Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018



Ένα ποίημα του Μιχάλη Α. Μελετίου με τίτλο “Ο ΠΑΤΟΣ” που λάβαμε, δημοσιευμένο στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




Ο Μιχάλης Μελετίου είναι βιολόγος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου το 1983. Πλέον ζει μόνιμα στην Αθήνα. Αρθρογραφεί συχνά στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα για θέματα πολιτικής και πολιτισμού. Κυκλοφορούν τα βιβλία του «Κρίση, Ακρισία & Ηθική» (δοκίμιο, εκδόσεις ΑΩ) και οι ποιητικές συλλογές «Άκαλος Άκακος» (δωρεάν στο διαδίκτυο, ιδιωτική έκδοση) και «Ένα κενό γεμάτο» (εκδόσεις ΑΩ). Επίσης κυκλοφορούν τα βιβλία του "Αρωμα Εθνικής Σωτηρίας" (δοκίμιο, 2017) και " Εισαγωγή στην ποίηση του Αθανασίου Φ. Γαλούση" (κριτικό δοκίμιο, 2018)

Ὁ πάτος

Πόσο διαρκεῖ μὶα πτώση;
Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πόσο ψηλά.
Ἐμεῖς ἀκόμα πέφτουμε; 
Μὰ ἂν ἀκόμα πέφτουμε,
 
σημαίνει ὅτι πρίν,
 
ἤμασταν σὲ ὕψη δυσθεώρητα.


Ἤμασταν ὅμως;



Μήπως φίλοι μου δὲν πέφτουμε;

Μήπως δὲν πέφταμε ποτέ;

Μήπως εἶναι ὅλα

-κατὰ ποὺ λέμε-

στὸ μυαλό μας;
Τί αἰσιόδοξο ἀλήθεια μήνυμα…

Δὲν πέφτουμε.

Ἤμασταν ἤδη πάτος…


Μιχάλης Μελετίου






Μια κριτική του Θεόδωρου Σαντά, Eκπαιδευτικός, Ποιητής, που λάβαμε, για το νέο βιβλίο της ΣΟΦΙΑ ΣΚΛΕΙΔΑ "ΜΕΛΙΣΜΟΣ" δημοσιευμένη στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Η Σοφία Σκλείδα σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι κάτοχος Master Παιδαγωγικής, Διδάκτωρ Συγκριτικής Παιδαγωγικής και υποψήφια Μεταδιδάκτορας της θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επιστημονικά ασχολείται με τη διδακτική, τη Σχολική Ψυχολογία, την Ειδική αγωγή, την Αρχαία και τη Νέα Ελληνική Γραμματεία. Έχει εργαστεί στην Ιταλία, στην Ελληνική Πρεσβεία ,ως μεταφράστρια, στην ελληνική κοινότητα της Ρώμης, καθώς και σε άλλα κέντρα διάδοσης της ελληνικής Επιπλέον, έχει διδάξει στις Σχολές Αξιωματικών της Αστυνομίας το μάθημα της Δικαστικής Ψυχολογίας. . Τα τελευταία έτη έχει εργαστεί στην ιδιωτική εκπαίδευση ως καθηγήτρια της Ιταλικής γλώσσας και στην Ιταλική Σχολή Αθηνών ως καθηγήτρια της ελληνικής. Δημοσιεύει άρθρα σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά. Έχει βραβευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για τη συμμετοχή της σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.  Έχει εκλεγεί και διακριθεί ως Πρέσβειρα Πολιτισμού της Ελλάδας στο Εξωτερικό από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό Universum Academy Switzerland International University Of Peace (Μάιος 2016) στο Λουγκάνο της Ελβετίας. Είναι μέλος της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Concorso Letterario Universum και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Το 2014 εξέδωσε την ποιητική της συλλογή με τίτλο Ονείρων Όαση, η οποία μεταφράστηκε στην ιταλική γλώσσα και εκδόθηκε στην Ιταλία. Τον Οκτώβριο του 2017 η ιταλική έκδοση βραβεύτηκε σε διεθνή διαγωνισμό στο Μιλάνο της Ιταλίας αποσπώντας το δεύτερο βραβείο. Επιπλέον, έχει μελοποιηθεί το ποίημα της Λαξεύοντας από την ομότιτλη συλλογή.   Το 2016 εκδόθηκε το παραμύθι της με τίτλο οι Γεωμετρούληδες, το 2017 η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τον τίτλο Νεολογισμοί και το 2018 η τρίτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο Μελισμός.



ΣΟΦΙΑ ΣΚΛΕΙΔΑ
«ΜΕΛΙΣΜΟΣ»



Ποίηση της αγάπης ,όπως πηγάζει από τις αρχές της ορθόδοξης πίστης μας, απαρχής μέχρι τέλους είναι η ποίηση της Σοφίας Σκλείδα.
Αγαπητοί προσκεκλημένοι,θα σας μιλήσω  για το  βιβλίο  της Σοφίας που τιτλοφορείται ΜΕΛΙΣΜΟΣ, να βιώσετε κι εσείς αυτή τη θεία χαρά κι αγαλλίαση   σε καιρούς που όλα αμφισβητούνται  ακόμα και οι  διαχρονικές αξίες που βοήθησαν και εξακολουθούν να βοηθούν τις κοινωνίες να πορεύονται με αγάπη, όμορφα ,ειρηνικά και δημιουργικά!
Η λέξη Μελισμός έχει πολλές σημασίες.  Σημαίνει κατάτμηση ενός πράγματος,διάσπαση, μελωδία, μελωδικός σκοπός ή ήχος, μέλισμα.
Σημαίνει όμως και παράσταση με τον Χριστό που εικονίζεται ως βρέφος γυμνό επάνω στην Αγία Τράπεζα. Ο εικονογραφικός αυτός τύπος συμβολίζει με ρεαλιστικό τρόπο την μετουσίωση του άρτου σε Σώμα και του οίνου σε Αίμα.
Με τη σημασία  αυτή χρησιμοποιείται κατά δήλωση της Σοφίας, στο βιβλίο αυτό.
Τι είναι τελικά  η αγάπη; Μήπως είναι οι λέξεις με το χρώμα  των ανοιξιάτικων τριαντάφυλλων και την ευωδία των υακίνθων; Μήπως  το  χαμόγελο των παιδιών με τα λόγια   της αθωότητας ή  των πρωτοπλάστων η ευτυχία ,χωρίς τον όφι και το μήλο της αμαρτίας ; 
Σύμφωνα με την ποιήτρια μας η αγάπη είναι λέξη που οδηγεί στην πλήρωση των ψυχών που μυεί στα άδυτα του παράδεισου με άγνωστο προορισμό.
Τι να  σου πω ,μας λέει η ποιήτρια
για να σε πείσω να φροντίζεις την υπόστασή σου
να μην ανοίγεσαι σε νεφελώδεις ορίζοντες .
Αγάπη, έχεις το χρίσμα της ταπεινότητας 
κι αν το φως σου κάποτε εκλείπει ,μη φοβάσαι
έχεις τη μαγεία μέσα σου
τη Σοφία του Κυρίου…

Θα πω λοιπόν   κι εγώ για σένα  και την ποίησή σου Σοφία
Κάθε φορά που έρχεσαι από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και προαναγγέλλεις   τον ερχομό σου ,εγώ σ’ ονομάζω, αγάπη  .Κι είσαι για μένα, η Άνοιξη, τ’ όνειρο κι η πραγματικότητα να, γράφω πως μακιγιάρεται η ομορφιά κουβαλώντας  τα αργυρόχρυσα μολύβια  της φύσης.   Κι είσαι  η ευλογημένη  γραφή που οπλίζει με θάρρος τον αναγνώστη να αγωνίζεται με κάθε  τρόπο   να φθάσει στον στόχο του.
Η Σοφία, αγαπητοί προσκεκλημένοι  θα διαπιστώσετε κι εσείς όσοι θα διαβάσετε την ποιήσή της και θα σκύψετε βαθιά στα νοήματα των στίχων της ,χειρίζεται άνετα τον αρχαίο και νεοελληνικό λόγο .Επίσης κατέχει άριστα την ιταλική και όπου χρειάζεται καταφεύγει και στη Λατινική γλώσσα, όταν πρέπει να μιλήσει με επιστημονικούς όρους, όπως  nuda veritas ( γυμνή αλήθεια), anima=ψυχή,  spiritualità=πνευματικότητα ,locus communis=τόπος κοινός, αλλά και λόγιες εκφράσεις και όρους θεολογικούς ή αν θέλετε εκκλησιαστικούς όπως «Πλατυτέρα των ουρανών» «Ρόδο αμάραντο» (που χρησιμοποίησε κατά κόρον κι ο Ελύτης στο Άξιον εστί), ατάκτως ερριμένα, ταγός αγάπης, Πανάγιος Οδυρμός, ανέσπερος ημέρα=αιώνια ζωή, αιμάσσω, ειμαρμένη ,Παρθενώνειο φως ,φωταυγής νύχτα ,καινή κτίση, άχρονος χρόνος ,μεγαλοσύνη αδέκαστη.
Τώρα που οι καιροί απαιτούν σύνεση και νηφαλιότητα ,τώρα που οι μέρες νοσούν απ’τον παραλογισμό της ισχύος να αναδιανείμουν τον πλούτο της γης να κρατήσουν οι ίδιοι τη μερίδα του λέοντος κι ο πόλεμος είναι προ των πυλών κι ολοένα πολλαπλασιάζονται τα βούκινα του πολέμου που  μας προσεγγίζουν ,για μια ακόμα φορά ας σταθούμε αντάξιοι των προγόνων.
Η ποιήτριά μας  με το ποίημα ,ΣΥΓΚΑΙΡΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ *μιλάει για τον άνθρωπο τον σημερινό ,τον σύγχρονο.
Θέτει ερωτήματα και περιμένει απαντήσεις απ’ τον μεγάλο φιλόσοφο της αρχαιότητας Σωκράτη, αν ζούσε στις μέρες μας ,τι είναι τελικά ο άνθρωπος.
Τίθενται είκοσι δύο (22)ερωτήματα διαζευκτικών  προτάσεων με  το διαζευκτικό ή να διαχωρίζει δύο αντίθετες (αντώνυμες) λέξεις.
Τα συνώνυμα είναι μεγάλος πλούτος ,θησαυρός για μια γλώσσα. Με τα συνώνυμα και τα αντώνυμα εμπλουτίζεται και προάγεται το ατομικό λεξιλόγιο, και το πλούσιο λεξιλόγιο βαθαίνει και ανανεώνει τη σκέψη, οξύνει τις αντιληπτικές ικανότητες και αυξάνει τις επικοινωνιακές δυνατότητες του ομιλητή. Θηρεύει λέξεις ελληνικές  η Σοφία και της κάνει διαμάντια και το  κάνει αυτό με υπέρτατη δεξιοτεχνία σε κάθε ποίημά της.
«Εσωτερικά διαλογίζομαι ανατρέχοντας
σε συνωνυμικές και αντωνυμικές συζητήσεις
………………………………………………
Ο σύγχρονος άνθρωπος μεγάλε δάσκαλε Σωκράτη
είναι στ’αλήθεια
το μοναδικό ζώον το οποίον «αναθρεί *α όπωπε»**
 παρατηρεί με μεγάλη προσοχή ό,τι έχει δει
ή είναι παράταιρος και παράκαιρος
Αβέβαιος ή σίγουρος
αγύρτης ή έντιμος
……………………………
Αυτόχθων ή αλλοδαπός
αφιλόπατρις ή φιλόπατρις
Σε ακούω να μου ψιθυρίζεις πικρόχολα
«εν οίδα, ότι ουδέν οίδα’
«Άγνωστοι όντως αι βουλαί του Κυρίου»
O αναθρών ά όπωπε»: Μια φράση που - από τον Πλάτωνα - αποδίδεται στον Σωκράτη και υπάρχει στο διάλογο του πρώτου με τίτλο «Κρατύλος». Κατά τον Σωκράτη, είναι η ετυμολογία της λέξης άνθρωπος: είναι αυτός που εξετάζει και κρίνει όσα έχει δει. Στην ετυμολογία ο άνθρωπος διακρίνεται από τα υπόλοιπα όντα, για τη δυνατότητα που έχει να χρησιμοποιεί το νου και τις διανοητικές του λειτουργίες. Λογίζεται, σκέφτεται, κρίνει και στη συνέχεια αποφασίζει. Οι πράξεις του είναι απόρροια σκέψης και κρίσης.

Ποιήτρια των «Μελισμών και των «Διαλογισμών» σε μαγεύει η γλώσσα μας ,σε αφοπλίζει ο ήχος και το νόημα των λέξεων, σε μάγευε από παιδί όταν άκουγες στ’απόσκια τους ήχους των αηδονιών το κελάρυσμα των νερών και τη μουσική των Μουσών.
 Έχει κάτι από ένθεη ποίηση η πολύπαθη γλώσσα μας ή μάλλον όλη είναι μια ένθεη ποίηση και δανείζονται απ'αυτήν οι Οράτιοι
να γράψουν στο Carmina  τις δικές τους Ωδές
κι εσύ να γράψεις το nuda veritas (γυμνή αλήθεια)
“Κοιμήθηκες
Σε χάιδεψε το κύμα και χάθηκες
Την ώρα που η φύση ηδονικά διηύθυνε την κλασική
συμφωνική ορχήστρα της
Εσύ ξεστράτισες/Ανηφόρισες
με Ασφόδελους στεφανωμένος.
Και Μαινάδες να σε συνοδεύουν με σπονδές
και Διονυσιακές Ωδές”
Να δούμε πόσο όμορφα και ποιητικά  λειτουργεί η ποιήτρια στο ποίημά της
«Απραξία»
“Μια έσχατη προσπάθεια  θα κάνω
Να γραφτεί το τελευταίο ποίημα
Να μιλάει για ζωή θέλω ,για πειρατές ,για ληστές
Για νόμιμους ή παράνομους ευεργέτες
που ξεχωρίζουν για τον αγαστό βίο τους
Μα δεν μπορώ
τα χέρια δεν βοηθούν
Παραμένουν βασανιστικά
σε μια ανείπωτη απραξία
…………………….
Ορκίζεσαι αιώνια υποταγή /την ώρα που οι ψυχές νοσούν
Κρίμα να ζεις και να αγνοείς
χωρίς να βρίσκεις τη δύναμη της συγχώρεσης.
Στο ποίημα Πανάγιος Οδυρμός (Pietà)   που είναι εμπνευσμένο από το έργο( Πιετά) του Μιχαήλ Άγγελου και βρίσκεται στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στην πόλη του Βατικανού της Ρώμης, γίνεται υπερβατική  η Σοφία.
“Το βλέμμα βαρύ και αμήχανο /φυλακίζει τη θλίψη της στιγμής
Το πένθος της ζωής
Η Πανάγια αγνότητα αιχμαλωτίζει και προσκαλεί
Το άψυχο, θεϊκό σώμα απόλυτα παραδομένο
μοιάζει αιώνια νεανικό
αέναα κινούμενο….”
Το ποίημα αυτό με πήγε σε μνήμες παλιές , στην πρώτη γνωριμία με τη Σοφία
όπου μιλήσαμε για το πρώτο βιβλίο της με ποίηση ,το «Ονείρων Όαση »μαζί με τον φίλο τον Κώστα Νίγδελη , που κατά μία ευτυχή συγκυρία συμπαρουσιάζουμε τα δύο τελευταία βιβλία της Σοφίας.
Η Σοφία ,είναι μια καλοσυνάτη γυναίκα με μια θεσπέσια  φωνή ,απαλή σαν μετάξι και πρόσχαρη με μελίρρυτο λόγο που ζει όπως όλοι μας και κινείται σε ένα κόσμο φθαρτό  με συγκρούσεις και πάθη πολλά  και χρειάζεται μεγάλη πίστη και δύναμη να κρατήσεις αλώβητα τα πιστεύω της πίστης σου. Κι αυτό δεν είναι γνώμη μόνο δική μου, είναι όλων των φίλων που γνώρισαν από κοντά τη Σοφία κι είδαν να ξεδιπλώνει έναν πλούσιο ψυχικό κόσμο με αρετές που σπάνια συναντάς σήμερα! Αναμενόμενο είναι λοιπόν η ποίησή της να είναι μια αποκάλυψη άδολης ψυχής με λόγο αγάπης , γλαφυρό και  ποιητικό.

Θαυμάστε τον λυρισμό της Σοφίας από ένα απόσπασμα  απ’το ποίημα “ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ”
“Θωρώ μέσα από τις γρίλιες του μυαλού, της ψυχής.
………………………………………………………….
Μια υπόσχεση ,ένας ουρανός ξάστερος και  ένα υστερόγραφο
στην πόρτα:
Μη με αναζητήσετε /δεν υπάρχω
Για την ακρίβεια, δεν υπήρξα ποτέ
και ούτε θα υπάρχω /και αν συμβεί κατά λάθος
θα είναι ,ένα λάθος στιγμής.
………………………………….
Αχαλίνωτη είν’η σκέψη ,ξανά στο απόβραδο”.
Ποιήτρια της αγάπης με την αχαλίνωτη σκέψη ως λες, αναζητάς ένας φως ιλαρό ,αναστάσιμο ,να φέγγει ατελεύτητα ,να μπορείς να μιλάς όμορφα και καλοσυνάτα, έχοντας κατά νου το αγαπάτε αλλήλους, να γίνεται η ψυχή  ανάλαφρη, αγγελική .Θα πετύχεις περισσότερα σε αυτό τον κόσμο, μέσα από πράξεις ελέους, από ό,τι μέσα από πράξεις τιμωρίας, μας λέει ο  αείμνηστος ,Νέλσον Μαντέλα
«Περί ψυχής ο λόγος»

“Άφθαρτη η υφή σου ,αιώνια
Φρόντισε ο άχρονος Πατέρας γι’ αυτό.
Γυμνασμένους μάς θέλει ,με αγνή διάθεση.
Για να την εξαγνίσουμε από τις γήινες, ανούσιες
και πρόσκαιρες απολαύσεις που την καθιστούν
έρμαιο επιβάτη σε ακυβέρνητο καράβι
χωρίς πυξίδα πλεύσης.
……………..
Να ζήσει με αιθέρια μυσταγωγία /και πνευματική αβρότητα”.
Αχ αυτή η ψυχή    /με πόση ουράνια Πίστη
με πόση κατάνυξη, ταπείνωση και αγάπη
μπορεί να ξεπερνάει τον φόβο
την ώρα που εμφανίζεται /η σκιά του θανάτου;
Κάποιοι είπαν ότι το σώμα/είναι η φυλακή της ψυχής*
κι άλλοι πεφωτισμένοι/ότι είναι ο ναός της ψυχής
σε μια  συνεργασία αγαστή!

Λειτούργημα του ποιητή λέει ο Πωλ Βαλερύ ( Paul Valery) είναι να δημιουργεί στους άλλους ποιητική διάθεση .Αναγνωρίζουμε τον ποιητή – ή τουλάχιστον ο καθένας τον δικό του-από το απλό γεγονός ότι μεταμορφώνει τον αναγνώστη σε εμπνευσμένο.
Έμπνευση για να μιλήσομε θετικά, είναι η φιλόφρονη ανταπόδοση του αναγνώστη προς τον ποιητή του .Ο αναγνώστης προσφέρει τις έξοχες αξίες της δύναμης και της χάρης που αναπτύσσονται εντός του .Αναζητεί και βρίσκει στους ποιητές τη θαυμαστή αιτία του θαυμασμού του.
Αυτή τη δύναμη και τη χάρη την έζησα διαβάζοντας την ποίηση της Σοφίας κι ελπίζω να τη νιώσετε κι εσείς φίλοι κι αγαπητοί προσκεκλημένοι που ήρθατε απόψε εδώ στη φιλόξενη στέγη της Παγκρήτιας Αδελφότητας Θεσσαλονίκης.
Η Σοφία δεν ξέφυγε από τον πειρασμό να ασχοληθεί και με το είδος της ποίησης που λέγεται χαϊκού με τη μορφή τρίστιχων ποιημάτων του  τύπου 5-7-5 .όπου οι αριθμοί δηλώνουν το πλήθος των συλλαβών αντιστοίχως .
Όπως διαβάζουμε στο «Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων», η ευστοχία ενός χαϊκού εξαρτάται από το αν θα μπορέσει μέσα στη φραστική του συντομία και τη νοηματική του πυκνότητα ,να εκφράσει με πρωτότυπο και ευρηματικό τρόπο αυτό που έχουμε στην ψυχή μας ,μια συγκεκριμένη στιγμή.
Ας απολαύσουμε  τρία τέτοια ποιήματα. Άνθρωποι μόνοι/που ψάχνουν την αγάπη.
“Ώρες δύσκολες.          
Αγάπη είσαι./Σε σταύρωσαν Χριστέ μου.
Κι όμως συμπάσχεις”.

“Ξένη αγάπη/μην την ποθήσεις κρυφά .
Κλεμμένη χαρά”.
Ας μου επιτραπεί να τελειώσω την ομιλία μου ευχάριστα, με ένα απόσπασμα στίχων από το «Εκ-λείπεις»το μοναδικό ποίημα της συλλογής αυτής που είναι καθαρά ερωτικό
“Λείπεις/Είσαι εδώ κι όμως λείπεις
Λείπει ο παλμός της ανάσας σου που αναστατώνει τα φυλλοκάρδια.
Λείπει η ζωογόνος αύρα σου που προκαλεί τρικυμίες.
Λείπει το χαμόγελο των ομματιών σου /που ευφραίνει
την άμουση και απαρηγόρητη ψυχή…”
Φίλη αγαπημένη και ποιήτρια Σοφία Σκλείδα, με  πλούσια την ψυχή μας από αγάπη και όμορφα συναισθήματα θα φύγουμε συγκινημένοι  από την αίθουσα αυτή.
Σε ευχαριστούμε που με την πνευματική ενατένιση τη δική σου ,μας έκανες κοινωνούς μιας ένθεης ποίησης με άψογο  ποιητικό τρόπο, με την απαράμιλλη ποιητική σου τέχνη. Θα χρησιμοποιήσω το τελευταίο στίχο σου από το «Εκ-λείπεις «να πω πως ένιωσα ,διαβάζοντας προσεκτικά το βιβλίο σου. Βρήκα ,καθώς λέει κι ο Βαλερύ ,ως απλός αναγνώστης  την αιτία του θαυμασμού μου για το έργο σου ,αφού κάθε φορά που σε διαβάζω ,η δική σου  ποίηση με γαληνεύει με εξαϋλώνει ,με ταξιδεύει με όνειρο, «δύει και ανατέλλει τον ήλιο μου».

Θεόδωρος Σαντάς, Eκπαιδευτικός, Ποιητής
Θεσσαλονίκη,4-5-2018


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018


Κριτική προσέγγιση του Κώστα Βαλέτα, στο βιβλίο του Αριστείδη Καλάργαλη, με τίτλο "Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΗς ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ" δημοσιευμένη στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Γράφει ο Κώστας Βαλέτας
εκδότης-διευθυντής περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
λογοτέχνης-νομικός
Πρόεδρος Pen Ελλάδας
Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων
τ. διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ.
τ. Αντιπρόεδρος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο Πεζογραφίας Μπλεζ Σαντραρ
Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών Διηγήματος






Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018



Ένα αφήγημα του Χριστόφορου Μπριστ, που λάβαμε, με τίτλο "ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ", δηοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Χριστόφορος Μπριστ: Ο Χριστόφορος Μπριστ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987  από Γερμανό πατέρα και Αλγερινή μητέρα, έχει σπουδάσει Γερμανική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως καθηγητής Γερμανικών σε φροντιστήριο.






ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ




Αγαπητή Ισαβέλλα,

Το νησί μου δεν έχει πια ταχυδρομείο, γι' αυτό θα βάλω το γράμμα μου σε ένα μπουκάλι και ελπίζω να το βρεις. Το νησί μου πια δεν έχει πολλά . Εκείνο το ένδοξο νησί που η μία του όχθη καθρεφτιζόταν στους γυάλινους ουρανοξύστες της Αθήνας και η άλλη του όχθη στην ακτή της λιμνοθάλασσας των Νυμφών. Στο νησί μου ζούσαν χιλιάδες κάτοικοι και η ζωή ξεχείλιζε από κάθε χαραμάδα κάθε σπιτιού και πλημμύριζε  τους δρόμους των μεγαλουπόλεων πλέον μετά βίας  χωρούν τα πόδια μου. Τα τρία κυκλάμινα  που φύτρωσαν λίγο μετά την μέρα που έφυγες καταλαμβάνουν τα λίγα τετραγωνικά του νησιού. Ήταν κόκκινα αλλά μου θυμίζουν αφόρητα τα χείλη σου γι' αυτό και τα έβαψα λευκά. Οι μέρες περνούν  το ίδιο δύσκολα με τις νύχτες, μάλλον επειδή ο ήλιος δεν φτάνει ποτέ εδώ, τα κυκλάμινα μου καλύπτουν τον ήλιο, τον ουρανό και το φεγγάρι.
Όσο σου γράφω αναρωτιέμαι τι θα θυμηθείς από το νησί. Άραγε θυμάσαι εκείνη την ημέρα που σε πρωτοείδα στις όχθες του  Έβρου που περπατούσες μέσα στην πυκνή βλάστηση σαν ξωτικό, εκεί όπου γινόσουν ένα με τις φυλλωσιές και τα μαλλιά σου μπλεγμένα μεταξύ τους και με την λάσπη σαν πλίνθινο ανάχωμα για τις ακτίνες του ηλίου που πάσχιζαν μέσα από τα κλαδιά και τα μαλλιά σου να φωτίσουν το πρόσωπό σου. Εκείνη τη μέρα σαν σήμερα ένιωσα πως βλέπω για πρώτη φορά, ένιωσα πως η ακοή μου δώθηκε για να σε ακούσω να γελάς, η γεύση για να γευτώ την υγρασία των χειλιών σου, η όσφρηση για να μυρίσω τον ιδρώτα των κροτάφων σου και η αφή για να χαρτογραφήσω τα όρη και τα δάση του κορμιού σου.
  Θα θυμηθείς τα παιδία που σκαρώναμε από άμμο και πανιά κάτω από τα αστέρια και ήταν όμορφα. Τώρα σαπίζουν στη ρίζα του δεύτερου κυκλάμινου. Δεν τους είπα πως έφυγες και δεν τους είπα πως θα μείνουν πάνινα για πάντα. Η τρυφερή τους αμμώδης σάρκα γίνετε όλο και περισσότερο λίπασμα για τα κυκλάμινα. Πόσο τα αγαπούσες, ειδικά το πρωτότοκο που ήταν περισσότερο δικό σου αλλά το αγάπησα σαν να το ήθελα από πάντα. Εκείνο το ασθενικό αγοράκι που θα έχτιζε μια σχεδία από τα πιο δυνατά πεύκα της λίμνης και για σχοινιά τα ίδια του τα νεύρα για να μην χάσει κανένα παλμό της θάλασσας και καμία ριπή από τον άνεμο. Είχαμε τόσα παιδιά, υιοθετήσαμε ο ένας του άλλου και τα αγαπήσαμε σαν να ήταν ολόδικά μας. Όλα εκτός από εκείνο που το φάσκιωσες με μετάξι και το έθαψες στην πίσω αυλή του σπιτιού κάτω από τη ροδακινιά που ξάπλωνες τα καλοκαίρια. Το ξέθαψα μόλις πριν από λίγα χρόνια.  Έπαιζε με τα κουβαδάκια του κάτω από το την  πίσω αυλή ολοζώντανο! Είχε ήδη χτίσει μια βίλα στα προάστια του Τορόντο, παιδιά με έναν εργολάβο κτιρίων, μία εξωτική οικιακή βοηθό και έναν ψυχρό περίγυρο. Γιατί δεν μου είπες ποτέ για  αυτό το παιδί;
Θέλω να ξέρω αν με τον άντρα σου μιλάτε, γιατί εγώ δεν θυμάμαι να μιλάμε. Τα χείλη σου άνοιγαν μόνο για να φιλήσουν τα δικά μου, αλλά τα μάτια σου δεν σώπαιναν ποτέ. Μου έλεγανγια τον έρωτα, την ζωή, ις τριανταφυλλιές που είχαν γεμίσει το παλιό σου νησί και τα αγκάθια τους ήταν τόσο πυκνά και αιμοβόρα που αναγκάστηκες να κολυμπήσεις ως το νησί μου.
Πριν χρόνια είχα κόψει το μοναδικό μου κυκλάμινο, έκανα το βλαστό του σαν κανό και ταξίδεψα ως το νησί σου, ή τουλάχιστον εκεί που μου είχες πει πως είναι. Ταξίδευα επί μέρες ώσπου έφτασα ένα δειλινό. Το νησί ήταν έρημο, οι τριανταφυλλιές σου απότιστες και απεριποίητες για καιρό και εσύ δεν ήσουν πουθενά. Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές της μπροστινής αυλής, κατακόκκινα σαν το αίμα κάτω από το πάλλευκο δέρμα των χεριών σου. Κλάδεψα τις τριανταφυλλιές , τις πότισα και γύρισα πίσω στο νησί μου, όπου έκπληκτος ανακάλυψα ότι είχαν φυτρώσει τρία κυκλάμινα και μετά βίας χωρούσα να ακουμπήσω και τα δύο μου πόδια σε στέρεο έδαφος.
Από τότε το μόνο που προσπαθώ είναι να βάζω το πόδι μου στο νερό καμιά φορά που η παλίρροια είναι ψηλά και το χέρι στα σύννεφα όταν αυτά κατεβαίνουν πολύ χαμηλά. Όταν μπλέκω τα δάχτυλά μου στα σύννεφα νιώθω σαν να παγιδεύεται το χέρι μου στα μαλλιά σου και να μην θέλει να ελευθερωθεί από την φυλακή του από μετάξι και θαλασσινό αλάτι αφημένο εκεί από κάποιο μακρινό καλοκαίρι. Ίσως εκείνο το καλοκαίρι, που σου έμαθα τη θάλασσα, που κυλιόμασταν στην καυτή άμμο και αυτή έμπαινε στα τυφλά μας μάτια, που πετούσαμε με τους γλάρους και κολυμπούσαμε με τα ψάρια και το βράδυ  είχαμε για σεντόνι ο ένας το γυμνό κορμί του άλλου. Τα σώματά μας ενώνονταν τόσο τέλεια, κάτω από το τρύπιο σάβανο της νύχτας, σαν να χτίστηκαν για να είναι μαζί, τα χείλη μου στις πληγές σου και οι παλάμες σου στις δικές μου. Το θυμάσαι άραγε εκείνο το καλοκαίρι;
Από τότε που το νησί μου μίκρυνε φοβόμουν πως όταν θα γυρνούσες δεν θα είχες χώρο για να βάλεις την αγαπημένη σου ξύλινη καρέκλα.  Η αλήθεια είναι πως στο νησί μου πλέον δεν χωράει ούτε δεύτερος άνθρωπος. Έτσι προσπάθησα να ξεριζώσω ένα από τα κυκλάμινά μου, αλλά αυτό ξαναφύτρωσε αμέσως. Προσπάθησα να χτίσω φράγματα από άμμο αλλά η παλίρροια πάντα τα καταστρέφει. Προσπαθούσα για πολλά χρόνια μέχρι που κατάλαβα πως δεν θα γυρίσεις, αν όμως γυρίσεις θα σου φτιάξω μια πλωτή εξέδρα για να βάλεις την καρεκλά σου.
Από το παλιό μας σπίτι δεν κράτησα τίποτα και τίποτα δεν διασώθηκε πέρα από ένα τριαντάφυλλο, από την μπροστινή περίφραξη. Το φύτεψα αναμεσά στα κυκλάμινα, μα το φως δεν έφτανε ως εκεί όσο κι αν προσπάθησα και το τριαντάφυλλο έγινε μαύρο και τα αγκάθια του μυτερά σαν αδράχτια. Το πέταξα στη θάλασσα και από τότε είμαι μόνος μου. Οι κάτοικοι του νησιού με θεώρησαν υπεύθυνο για την πλημμύρα και δεν μου ξαναμίλησαν από τότε.
Την ημέρα που έφυγες με ξύπνησαν τα κοράκια που μασουλούσαν το καλαμπόκι της πίσω αυλής. Έτρεξα στην πίσω αυλή και βρέθηκα να ακροβατώ στο κενό που είχε αφήσει η έλλειψη της εικόνας σου, να πλέκεις στεφάνια από αγριόχορτα πάνω στην ξύλινή σου καρέκλα. Στη θέση σου κάτω από την ροδακινιά υπήρχε ένας πίδακας νερού που μου μούσκευε τον παράδεισό (μας). Όλη η επιφάνεια του άρον άρον εγκαταλελειμμένου  νησιού είχε καλυφθεί με νερό εκτός από την στέγη του σπιτιού μας όπου είχε ήδη αρχίσει να φυτρώνει ένα κυκλάμινο. Η στέγη έγινε το νησί μου, ξεκόλλησε από το υπόλοιπο σπίτι και με παρέσυρε προς άγνωστα νησιά Λαιστρυγόνων. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε θυμάμαι. Και δεν έφτασα το νησί μου κόλλησε σε κάτι και παρασύρθηκε σε άγνωστη ρότα.
Από τότε που γύρισα από το νησί σου άρχισα να πιστεύω πως αυτό το κάτι είναι ζωντανό. Είναι ένα κήτος. Κρύβεται κάτω από τα θολά νερά αλλά νιώθω τα κίτρινα ολοστρόγγυλα μάτια του καρφωμένα επάνω μου. Τα δόντια του λάμπουν κάτω από το νερό στο φεγγαρόφωτο σαν δρεπάνια και η ουρά του σαλεύει σαν επιδέξιά γλώσσα πεινασμένου θηρευτή.
Αύριο θα φύγω απ' αυτό το νησί. Αύριο θα γίνω 42 χρονών από την ημέρα που έφυγες. Το δέρμα μου είναι πολύ φαρδύ για τα κόκαλά μου και δεν βρίσκεται μοδίστρα να μου το στενέψει. Αν με φάει το κήτος δεν θα λυπηθώ για την ζωή μου, δεν την έχω εδώ και πολύ καιρό οπότε δεν μπορώ και να την λυπηθώ.
Πάνε πέντε μέρες από τότε που έπεσα στο νερό. Έπεσα σαν να βουτούσα στα τάρταρα, για να φτάσω όσο πιο βαθιά και πιο μακριά μπορούσα και για πρώτη φορά δεν φοβόμουν. Το κήτος δεν ήταν εκεί. Υπήρχαν μόνο μερικοί ευγενικοί κύριοι με τα ψάθινα καπελάκια τους και τα παχιά τους μουστάκια, που έκαναν σχολαστικά τέλειους κύκλους  στο νερό και παιδιά με γλυφιτζουρένια κοκοράκια στα χέρια.
Το νερό ήταν ψυχρό αλλά διάφανο. Έβλεπα το σπίτι και τον κήπο μας κάτω από τα πόδια μου σα να μην είχε αλλάξει τίποτα πέρα από το άγγιγμα του χρόνου. Και όμως τόσα χρόνια δεν είχα κουνηθεί εκατοστό, ήμουν ακόμα στην αρχή του τέλους.
Κολύμπησα με δύναμη αψηφώντας τον πόνο του αλατιού στις δύο βαθιές ουλές της πλάτης μου προς ένα τρεμάμενο φως. Κολυμπούσα δύο μερόνυχτα και ένιωθα τόσο ελεύθερος και άτρωτος. Το νησί μου μ 'ακολουθούσε διστακτικά από απόσταση. Την τρίτη μέρα έφτασα στο φως. Ένα κρίνο. Ένα πέταλο τέλεια τυλιγμένο γύρω από έναν αδύναμο, σαν ψυχή, μίσχο. Στρατοπέδευσα το κορμί μου γύρο από το κρίνο. Ένιωθα την ευθύνη να το προστατεύσω.
Το νησί του άλλωστε βρίσκεται μονίμως σε κίνδυνο. Στα βόρεια υπάρχει η Σκύλα, που αρπάζει με τα τρομερά της πλοκάμια κάθε πλήρωμα του χρόνου που περνάει και έτσι καμία στιγμή δεν καταφέρνει να φτάσει εδώ, ούτε καν τολμά να πλησιάσει. Ενώ στα νότια είναι η αδερφή της η Χάρυβδη , χλωμή και κοκαλιάρα , κρυμμένη πίσω από την φραγκοσυκιά του μικρού της σκοπέλου , ρουφάει κάθε μέρα το γάργαρο νερό και κάθε μέρα το ξερνάει πίσω σκοτεινό και αμίλητο.
Την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου , ο ήλιος έφτασε τόσο χαμηλά που σχεδόν ακουμπούσε τη θάλασσα και καθρεφτιζόταν στον ουρανό και τότε σε είδα! Είχες τα χρυσόξανθα μαλλιά σου μαζεμένα με φιλέ και τα μάτια σου μουτζουρωμένα με κιμωλία. Τα χέρια σου λεπτά κι αδύναμα προσπαθούσαν να κρύψουν την λερωμένη από ρόδια και τα πόδια σου σκάβανε αυλάκια ασταμάτητα. Έτρεχες  μέσα τους σαν βρόχινο νερό με τη γνωστή παθιασμένη ορμή σου. Ήταν σαν όνειρο. Ήθελα να φτάσω την εικόνα σου, να την αγγίξω. Πάλεψα με το νερό για να σε φτάσω μα μόλις τα ακροδάχτυλά μου πήγαν να αγγίξουν τη μορφή σου, αυτή έσβησε σαν τα φώτα της πόλης στις πρώτες ακτίνες του ήλιου.
Νομίζω αυτό είναι το τέλος του γράμματός μου. Αυτού του γράμματος που ποτέ δεν αποφάσιζα να σου στείλω και που συνεχώς προσθέτω κάτι. Θα σκάψω έναν λάκκο αρκετά μεγάλο και θα βάλω μέσα το μυαλό μου και την καρδιά μου με τα σκουλήκια τους και από δίπλα θα αφήσω αυτό το γράμμα σαν επικήδειο. Επιτέλους θα ξεκουραστώ από το να σε αγαπώ.

Χριστόφορος Μπριστ




Ένα ποίημα της Στέλλα Χαιρέτη που λάβαμε, με τίτλο "Εδώ, στον Άη Στράτη", δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

   

Η Στέλλα Χαιρέτη γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1982. Έχει Πτυχίο Κλασικής Φιλολογίας, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στη Νεοελληνική Φιλολογία, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, Μουσειακές Αφηγήσεις. Μελέτη περίπτωσης: Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βαθμός επιτυχίας 88,24 Μουσειακή Αγωγή, Ανοικτό Ίδρυμα Εκπαίδευσης, πρόγραμμα E-Learning Επιμέλεια και Διόρθωση Κειμένων, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βαθμός επιτυχίας 95,20 Μαθήματα ελληνικής Παλαιογραφίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) Ομιλίες σε Συνέδρια 20–22 Απριλίου 2018 10 Μαΐου 2016 3–15 Μαΐου 2011 Παρακολούθηση Συνεδρίων 8–10 Δεκεμβρίου 2017 10–11 Οκτωβρίου 2015 Δημοσιεύσεις-Βραβεύσεις Νοέμβριος 2017 Ιανουάριος 2012 2009 -2012 2014 και εξής Διακρίσεις -Βραβεία Νοέμβριος 2017 Απρίλιος 2007 Μάιος 1998 Σεμινάρια Φωτογραφία Κατασκευή μαριονέτας Κινηματογράφος Θέατρο «Πανεπιστημιακά Μουσεία και Εκπαίδευση: Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Μουσείου Ιατρικής Κρήτης» 2 ο Πανελλήνιο Συνέδριο — ΠΔΕ Κρήτης, Ηράκλειο «Η εκπαιδευτική εμπειρία στο Μουσείο Ιατρικής Κρήτης» Εσπερίδα Μουσείου Παραδοσιακής Ζωής «Λυχνοστάτης» και Μουσείο Σχολικής Ζωής Χανίων, Βούτες, Ηράκλειο «Άννα Κομνηνή, Ελένη Αλταμούρα και Νίκη Δούκα: Μία οπτική Ετέρου. Παραδείγματα γυναικείας γραφής από τη Μάρω Δούκα, τη Ρέα Γαλανάκη και την Ιωάννα Καρυστιάνη». 6 η Συνάντηση Εργασίας Τμήματος Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Ανάπτυξη Νέου Κοινού», Πρόγραμμα Επιμόρφωσης, British Council — Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, Μυρτιά, Ηράκλειο «Μουσεία και Εκπαίδευση: Από τη Θεωρία στην Πράξη», Διημερίδα στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, Μυρτιά, Ηράκλειο Μια χούφτα χώμα, ποιητική συλλογή, εκδόσεις Το ανώνυμο βιβλίο,11/2017 «Άννα Κομνηνή, Ελένη Αλταμούρα και Νίκη Δούκα: Μία οπτική Ετέρου. Παραδείγματα γυναικείας γραφής» Πρακτικά Συνεδρίου 6ης Συνάντησης Μεταπτυχιακών Φοιτητών Τμημάτων Φιλολογίας, ISBN 978–960–466–109–1 Συγγραφή κριτικών κινηματογραφικών ταινιών στην ιστοσελίδα www.sevenart.gr Δημοσιεύσεις ποιημάτων, διηγημάτων και δοκιμίων στα ηλεκτρονικά περιοδικά Fractal, Φρέαρ, Στάχτες και στην ιστοσελίδα Alfavita Τιμητική Διάκριση στον 2ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό ανέκδοτης κι αδημοσίευτης ποιητικής συλλογής «Γιώργος Ν. Κάρτερ» Διετής υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) μετά από εξετάσεις για σπουδές β΄ κύκλου Γ’ Βραβείο Ποίησης, Λογοτεχνικός διαγωνισμός «Πολιτιστικοί Αγώνες ’98», Δήμος Ηρακλείου Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία Κρήτης, Ηράκλειο Σεμινάριο Φωτογραφίας, 2012–2013 Καλλιτεχνικό εργαστήρι του Δήμου Καισαριανής, Αθήνα Κατασκευή μαριονέτας, 2011–2012 Σειρά εισηγήσεων του σκηνοθέτη Γ. Κόρρα Μαθήματα αισθητικής κινηματογράφου, 2008 Πολιτιστικό τμήμα Δήμου Ζωγράφου Άσκηση στο θεατρικό παιχνίδι, 2004–2006 Πολύκεντρο Νεολαίας Δήμου Ηρακλείου Θέατρο δρόμου, 2001







Εδώ, στον Άη Στράτη   

Ανάμεσα στη σιωπή όλων μας των καταφάσεων
 άκουσα εδώ, στον Άη Στράτη, τον αέρα να φυσάει
 Νύχτα νομίζω ήταν, μα μπορεί και μέρα
ο θρήνος του τοπίου που σάπισε μετρά αλλιώς τον χρόνο
Μία γυναίκα με μάτια μαύρα προσπέρασε
Έδειξε κατά τον ήλιο

Σεβόμαστε τον θάνατο
μα σηκώνουμε ανάστημα στη ζωή
Το φως μάς περιβάλλει ακόμα
σηκώστε το χέρι σας προς τη μεριά του

Λύπη στο βλέμμα της κι απέχθεια





Γροθιά το χέρι.


ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ