεψα ως το νησί σου, ή τουλάχιστον εκεί που μου είχες πει πως είναι. Ταξίδευα επί μέρες ώσπου έφτασα ένα δειλινό. Το νησί ήταν έρημο, οι τριανταφυλλιές σου απότιστες και απεριποίητες για καιρό και εσύ δεν ήσουν πουθενά. Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές της μπροστινής αυλής, κατακόκκινα σαν το αίμα κάτω από το πάλλευκο δέρμα των χεριών σου. Κλάδεψα τις τριανταφυλλιές , τις πότισα και γύρισα πίσω στο νησί μου, όπου έκπληκτος ανακάλυψα ότι είχαν φυτρώσει τρία κυκλάμινα και μετά βίας χωρούσα να ακουμπήσω και τα δύο μου πόδια σε στέρεο έδαφος.
Από τότε το μόνο που προσπαθώ είναι να βάζω το πόδι μου στο νερό καμιά φορά που η παλίρροια είναι ψηλά και το χέρι στα σύννεφα όταν αυτά κατεβαίνουν πολύ χαμηλά. Όταν μπλέκω τα δάχτυλά μου στα σύννεφα νιώθω σαν να παγιδεύεται το χέρι μου στα μαλλιά σου και να μην θέλει να ελευθερωθεί από την φυλακή του από μετάξι και θαλασσινό αλάτι αφημένο εκεί από κάποιο μακρινό καλοκαίρι. Ίσως εκείνο το καλοκαίρι, που σου έμαθα τη θάλασσα, που κυλιόμασταν στην καυτή άμμο και αυτή έμπαινε στα τυφλά μας μάτια, που πετούσαμε με τους γλάρους και κολυμπούσαμε με τα ψάρια και το βράδυ  είχαμε για σεντόνι ο ένας το γυμνό κορμί του άλλου. Τα σώματά μας ενώνονταν τόσο τέλεια, κάτω από το τρύπιο σάβανο της νύχτας, σαν να χτίστηκαν για να είναι μαζί, τα χείλη μου στις πληγές σου και οι παλάμες σου στις δικές μου. Το θυμάσαι άραγε εκείνο το καλοκαίρι;
Από τότε που το νησί μου μίκρυνε φοβόμουν πως όταν θα γυρνούσες δεν θα είχες χώρο για να βάλεις την αγαπημένη σου ξύλινη καρέκλα.  Η αλήθεια είναι πως στο νησί μου πλέον δεν χωράει ούτε δεύτερος άνθρωπος. Έτσι προσπάθησα να ξεριζώσω ένα από τα κυκλάμινά μου, αλλά αυτό ξαναφύτρωσε αμέσως. Προσπάθησα να χτίσω φράγματα από άμμο αλλά η παλίρροια πάντα τα καταστρέφει. Προσπαθούσα για πολλά χρόνια μέχρι που κατάλαβα πως δεν θα γυρίσεις, αν όμως γυρίσεις θα σου φτιάξω μια πλωτή εξέδρα για να βάλεις την καρεκλά σου.
Από το παλιό μας σπίτι δεν κράτησα τίποτα και τίποτα δεν διασώθηκε πέρα από ένα τριαντάφυλλο, από την μπροστινή περίφραξη. Το φύτεψα αναμεσά στα κυκλάμινα, μα το φως δεν έφτανε ως εκεί όσο κι αν προσπάθησα και το τριαντάφυλλο έγινε μαύρο και τα αγκάθια του μυτερά σαν αδράχτια. Το πέταξα στη θάλασσα και από τότε είμαι μόνος μου. Οι κάτοικοι του νησιού με θεώρησαν υπεύθυνο για την πλημμύρα και δεν μου ξαναμίλησαν από τότε.
Την ημέρα που έφυγες με ξύπνησαν τα κοράκια που μασουλούσαν το καλαμπόκι της πίσω αυλής. Έτρεξα στην πίσω αυλή και βρέθηκα να ακροβατώ στο κενό που είχε αφήσει η έλλειψη της εικόνας σου, να πλέκεις στεφάνια από αγριόχορτα πάνω στην ξύλινή σου καρέκλα. Στη θέση σου κάτω από την ροδακινιά υπήρχε ένας πίδακας νερού που μου μούσκευε τον παράδεισό (μας). Όλη η επιφάνεια του άρον άρον εγκαταλελειμμένου  νησιού είχε καλυφθεί με νερό εκτός από την στέγη του σπιτιού μας όπου είχε ήδη αρχίσει να φυτρώνει ένα κυκλάμινο. Η στέγη έγινε το νησί μου, ξεκόλλησε από το υπόλοιπο σπίτι και με παρέσυρε προς άγνωστα νησιά Λαιστρυγόνων. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε θυμάμαι. Και δεν έφτασα το νησί μου κόλλησε σε κάτι και παρασύρθηκε σε άγνωστη ρότα.
Από τότε που γύρισα από το νησί σου άρχισα να πιστεύω πως αυτό το κάτι είναι ζωντανό. Είναι ένα κήτος. Κρύβεται κάτω από τα θολά νερά αλλά νιώθω τα κίτρινα ολοστρόγγυλα μάτια του καρφωμένα επάνω μου. Τα δόντια του λάμπουν κάτω από το νερό στο φεγγαρόφωτο σαν δρεπάνια και η ουρά του σαλεύει σαν επιδέξιά γλώσσα πεινασμένου θηρευτή.
Αύριο θα φύγω απ' αυτό το νησί. Αύριο θα γίνω 42 χρονών από την ημέρα που έφυγες. Το δέρμα μου είναι πολύ φαρδύ για τα κόκαλά μου και δεν βρίσκεται μοδίστρα να μου το στενέψει. Αν με φάει το κήτος δεν θα λυπηθώ για την ζωή μου, δεν την έχω εδώ και πολύ καιρό οπότε δεν μπορώ και να την λυπηθώ.
Πάνε πέντε μέρες από τότε που έπεσα στο νερό. Έπεσα σαν να βουτούσα στα τάρταρα, για να φτάσω όσο πιο βαθιά και πιο μακριά μπορούσα και για πρώτη φορά δεν φοβόμουν. Το κήτος δεν ήταν εκεί. Υπήρχαν μόνο μερικοί ευγενικοί κύριοι με τα ψάθινα καπελάκια τους και τα παχιά τους μουστάκια, που έκαναν σχολαστικά τέλειους κύκλους  στο νερό και παιδιά με γλυφιτζουρένια κοκοράκια στα χέρια.
Το νερό ήταν ψυχρό αλλά διάφανο. Έβλεπα το σπίτι και τον κήπο μας κάτω από τα πόδια μου σα να μην είχε αλλάξει τίποτα πέρα από το άγγιγμα του χρόνου. Και όμως τόσα χρόνια δεν είχα κουνηθεί εκατοστό, ήμουν ακόμα στην αρχή του τέλους.
Κολύμπησα με δύναμη αψηφώντας τον πόνο του αλατιού στις δύο βαθιές ουλές της πλάτης μου προς ένα τρεμάμενο φως. Κολυμπούσα δύο μερόνυχτα και ένιωθα τόσο ελεύθερος και άτρωτος. Το νησί μου μ 'ακολουθούσε διστακτικά από απόσταση. Την τρίτη μέρα έφτασα στο φως. Ένα κρίνο. Ένα πέταλο τέλεια τυλιγμένο γύρω από έναν αδύναμο, σαν ψυχή, μίσχο. Στρατοπέδευσα το κορμί μου γύρο από το κρίνο. Ένιωθα την ευθύνη να το προστατεύσω.
Το νησί του άλλωστε βρίσκεται μονίμως σε κίνδυνο. Στα βόρεια υπάρχει η Σκύλα, που αρπάζει με τα τρομερά της πλοκάμια κάθε πλήρωμα του χρόνου που περνάει και έτσι καμία στιγμή δεν καταφέρνει να φτάσει εδώ, ούτε καν τολμά να πλησιάσει. Ενώ στα νότια είναι η αδερφή της η Χάρυβδη , χλωμή και κοκαλιάρα , κρυμμένη πίσω από την φραγκοσυκιά του μικρού της σκοπέλου , ρουφάει κάθε μέρα το γάργαρο νερό και κάθε μέρα το ξερνάει πίσω σκοτεινό και αμίλητο.
Την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου , ο ήλιος έφτασε τόσο χαμηλά που σχεδόν ακουμπούσε τη θάλασσα και καθρεφτιζόταν στον ουρανό και τότε σε είδα! Είχες τα χρυσόξανθα μαλλιά σου μαζεμένα με φιλέ και τα μάτια σου μουτζουρωμένα με κιμωλία. Τα χέρια σου λεπτά κι αδύναμα προσπαθούσαν να κρύψουν την λερωμένη από ρόδια και τα πόδια σου σκάβανε αυλάκια ασταμάτητα. Έτρεχες  μέσα τους σαν βρόχινο νερό με τη γνωστή παθιασμένη ορμή σου. Ήταν σαν όνειρο. Ήθελα να φτάσω την εικόνα σου, να την αγγίξω. Πάλεψα με το νερό για να σε φτάσω μα μόλις τα ακροδάχτυλά μου πήγαν να αγγίξουν τη μορφή σου, αυτή έσβησε σαν τα φώτα της πόλης στις πρώτες ακτίνες του ήλιου.
Νομίζω αυτό είναι το τέλος του γράμματός μου. Αυτού του γράμματος που ποτέ δεν αποφάσιζα να σου στείλω και που συνεχώς προσθέτω κάτι. Θα σκάψω έναν λάκκο αρκετά μεγάλο και θα βάλω μέσα το μυαλό μου και την καρδιά μου με τα σκουλήκια τους και από δίπλα θα αφήσω αυτό το γράμμα σαν επικήδειο. Επιτέλους θα ξεκουραστώ από το να σε αγαπώ.

Χριστόφορος Μπριστ




Ένα ποίημα της Στέλλα Χαιρέτη που λάβαμε, με τίτλο "Εδώ, στον Άη Στράτη", δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

   

Η Στέλλα Χαιρέτη γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1982. Έχει Πτυχίο Κλασικής Φιλολογίας, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στη Νεοελληνική Φιλολογία, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, Μουσειακές Αφηγήσεις. Μελέτη περίπτωσης: Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βαθμός επιτυχίας 88,24 Μουσειακή Αγωγή, Ανοικτό Ίδρυμα Εκπαίδευσης, πρόγραμμα E-Learning Επιμέλεια και Διόρθωση Κειμένων, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βαθμός επιτυχίας 95,20 Μαθήματα ελληνικής Παλαιογραφίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) Ομιλίες σε Συνέδρια 20–22 Απριλίου 2018 10 Μαΐου 2016 3–15 Μαΐου 2011 Παρακολούθηση Συνεδρίων 8–10 Δεκεμβρίου 2017 10–11 Οκτωβρίου 2015 Δημοσιεύσεις-Βραβεύσεις Νοέμβριος 2017 Ιανουάριος 2012 2009 -2012 2014 και εξής Διακρίσεις -Βραβεία Νοέμβριος 2017 Απρίλιος 2007 Μάιος 1998 Σεμινάρια Φωτογραφία Κατασκευή μαριονέτας Κινηματογράφος Θέατρο «Πανεπιστημιακά Μουσεία και Εκπαίδευση: Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Μουσείου Ιατρικής Κρήτης» 2 ο Πανελλήνιο Συνέδριο — ΠΔΕ Κρήτης, Ηράκλειο «Η εκπαιδευτική εμπειρία στο Μουσείο Ιατρικής Κρήτης» Εσπερίδα Μουσείου Παραδοσιακής Ζωής «Λυχνοστάτης» και Μουσείο Σχολικής Ζωής Χανίων, Βούτες, Ηράκλειο «Άννα Κομνηνή, Ελένη Αλταμούρα και Νίκη Δούκα: Μία οπτική Ετέρου. Παραδείγματα γυναικείας γραφής από τη Μάρω Δούκα, τη Ρέα Γαλανάκη και την Ιωάννα Καρυστιάνη». 6 η Συνάντηση Εργασίας Τμήματος Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Ανάπτυξη Νέου Κοινού», Πρόγραμμα Επιμόρφωσης, British Council — Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, Μυρτιά, Ηράκλειο «Μουσεία και Εκπαίδευση: Από τη Θεωρία στην Πράξη», Διημερίδα στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, Μυρτιά, Ηράκλειο Μια χούφτα χώμα, ποιητική συλλογή, εκδόσεις Το ανώνυμο βιβλίο,11/2017 «Άννα Κομνηνή, Ελένη Αλταμούρα και Νίκη Δούκα: Μία οπτική Ετέρου. Παραδείγματα γυναικείας γραφής» Πρακτικά Συνεδρίου 6ης Συνάντησης Μεταπτυχιακών Φοιτητών Τμημάτων Φιλολογίας, ISBN 978–960–466–109–1 Συγγραφή κριτικών κινηματογραφικών ταινιών στην ιστοσελίδα www.sevenart.gr Δημοσιεύσεις ποιημάτων, διηγημάτων και δοκιμίων στα ηλεκτρονικά περιοδικά Fractal, Φρέαρ, Στάχτες και στην ιστοσελίδα Alfavita Τιμητική Διάκριση στον 2ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό ανέκδοτης κι αδημοσίευτης ποιητικής συλλογής «Γιώργος Ν. Κάρτερ» Διετής υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) μετά από εξετάσεις για σπουδές β΄ κύκλου Γ’ Βραβείο Ποίησης, Λογοτεχνικός διαγωνισμός «Πολιτιστικοί Αγώνες ’98», Δήμος Ηρακλείου Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία Κρήτης, Ηράκλειο Σεμινάριο Φωτογραφίας, 2012–2013 Καλλιτεχνικό εργαστήρι του Δήμου Καισαριανής, Αθήνα Κατασκευή μαριονέτας, 2011–2012 Σειρά εισηγήσεων του σκηνοθέτη Γ. Κόρρα Μαθήματα αισθητικής κινηματογράφου, 2008 Πολιτιστικό τμήμα Δήμου Ζωγράφου Άσκηση στο θεατρικό παιχνίδι, 2004–2006 Πολύκεντρο Νεολαίας Δήμου Ηρακλείου Θέατρο δρόμου, 2001







Εδώ, στον Άη Στράτη   

Ανάμεσα στη σιωπή όλων μας των καταφάσεων
 άκουσα εδώ, στον Άη Στράτη, τον αέρα να φυσάει
 Νύχτα νομίζω ήταν, μα μπορεί και μέρα
ο θρήνος του τοπίου που σάπισε μετρά αλλιώς τον χρόνο
Μία γυναίκα με μάτια μαύρα προσπέρασε
Έδειξε κατά τον ήλιο

Σεβόμαστε τον θάνατο
μα σηκώνουμε ανάστημα στη ζωή
Το φως μάς περιβάλλει ακόμα
σηκώστε το χέρι σας προς τη μεριά του

Λύπη στο βλέμμα της κι απέχθεια





Γροθιά το χέρι.


ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ 

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018


Ένα ποίημα της Μαρία Βούλγαρη, που λάβαμε

με τίτλο "ΘΑ ΓΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ" 

δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






ΜΑΡΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
H Μαρία Βούλγαρη είναι τραγουδοποιός με καταγωγή από την Κέρκυρα. Από μικρή ηλικία έδειξε αγάπη για τη μουσική, το τραγούδι και την ποίηση. Δημιουργεί νέα ηχοχρώματα με τη μουσική της και με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής της μας ταξιδεύει μέσα από τα τραγούδια της. Έχει επιρροές από το διεθνές μουσικό στερέωμα καθότι έζησε πολλά χρόνια στο εξωτερικό.Έχει δημιουργήσει πολλά μουσικά τραγούδια με ελληνικό, αγγλικό καθώς και πορτογαλικό στίχο.. Έχει κάνει διάφορες ακουστικές εμφανίσεις στην Κέρκυρα, στην Αθήνα καθώς και στη Λισαβόνα.Ένα από τα τραγούδια της, με τίτλο «Τα όμορα κελιά της σιωπής», απέσπασε το 1o Βραβείο στην κατηγορία «Τραγούδι» στο Φεστιβάλ InterArtia 2014.Στο ίδιο Φεστιβάλ, το ποίημά της «Αντικατοπτρισμός» κέρδισε το 1ο Βραβείο στην κατηγορία «Ποίηση». Δύο ποιήματα της απέσπασαν το 2008 το τρίτο διεθνές βραβείο καθώς και τον πρώτο τιμητικό έπαινο στον διαγωνισμό ποίησης της παγκόσμιας κοινότητας International Art Society. 'Εχει παρουσιάσει τις μουσικές της δημιουργίες στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ, στο ραδιόφωνο του Άλφα 989, σε μουσικούς ιντερνετικόυς σταθμούς καθώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα τραγούδια της παρότι δεν έχουν κυκλοφορήσει ακόμα στις μουσικές ψηφιακές πλατφόρμες, κυκλοφορούν σε ένα συλλεκτικό CD αυτοέκδοσης.




Θα γεύομαι τη νύχτα



Θα γεύομαι τη νύχτα μέσα από τα ποιήματά σου...

θα ξενυχτάω μαζί σου

και θα επιτρέπω στα βράδια

να πολιορκούν τη σκιά μου...

να εισχωρούν στις σχισμές μου...

θα χαζεύω τα αποτυπώματα της μοναξιάς

στους τοίχους ενός ξεχασμένου δωματίου...

θα εξημερώνω μέσα μου το παραμύθι που ασπάζομαι...

κι ύστερα θα έρχονται οι Ερινύες

να κόβουν βόλτες στη σιωπή μου...

κι ύστερα θα έρχεσαι εσύ

να δραπετεύουμε μαζί

από το αλλόκοτο ανάστημα αυτού του κόσμου...




Μαρία Βούλγαρη

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018


Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «ΑΨΙΔΑ»
Ποίηση
Του Μιλτιάδη Ντόβα
Εκδόσεις ΩΡΙΩΝΑΣ





Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ-Παρίσι)
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRIZE FOR LITERATURE 2016
Διεθνές Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ 2018
Τιμητικό Αριστείο Ακαδημίας Αθηνών











«ΑΤΙΤΛΟ

Άρρητος λόγος
φωτιές τ΄ Ανείπωτου!
Σκήπτρα Ειρήνης!»

( σελ.12)


Είναι ένα από τα ποιήματα της νέας αυτής ποιητικής δουλειάς του Μιλτιάδη Ντόβα, που τιτλοφορείται «ΑΨΙΔΑ» και στις 82 περίπου σελίδες της περιέχει ποίηση σε ρυθμό χοϊκού. Τα χοϊκού, είναι μια μορφή ποίησης ιδιαίτερη, που μας έρχεται από την Ιαπωνία, και μέσα σε 17 συλλαβές που εκτείνονται αναλογικά στη μορφή των στίχων του ποιήματος, δηλαδή 5 συλλαβές για τον πρώτο στίχο, 7 συλλαβές για το δεύτερο στίχο και πάλι 5 για τον τρίτο στίχο, οι ποιητές που γράφουν σε αυτή τη μορφή καλούνται να μεταδώσουν ευσύνοπτα, απλά, με διαύγεια και συνάφεια το ποιητικό τους μήνυμα.


O Μιλτιάδης Ντόβας, σε αυτό του το βιβλίο μας παραδίδει άψογα ποιητικά μετρικά χοϊκού, με τα αιμοφόρα αγγεία των μηνυμάτων τους να εκτείνονται αμφιθεατρικά των στίχων τους, κατέχοντας μια μεστότητα που δεν κείτεται στην επιφάνεια αλλά εισχωρεί στο βάθος των στίχων του.




 
«ΣΧΕΔΙΑ

Κάρο Ειρήνης
Η Γνώση που έρχεται!
Λευκή Σχεδία!»

(σελ. 81)



Έχουν μια απόκρημνη ευθύτητα οι ιδέες του, που προφταίνουν τη διαστολή του χρόνου ευκτικά και απλώνουν το χρωστήρα μιας ευκρίνειας που περικυκλώνει τη στροφή των πραγμάτων γυρω από τη σουλουπωμένη επιφάνεια των νοημάτων που αναφλέγονται προσδιοριστικά στον τράχηλο των ποιημάτων του ποιητικού αυτού βιβλίου



«ΑΣΤΡΑ

Κρυμμένο θάρρος
ντύθηκε τ’ άρματα!
Του λόγου άστρα!»

(σελ. 26)




Τα βρυχίσματα της διάρκειας, επικροτημένα στο ζωνάρι της όρασης των στίχων, βάφονται της δημηγορίες μιας ανάσας που δοκιμάζεται στην ύπαρξη με τη λέμβο των πράξεων, ανακούρκουδα μανταλωμένη στο στάβλο των χρόνων, που με τη φτερωτή της γραφής του Μιλτιάδη Ντόβα αποκτά μιας όραση ανόθευτη από τις ταυτολογίες του υποθετικού που βεβηλώνουν το χνούδι της ύπαρξης.


Αντίθετα η όραση του αναγνώστη στηλιτεύεται σε τανύσματα αυθεντικού που τραβολογούν το δαμάλι της σκέψεως στο εμποτισμένο –μονοκόμματα είναι αλήθεια- κατώφλι της κάθε δυνατότητας που γίνεται ικανότητα με την ανάγνωση αυτών του χοϊκού


«ΑΤΙΤΛΟ

Η κοίμησή σου
δάκρυ απ’ τη λύτρωση!
Των αφεντάδων!»

(σελ.80)


Έτσι, λοιπόν, μέσα στα χοϊκού του βιβλίου αυτού, ο Μιλτιάδης Ντόβας γνέθει την ύπαρξη με την αυτομολημένη συνάφεια του εύσχημου, στη χορδή του ποιήματος, με την παιδεμένη ποιητικά ματιά του να ξαφνιάζει για τη χειρονομία να χρησιμοποιήσει ετούτη τη φορά σε αυτό του το βιβλίο καθαρά και μόνο ποιήματα σε μετρική χοϊκού, τα οποία ωστόσο τα υπηρετεί επάξια.

Ευχόμαστε στο μέλλον να μας ξαφνιάσει με την επιλογή του να δοκιμάσει τις δυνάμεις τους και να μας δώσει ποίηση καθαρή και νοήματα λεπτά, πανανθρώπινα, και μέσα από άλλες ποιητικές φόρμες.




Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018


Ένα διήγημα του Χρίστου Ρ. Τσιαήλη

 που λάβαμε, με τίτλο "Ο ΙΟΣ ΚΟΞΑΚΙ" 

δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Χρίστος Ρ. Τσιαήλης
Ο συγγραφέας Χρίστος Ρ. Τσιαήλης γεννήθηκε στη Λευκωσία, Κύπρο το 1974. Καθηγητής Αγγλικών, είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες είναι ενεργός αθλητής τριάθλου και μαραθωνοδρόμος. Ταξιδεύει πολύ, καταγράφει αναμνήσεις από παντού και μετουσιώνει αυτές τις αναμνήσεις μαζί με τις παρατηρήσεις του για την ανθρώπινη συμπεριφορά, σε όλα τα είδη (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο). Η γραφή του τείνει προς ένα πλέγμα κοινωνικού, ψυχολογικού και φιλοσοφικού προβληματισμού.
Ποιήματα και πεζογραφήματά του στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα έχουν εμφανιστεί σε συλλογές, λογοτεχνικά περιοδικά, και σε ανθολογίες μετά από διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπως τα διεθνή λογοτεχνικά περιοδικά ‘ArtAscent’, ‘Poets and Dreamers’, ‘Parousia’, ‘In Focus’ ‘Diasporic Literature’, 4η Ομαδική Ποιητική Συλλογή εκδόσεων Διάνυσμα, postcard projectFrom Cyprus With Love’, κλπ.  Επίσης διηγήματά του παρουσιάζονται στην ανθολογία ‘Η Πόλη Αυτό Το Βράδυ: Αθήνα’, εκδόσεις Poema, στην ανθολογία ‘Φαντασμαγορία 2017: Αδιέξοδο’ και στην Πρώτη Κυπριακή Ανθολογία του Φανταστικού ‘Το Ποτάμι του Χρόνου’,  2017, όπου συμμετέχει με δύο διηγήματα. Επίσης μετά από διάκριση στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ‘Παράξενες Μέρες’, διήγημά του στην Ανθολογία ‘Παράξενοι Έρωτες’, 2017. Το θεατρικό του ‘Στρείδια’ πήρε έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΤΕΠΚ Κερατσινίου, Αθήνα 2017. Το θεατρικό του ‘Δοχεία’ πήρε έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, 2017. Το ποίημα του ‘Στο Ληξιαρχείο του Χρόνου’ πήρε διάκριση στον Διαγωνισμό Ulysses 2018.
Στα βιβλία του συγγραφέα περιλαμβάνονται η συλλογή διηγημάτων ‘Throwing Dice on a Chessboard’, 2010, η ποιητική συλλογή ‘The Green Divorce’, 2012, το ‘Klotho Surfaces’, και το πρώτο μυθιστόρημα από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας – ‘The Omniconstants Trilogy’, 2016. Το πιο πρόσφατό του βιβλίο, ‘Ψωμί’, 2017, αποτελεί μια σπονδυλωτή συλλογή διηγημάτων.
Ο συγγραφέας αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Έχει κληθεί ως κριτής σε διαγωνισμούς Λογοτεχνίας και εκπαιδευτής σε σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής.


Ο Ιός Κοξάκι
-------------------------------
Η Σ. ξύπνησε απότομα στον καναπέ. Δεν θυμότανε να είχε αποκοιμηθεί εκεί. Ο θόρυβος από το κλάμα του βρέφους στην κουζίνα ήταν πιο δυνατός από την ένταση της τηλεόρασης. Έπαιζαν ειδήσεις. Ανασηκώθηκε για να πάει στο μωρό, μα στην τηλεόραση έπιασε με την άκρη του βλέμματός της μια σκηνή που την μαγνήτισε - δεν μπόρεσε να πάρει δεύτερο βήμα. Κοκάλωσε. Ένιωσε το σβέρκο της να αγκυλώνεται προς τα δεξιά. Έμεινε εκεί. Ο παρουσιαστής την κοίταζε κατάματα. Έντονα. 
Ο ΙΟΣ ΚΟΞΑΚΙ ΈΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΠΕΙΛΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΕΥΑΛΩΤΕΣ ΟΜΑΔΕΣ.
Στην οθόνη εικόνες και βίντεο από παιδάκια επηρεασμένα από τον ιό. Ήταν αποκρουστικό. Βάναυσο. Μα δεν μπορούσε να κινηθεί. Κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει το μέτωπό της. Σταγόνες κύλησαν και της έκαψαν τα μάτια. Τα ανοιγόκλεισε αρκετές φορές αντιδρώντας ενστικτωδώς, έσφιξε τα βλέφαρά της να φύγει το υγρό, όχι τόσο γιατί πονούσε, αλλά κυρίως για να συνεχίσει να βλέπει. Να βλέπει τα κοκκινισμένα εξανθήματα στο δέρμα μικρών παιδιών, τις φλύκταινες στις πατούσες τους. Ήταν το πάγωμα εκείνο που αισθάνεται το θύμα μπροστά στον δολοφόνο που κρατάει απέναντί του το μαχαίρι. Που σιμώνει κι αυτή δεν μπορεί να κουνηθεί. Που την κοιτάει στα μάτια ψυχρά, έτοιμος, κι αυτή ζει όλη της τη ζωή απαρχής σε γρήγορη κίνηση, όλες τις μετάνοιες και τις χαρές, τη θλίψη και τις συγκινήσεις σε ένα μικρό δευτερόλεπτο, ανίκανη να αντιδράσει. Έτσι ένιωσε εκείνη τη στιγμή.
Ο παρουσιαστής ήταν κάπως ψυχρός στην ανακοίνωσή του, έτσι όπως εμφανιζόταν στο κουτάκι κάτω δεξιά στην οθόνη. Μα η Σ. δεν νοιαζόταν για το ύφος στη φωνή του. Μόνο το βλέμμα του. Το βλέμμα του που υπονοούσε κάτι απροσδιόριστο, κάτι διαφορετικό, κάτι που αφορούσε μόνο εκείνη. Το περιεχόμενο αυτού που άκουγε ήταν που δεν την άφηνε να μετακινηθεί. Το βαθύτερο περιεχόμενο. Όχι τα παιδιά, όχι το δέρμα τους.  Ήταν σαν να μην τα έβλεπε όλα αυτά. Ήταν σαν να μην άκουγε την ανακοίνωση. Βυθιζότανε γοργά σε μια απροσδιόριστη ανάμνηση. Και συνάμα αισθανόταν ότι ελάμβανε μιας μορφής απειλή, άμεση, στοχευμένη σ’ εκείνη την ίδια, μόνο για εκείνη, αποκλειστικά.
Η ανάμνηση, θολή, στο βάθος μια μορφή, ομίχλη, όδευε η ίδια προς τη μορφή εκείνη, μα με τρόμο, τεράστιο τρόμο, έπρεπε να πάει εκεί… έπρεπε να δει… έπρεπε…
ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ. ΜΗΝ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΣΤΕ ΣΕ ΚΛΕΙΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ. Ο ΙΟΣ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΜΕ ΑΟΡΑΤΑ ΣΤΑΓΟΝΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΠΟΥ ΕΚΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΟΥΝΤΕΣ.
Το δεύτερο μισό της ανακοίνωσης την έφερε για λίγο ξανά στην πραγματικότητα. Έβλεπε στην οθόνη τα κάτω χείλη και τα ούλα των μωρών με τα έλκη και φανταζότανε πόσο θα υποφέρανε, πόσο θα πονούσανε την ώρα που κλαίγανε για το φαγητό τους. Άκουγε ταυτόχρονα το κλάμα του μωρού στην κουζίνα και δεν ήξερε αν ένιωθε ανακούφιση στη σκέψη πως εκείνο το μωρό ήταν καλά ή τρόμο στην ιδέα ότι ίσως – από κάποια διαβολική σύμπτωση – το μωρό έκλαιγε επειδή το ίδιο είχε κολλήσει τον ιό.
Μα αφού δεν έχω μωρό!!!
Η ξαφνική διαπίστωση την τρόμαξε διπλά. Ήθελε να τρέξει να πάει στην κουζίνα, να δει. Να καταλάβει. Μα ήθελε να μείνει κι εκεί, μπροστά στην οθόνη. Μέχρι να τελειώσουν οι ειδήσεις. Για να ξαναβυθιστεί. 
Άγγιξε το σώμα της παντού. Απότομα ξυπνώντας από το πάγωμα της είδησης ένιωσε το αίμα της να κυλάει ξανά στις φλέβες της. Το σβέρκο της ξεκλείδωσε με ένα ξερό ‘κλικ’. Γρήγορα ξεγυμνώθηκε εκεί όπως ήταν. Δεν μπορούσε να μετακινηθεί από το λευκό στο μαύρο πλακάκι. Σαν μια μαύρη Βασίλισσα σε μια άδικη παρτίδα ένιωσε εκατοντάδες λευκά πιόνια να στριμώχνονται γύρω της και να την πνίγουν. Άρπαξε το τηλεχειριστήριο από το μπράτσο του καναπέ. Έκλεισε την τηλεόραση και κοιτάχτηκε στη μαύρη της οθόνη. Ήταν ο καθρέφτης της εκείνη τη στιγμή. Μικρή ελπίδα, μεγάλη ανησυχία. Ένας θολός καθρέφτης. Μα ήταν αρκετός. Ήταν ταιριαστός. Το μαύρο του ήταν ό,τι έπρεπε. Για να μην της δώσει ούτε ίχνος χαράς. Ούτε ψήγμα πλασματικής ελπίδας. Έπρεπε να ξέρει σίγουρα. Έπρεπε να παραδοθεί στο τελειωτικό αυτό ψάξιμο. Δεν υπήρχε χώρος για λογική, δεν υπήρχε θέληση για μετακίνηση. Δεν υπήρχε συναίσθημα. Μόνο ψυχρός, σαρωτικός τρόμος. Έπρεπε να ξέρει αμέσως, εκείνο το δευτερόλεπτο, αν είχε η ίδια προσβληθεί. Το κάθε επόμενο δευτερόλεπτο θα ερχότανε κάθε φορά «πολύ αργά». Ο χρόνος είχε σταματήσει. Η ίδια παγιδεύτηκε σε ένα περίεργο δίπλωμα του χρόνου. Η εικόνα της η ίδια μέσα στην οθόνη ερχόταν να την επιβεβαιώσει ότι ό,τι έχει ακούσει για τα παράλληλα σύμπαντα ήταν αλήθεια. Απέναντί της δεν ήταν η ίδια. Ήταν ένας ασθενής της, ξαπλωμένος, ανίσχυρος, βυθισμένος στον καναπέ.
Μίλα του!
Όχι! Αυτή τη φορά θα εξετάσω χωρίς να μιλάω. Χωρίς να ρωτάω. Χωρίς εξηγήσεις. Να μην μου εξηγήσει τίποτα! ΤΙΠΟΤΑ!!!
Μετακίνησε τα μαλλιά της εξετάζοντας πρώτα τα αυτιά της. Πέρασε το δάκτυλό της πίσω από τους λοβούς και πιο πίσω στο σώμα του τυμπάνου, μετά έβαλε το δάκτυλό της μέσα για να νιώσει χιλιοστό με χιλιοστό την παραμικρή ευαισθησία ή ανωμαλία στο λεπτό δέρμα, που θα σήμαινε το γέννημα ίσως ενός εξανθήματος. Δεν βρήκε κάτι. Γρήγορα κόντεψε το πρόσωπό της στην οθόνη για να δει καλύτερα τα μάγουλα, αλλά και τα καλά κρυμμένα σημεία ανάμεσα στις εμφανείς λακκούβες κάτω από το πηγούνι της. Το κλάμα του μωρού στην κουζίνα γινόταν όλο και εντονότερο. Άνοιξε προσεκτικά με τα ακροδάχτυλά της ρυτίδα τη ρυτίδα, αυτές τις αδιάκριτες ρυτίδες του χρόνου. Τα σημάδια της ακμής -χρόνια εκεί- της θύμισαν έντονες σκηνές τρόμου από την παιδική της ηλικία. Μα δεν ήταν κόκκινα. Μόλις που τα διέκρινε στη σκούρα αντανάκλαση, και ήταν ώριμα, ήταν γερασμένα πια. Είχαν υπηρετήσει τον σκοπό τους. Είχαν διενεργήσει μέσα της βαθιά την αυθυποβολή που χρειαζότανε εκείνη τη στιγμή – το σημάδι είναι σημάδι για πάντα, ο ιός έρχεται για να σε ξυπνήσει ξανά – Τέτοιες σκέψεις έκανε όσο έβλεπε τα παλιά σημάδια με το χρώμα της αιώνιας σήψης. Ξαφνικά πέρασε και η σκέψη για το παιδί, πώς θα την έβλεπε κάθε μέρα το παιδί με εκείνα τα σημάδια; Μα δεν ερχόταν η θλίψη να της αλλάξει το πάγωμα. Τίποτα δεν θα την αποσπούσε από τον σκοπό. Έπρεπε να ξέρει ότι δεν κόλλησε τον ιό. Εμβόλιμες σκέψεις εισέβαλλαν στο μυαλό της· παραπλανητικές· υποκινούμενες· μα αυτή θα έμενε εκεί – κολλημένη στην οθόνη· να εξετάζει το δέρμα της παντού.
Δεν έμεινε τίποτα στο κεφάλι της πια να εξετάσει. Κοίταξε ακόμη και το λευκό των βολβών της τραβώντας τις σακούλες των ματιών και μετά τις άνω βλεφαρίδες και μετά γυρίζοντας τα μάτια της δεξιά κι αριστερά ένα-ένα. Ήταν καθαρή κι εκεί, και κάτω από το πηγούνι, και τριγύρω από το πρόσωπό της, μα όχι σίγουρη ακόμη. Καθόλου σιγουριά δεν ένιωσε, ούτε ανακούφιση. Αν ήταν αρκετά θαρραλέα θα άρπαζε το μαχαίρι από το τραπεζάκι, λερωμένο με τις φλούδες των φρούτων που έκοβε για τους ασθενείς της πριν αποκοιμηθούν, θα έσκιζε το δέρμα της να δει αν είχε αρχίσει κάτι να ερεθίζεται από κάτω, η αλήθεια το κοίταξε για λίγο το μαχαίρι μα αμέσως ξέχασε. Γιατί μια φαγούρα είχε ήδη αρχίσει να γαργαλάει ελαφρά το τριχωτό της κεφαλής της και το αριστερό της μάγουλο κάτω χαμηλά. Τα δάκτυλά της ξεράθηκαν στη σκέψη ότι ίσως αυτό να είναι το πρώτο σύμπτωμα του ιού. Έριξε βιαστικά προς τα κάτω το βλέμμα της. Εξέτασε προσεκτικά τις παλάμες της – η γραμμή της ζωής. Η γραμμή της ζωής που της είχε εξηγήσει η μάντισσα είχε αλλάξει. Είχε γίνει διπλή. Ήταν δυο παράλληλες ζωές. Ήταν  η ίδια κι ήταν και μια άλλη – μια παραμορφωμένη άλλη. Μια μάνα, μια μάνα με ένα μωρό στην κουζίνα να κλαίει.
            Ίσως τελικά να έχω παιδί. Ίσως.
Κατάφερε και πήδηξε πίσω, στα δύο μέτρα από την τηλεόραση πάλι. Προσγειώθηκε σε ένα μαύρο τετράγωνο. Δίπλα της ένας πύργος. Ζώνη άνεσης. Ζώνη ανακούφισης. Ο πύργος κοίταζε αλλού, προς το κλειστό παράθυρο του φωταγωγού. 
Την άναψε πάλι. Ο παρουσιαστής μιλούσε ήρεμα για την καταιγίδα. Ήρεμα για την κατολίσθηση στο προάστιο. Ήρεμα για τους είκοσι-τρεις θανάτους. Ήρεμα για τον πόλεμο που ξεκινούσε στο Αρχιπέλαγος σήμερα.
Άγγιξε το αιδοίο της. Πόναγε. Αίμα. Αίμα και πύο. Κανένα κλάμα στην κουζίνα. Το αίμα στον καναπέ. Αίμα, πύο και σπέρμα. Το ανάλυσε λίγο: τόσα χρόνια το περιμένω, μήπως ξεκινάει επιτέλους; Ποιον είχα εψές στον καναπέ; Γαμώτο δεν θυμάμαι. Ίσως ο… Κοίταξε το τηλεχειριστήριο. Αίμα και πύο κι εκεί. Ίσως πάλι να μην ήταν έγκυος. Ίσως η ίδια από μόνη της να…
Έκλεισε τα μάτια πάλι με τρόμο.
Ο ΙΟΣ ΚΟΞΑΚΙ ΈΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΠΕΙΛΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΕΥΑΛΩΤΕΣ ΟΜΑΔΕΣ. ΕΝ ΤΟΙΑΥΤΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ Η ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΙΣ ΕΙΝΑΙ – ΔΥΣΤΥΧΩΣ – ΠΟΛΥ ΠΙΘΑΝΗ.
Βυθίστηκε ξανά σε εκείνη την απροσδιόριστη ανάμνηση. Πάντα ήταν εκεί, πάντα της έγνεφε να επιστρέφει. Πήγε προς τη μορφή. Η ομίχλη διαλύθηκε. Μια άλλη Σ. κοίταζε μια οθόνη και κρατούσε με δυο χέρια σφιχτά το τηλεχειριστήριο στραμμένο απειλητικά στην κοιλιά της.


Χρίστος Ρ. Τσιαήλης