Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο της Όλγα Πατσούρα – Λένη
«ΟΤΑΝ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΙΧΕ ΦΤΕΡΑ»
Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (ηλ.)
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Εκεί, στο αψύ αναλώσιμο των σκέψεων που κάνει κανείς όταν ανοίγει ετούτο το βιβλίο της Όλγα Πατσούρα-Λένη, με φορεμένο το γυαλί των γνώσεων του στο συνήθειο ενός ακόμη θαρρείς βιβλίου, εκεί ακριβώς συνειδητοποιεί ότι δεν φτάνει εκείνη η πρώτη ανάσα της κατάδυσης στην ανάγνωση για αυτό το βιβλίο , αλλά ο δίσκος του εαυτού του πρέπει και οφείλει να καταθέσει το μανουάλι της ύπαρξης του , να ενδυθεί το νήμα του βιβλίου, να γίνει κοινωνός στο ζυγισμένο κράσπεδο μιας ηλικίας δίχως ηλικία, που περιέχει αυτόματα όμως όλες τις ηλικίες, ώστε να μπορέσει να πλαταγίσει τα νοήματα, να βιώσει τις αισθήσεις και να συντελεστεί έτσι η παρουσία του στην πλοκή του βιβλίου. Γιατί

«άμα σε κοιτάζουν τα ίδια τ΄ αστέρια είσαι κοντά»
(σελ.63)

Επειδή ακριβώς η συγγραφέας Όλγα Πατσούρα –Λένη δεν προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα ή ότι άλλο, αλλά μας καταθέτει μια εξομολόγηση αλήθειας, για αυτό ακριβώς τον λόγο κατορθώνει να ορίσει τη σιωπή τη λεκτική του συγγραφέα που μένει στα μετόπισθεν για να συντομογραφήσει ωστόσο μια καντίνα φωνημάτων εσωτερική στον αναγνώστη με το κασκέτο των φράσεων του βιβλίου όπου στεριώνεται η κατάποση του απόλυτου.

«Το νησί ήταν μικρό και όμορφο. Το χειμώνα οι κάτοικοι μαζεύονταν στα σπίτια και ξεκουράζονταν. Από την καλοκαιρινή ένταση. Μερικές φορές έμοιαζε να λείπουν όλοι. Άδεια τα σοκάκια. Μα τις ηλιόλουστες μέρες, άνοιγαν οι αυλόπορτες, γέμιζε ο κόσμος παιδιά και γυναίκες. Οι άντρες προτιμούσαν τα καφενεία. Ο χρόνος δεν έχει αφήσει άσχημα σημάδια σε αυτή τη γωνία της Ελλάδας που την τύλιγε το Ιόνιο. Όλα φαίνονται φρέσκα. Τα σπίτια ασπρισμένα έλαμπαν στον ήλιο, οι αυλές μύριζαν βασιλικό και νοικοκυροσύνη.»
(σελ.11)

Έτσι ξεκινά το βιβλίο της «ΟΤΑΝ Ο ΆΓΓΕΛΟΣ ΕΊΧΕ ΦΤΕΡΑ» η συγγραφέας του.
Στο βάτο μιας οικείωσης κρεμασμένοι οι χαρακτήρες του βιβλίου, απλώνονται στη μασιά των εκδοχών τους εκεί που πηγαινοφέρνονται όλα τα ενδεχόμενα της πλοκής του.

«τα είχα σκηνοθετήσει όλα τόσο τέλεια»
(σελ. 35)

Και τα είχε σκηνοθετήσει και τα είχε διακοσμήσει και τα πάντα η συγγραφέας όταν είχε στο νου της το βιβλίο. Μόνο που να, το μονοπάτι του μελανιού καθόρισε μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο ψιμύθιο της έμπνευσης της Ολγα Πατσούρα-Λένη και δεν μας παρέδωσε μόνο ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά μια ποτισμένη σάρκα παρουσίας κάθε χαρακτήρα σε αυτούς ακριβώς τους πεπερασμένους χαρακτήρες του βιβλίου της, που τώρα δα ξεντύνονται πληθυντικό στη φασαρία του παρόντος που σας γράφω αυτές τις γραμμές, για να γίνουν ο καθένας από εμάς.
Και ετούτο εδώ είναι μεγάλο βραβείο για τη συγγραφέα. Βλέπεις το χαρτόσημο της κάθε λέξης, έχει ορισμένη αξία αναγνωστική και για να κατορθώσεις να εξαυλώσεις την επάρκεια του και να την εκτείνεις, πρέπει να ξυλεύσεις τον εαυτό σου αφειδώλευτα. Και θέλει  παιδεία, γνώση και ανθρωπιά απλόχερη για να το πετύχεις ετούτο.


Εμείς δεν μένει παρά κατά πως το έγραφε και ο Ρίτσος κάπου, να της σφίξουμε δυνατά το χέρι.

Ένα κείμενο της Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  που λάβαμε, με τίτλο "Συσκευασμένες  κι  οι  ιδεολογίες  πια…",  δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Βιογραφικό  σημείωμα

Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη
Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  γεννήθηκε  στο  Μόναχο  Γερμανίας  το  1971. Διδάσκει  τη  γαλλική  γλώσσα  επί  24  συναπτά  έτη    με  μεγάλη  αγάπη  προς  τα  παιδιά.  Η  ίδια  έχει  έναν  γιο,  φοιτητής  στο  Δημοκρίτειο  Πανεπιστήμιο. Παρακολούθησε  μαθήματα  στο  Ελληνικό  Ανοιχτό  Πανεπιστήμιο,  στο  Τμήμα  Ανθρωπιστικών  Σπουδών,  τις  οποίες  εγκατέλειψε  συνειδητά.   Το  2015  εκδόθηκε  απ’  τις  εκδόσεις  Αγγελάκης  το  ποιητικό  έπος  «φωνή  βοώντος  εν  τη  ερήμω»,  το  οποίο  συγγράφεται  με   μαθήτριά  της,  Έλενα  Κουκιάσα,  και  αφορά  στο  διαχρονικό  χάσμα  γενεών. Έχουν  δημοσιευτεί  πολλά  κείμενά  της  στο  διαδικτυακό  περιοδικό  fractal.   Το  2017  αναμένεται  η  έκδοση  του  επόμενου  βιβλίου  της,  ποιητική  αφήγηση,  απ’  τις  εκδόσεις  Ωρίωνας.  Γράφει  δοκίμιο  και  ποίηση.  Έχει  ταξιδέψει  σε  πολλά  μέρη  του  πλανήτη.
Τις  δημοσιεύσεις  συνήθως  ακολουθεί:
Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  οδυνάται  για  τα  κακώς  κείμενα  στον  πλανήτη.  Νιώθει  να  πάλλεται  σε  χώρο  μαγνητικά  απομονωμένο  και  η  πυξίδα  έχει  χαθεί.


Συσκευασμένες  κι  οι  ιδεολογίες  πια…


Γράφει  η  Ευαγγελία   Τυμπλαλέξη.


Η  λαύρα  ασφυκτική  πύρωνε  το  οδόστρωμα,  το  οποίο  με  τη  σειρά  του  εξοστράκιζε  τη ζέστη  στα  κινούμενα  επί  αυτού   αντικείμενα   ή  υποκείμενα.  
Μάλιστα,  κι  ας  μην  φανεί  καθόλου  περίεργο,  διότι  πως  αλλιώς  θα  μπορούσε  να  χαρακτηριστεί,  αν  όχι  υποκείμενο,  ένας  άνθρωπος  του  Δυτικού  κόσμου,  ο  οποίος  είτε  λειτουργεί  ως  δείκτης  στατιστικών  αποτιμήσεων,  είτε  ως  «πολεμικός  ανταποκριτής»,  αφού  είναι  υποχρεωμένος  και  ερήμην  του  να  καταγράφει  σαν  σπουδαίος  συντελεστής  τα  γεγονότα  της  σύγχρονης  ιστορίας.  Το  οπτικό  του  νεύρο  συνιστά  έναν  εικονολήπτη,  που  κινδυνεύει  ομοίως  με  πολεμικό  φωτογράφο,  σκανάροντας  ο,τιδήποτε  θα  εμποτίσει  τις  σελίδες  που   θα  διδαχθούν  ύστερα  από  χρόνια  στα  κρεματόρια  εκσυγχρονισμένης  φτώχειας. 
Ο  homo  economicus    έχει  επιδείξει  αξιοσημείωτη  προσαρμοστικότητα  κι  επάξια  λαμβάνει  θέση   στη  βάση  της  βιομηχανικής  ιεραρχίας. 
Ακροπατώντας  στα  ασαφή  μα  ασυνειδήτως  ή  ενσυνειδήτως  αποδεκτά  περιγράμματα  της  προσχεδιασμένης  διδασκαλίας,  τα  υποκείμενα  έχουν  φτάσει  στην  κορύφωση  μιας  τραγωδίας,  της  οποίας  το  κουβάρι  ξετυλίγεται  ηδονικά  αργά  εδώ  και  δεκαετίες,  με  την  ανακρίβεια  της  ανταπόκρισης  να  εδράζεται  στην  πολιτική  τους  τοποθέτηση  και  η  οποία  με  τη  σειρά  της  εθεμελιώθη  υποκινούμενη  από  αμέλεια-παρανόηση-αλλοίωση-διαστρεβλώσεις.
Σαν  ένας  τέτοιος   κι  απαρέγκλιτα  νομοταγής  πολίτης,   όφειλε  μια  κυρία  να  προβεί  σε  διεκπεραιώσεις  πληρωμών,  μέσω  τραπέζης  σαφώς,  αφού  οι  αόριστες  επικλήσεις  προς  την  αντικειμενικότητα  δεν  δύνανται  να  αποτρέψουν  τη  δυναμική  των  εκάστοτε  πολιτικών-οικονομικών-κοινωνικών  συμφερόντων  και  παρεκκλίσεων. 
Ως  μόνη  άμυνα  στα  αλλεπάλληλα  ραπίσματα  το  καπέλο  της  και  τα  γυαλιά  ηλίου,  σηματωροί  ελάχιστης  προστασίας  απ’  το   θωπευτικό  δήγμα  του  Ηλιάτορα,  ήσσονος  κι  ελλιπέστατης  απ΄  τις  δαγκάνες  του  ελέγχου  «υπόπτων».
Αναμένοντας  υπομονετικά  στην  ουρά,  πάτησε  το  πλήκτρο  εισόδου  και  επιτέλους  εισήλθε  στον  ειδικά  κατασκευασμένο  θάλαμο.  Οι  θύρες  σφράγισαν  και  μία  δυσφορία  την  ένιωθε  ήδη,  καθότι  κλειστοφοβική  αλλά  και  υπέρμαχη  της  πλήρους  ελευθερίας  κινήσεων.  Οι  διαστάσεις  της  καμπίνας,  σύμφωνα  με  τις   προδιαγραφές  των  μηχανικών  υπευθύνων  λοιπόν,  ενδείκνυνται  στα  0,685  μέτρα  μήκος  επί  0,96  μέτρα  πλάτος.  Χώρος  μεγίστης  τροχοπέδης  στην  αναπνοή,  και  με  τη  σκέψη  και  μόνο  μειδίασε  καθώς  σκέφτηκε  πως  δεν  ταλανίζεται  από  κάποια  «ψυχική  διαταραχή»,  που  είναι  της  μόδας  τελευταίως,  επειδή    μάλλον  κάπως  ανάλογα  θα  σκέφτονταν  κι  εκατομμύρια  άλλοι  συνάνθρωποι. 
Με  την  έπαρση  της  διαπίστωσης  κι  απορροφημένη  απ’  τις  οικονομικές  οφειλές  που  εκκρεμούσαν  εις  βάρος  της,  συγκεκριμένα  134, 70  ευρώ  που  είχε  κοπιάσει  να  μαζέψει  για  να  αποπληρώσει  το  χρέος  της  στο  Κράτος, ξεχάστηκε  να  βγάλει  το  καπέλο  και  τα  γυαλιά.  Η  έγχρωμη  κάμερα  ωστόσο,  που  έχει  τοποθετηθεί   στην  καμπίνα  ασφαλείας   εισόδου,  δεν  αναγνώριζε  το  «υποκείμενο»,  το  οποίο  επεξεργαζόταν,  με  αποτέλεσμα  ο  υπολογιστής  ανάλυσης  δεδομένων    κατά  την  εποπτεία  του  σήματος  εικόνας  να  αποφανθεί  αρνητικά.  Σύμφωνα  με  την  κατασκευάστρια  εταιρεία  GUNNEBO Electronic Security, αντιπρόσωπος της οποίας στην Ελλάδα είναι η εταιρεία Χαρ. Θεοδόσης ΑΕΒΕ,  τα  χαρακτηριστικά  της, της γεωμετρίας του ανθρώπινου προσώπου-της απόστασης των δύο οφθαλμών-της παρουσία μύτης- το  ελάχιστο ή μέγιστο μέγεθος κεφαλής, χαρακτηριστικά που  συγκρίνονται με σύνολα προτύπων χαρακτηριστικών, όπως αυτά έχουν εξαχθεί από σύνολα πρότυπων ψηφιακών εικόνων προσώπων  κι  αναφέρεται ότι χρησιμοποιούνται οι βάσεις δεδομένων προτύπων προσώπων FERET και XM2VTSDΒ,   δεν  ήταν  καθόλου  συμβατά.  Η  ευγονική  επανερχόταν  μετά  από  δεκαετίες.
Ο  βομβητής  ηχούσε  εκκωφαντικά,  οι  υπάλληλοι  του  τραπεζικού  ιδρύματος  της  έκαναν  υποδείξεις  να  αφαιρέσει  το  καπέλο,  κι  ο  λογισμός  της  αποσβολωμένος  ταξίδευε  στο  πεπερασμένο  της  κατοχύρωσης  των  δικαιωμάτων.
«Πρέπει  να  γίνει  ταυτοποίηση  του  προσώπου  σας,  διαφορετικά  οι θύρες  δεν  ανοίγουν!»  ο  υπάλληλος  επαναλάμβανε  τις  οδηγίες  χρήσεως,  όπως  όταν  ήταν  μικρούλης  και  μάθαινε  τον  ρόλο  του  για  το  σχολικό  σκετς  κι  ελαφρώς  αγανακτισμένος  για  το  άτοπον  της  συμπεριφοράς  της  ανενημέρωτης  κυρίας.    
Τα  πειστήρια  του  εγκλήματος, καπέλο  και   γυαλιά,  κατασχέθηκαν  και  η  φέρουσα  υπέστη  σωματικό  έλεγχο,  καθότι  ψηλή  και   με  άρτιες  αναλογίες  πολλοί  έσπευσαν  να   πιστοποιήσουν  βαθουλώματα  κι  εσοχές  της  αντιρρησίας  συνειδήσεως. 
«Έχετε  να  προσθέσετε  κάτι  πριν  υπογράψετε  τη  δήλωση  αμέλειας;»  ρώτησε  ειρωνικά  ο  διευθυντής  και  με  τη  σιγουριά  της  υψηλά  ιστάμενης  θέσης  του,  όσο  να  πεις  ένα  κύρος  του  προσέθετε.
Τα  μπλε  μάτια  της  θλίβονταν  ξεθωριασμένα,  όχι  μόνο  για  τις  συνθήκες  που  επικρατούσαν  στον  καταυλισμό  αλλά  και  για  την  εκούσια   παραμονή  των  σταβλισμένων...


Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στη συλλογή διηγημάτων  της Όλγα Πατσούρα – Λένη
«ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ»
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Δώδεκα διηγήματα έχει αυτό το κομψό βιβλίο της  Όλγα Πατσούρα-Λένη με τον τίτλο «ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ» από τις Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.




Ένα βιβλίο που στην αρχή, μοιάζει περιεκτικό και θαρρείς πως σκοπεύεις να το διαβάσεις απνευστί τις ώρες της ρέμβης σου. Απνευστί ναι, θα το διαβάσει κανείς σίγουρα, αλλά ξανά και ξανά και ξανά, κάνοντας τις σημειώσεις του άθελα ή και ηθελημένα στο πίσω μέρος της σκέψης του για όλα εκείνα που ανατέμνει προσθαφαιρώντας όραση η συγγραφέας του. Και δεν είναι ούτε εύκολα ούτε λίγα.

Με τη φλέβα του γραψίματος της η Όλγα Πατσούρα- Λένη, στριφώνει το ίχνος της εποχής μας σε κάθε διήγημα, με το σακάκι μιας συντομίας που δεν στριμώχνει τα νοήματα σε σύντομες παραδοχές, αλλά τα αφήνει να ξεχυθούν ανεξάρτητα από όρθρους προσχημάτων και προθέσεων στη δική τους αλήθεια όπως ετούτη η τελευταία τροχοδρομείται στα κεντίδια μιας απλότητας αρτισμένης στη συνείδηση του πραγματικού.

«Με τη νοσταλγία είναι αλλιώς. Σκέφτεσαι πάντα αυτά που θα μπορούσες να κάνεις, ξέροντας πως είναι όλα εκεί: το χώμα, η θάλασσα, το σπίτι σου, οι φίλοι. Αν δεν υπάρχει κάτι δυνατότερο από αυτά να σε κρατήσει, τότε χάθηκες. Είναι πολλοί άνθρωποι , συνέχισε, που όταν διαλέξουν να αφήσουν αυτά που αγαπούν, για να μην πονάνε, μπαίνουν σε ένα κουκούλι και κάνουν εκεί το σπίτι τους. Είναι μια αυταπάτη αυτό, είσαι μακριά, κανείς δεν σε βλέπει, κι έτσι κάπως το ελαφραίνεις, λες και δεν είμαι πουθενά, δεν είμαι εδώ, μα ούτε κι εκεί…»

(σελ.53-54,  από το διήγημα «ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΙ»)

Έτσι ορίζει τη οικειότητα η συγγραφέας με τον αναγνώστη της, συνδαυλίζοντας την ύπαρξή του με το θαλάμι του λόγου της που όμως αγκαλιάζει τα πλεξίματα του χρόνου δίχως να σκοντάφτει στην παλάμη της συνήθειας ή του εύκολου ήχου των λέξεων. Κι έτσι και τα νοήματά της παίρνουν ένα σχήμα ευφράδειας και ανασαίνουν νοήματα σημαντικά των καιρών μας.

«Θα αφήσω κι εγώ τις  μνήμες μου, να αδειάσω. Θα τις πάρει ο βρεγμένος αέρας, θα τις σκορπίσει στα κύματα. Και θα περιμένω το χρώμα που θα ξανάρθει.»

(σελ.75, από το διήγημα «ΟΣΑ ΦΙΛΙΑ, ΤΟΣΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ»)

Η συρόμενη ακίδα των διαθέσεων, όπως αυτές οριοθετούνται από τους κυρίως χαρακτήρες του κάθε διηγήματος που κουνούν τα νοήματα και τα νήματα των καταστάσεων δίνει υπόσταση στις πράξεις, σελιδοποιεί τις ανθρώπινες φιγούρες εκεί που κατοικεί ο καιρός της αναγνωστικής έντασης του αναγνώστη και μπουκώνει με στοχασμό τη συνείδησή του σε ευχόδεντρα αποτελεσμάτων, επιμένοντας να γρυλίζει το λαιμό μιας νόησης που μπλέκεται στην κουνουπιέρα των ορισμών και των αιτιάσεων των καιρών μας. Ναι,, των καιρών μας, καθώς τα διηγήματα αυτά, λειτουργούν το χειροπιαστό παρόν που οικειώνεται ο καθένας μας και καλείται να μετέχει.

«Είμαι κοντά στο δωμάτιο. Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η νύχτα. Σταματώ, περιστρέφομαι, κοιτώ πίσω. Είναι όμορφο το νησί. Όχι επειδή σε ερωτεύτηκα. Άσπρα σπίτια κυλάνε στην απότομη πλαγιά. Όλα φωτισμένα χάνονται βαθιά στο μαύρο του ηφαιστείου, σε έναν λαμπερό κυματισμό. Χωρίς να ακούγεται ήχος, αθόρυβα σαν την αγάπη μας. Κάνω να γυρίσω και τότε σε βλέπω. Κάθεσαι, με κοιτάς. Μετανιωμένος. Δεν πήγες σε εκείνο το μπαρ. Μόνο περίμενες. Χαμογελώ. Κι ανοίγω τα χέρια. Πάμε, Κωστή, θέλω να χορέψω, μαζί σου»

(σελ. 27, από το διήγημα «ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ»)



Έχουν την ηλικία του αποσιωπητικού αυτά τα διηγήματα. Και πληρώνουν βαθειά μας μια γαλήνη. Προσωπικά εύχομαι στην Όλγα Πατσύρα- Λένη να πλέκει το τροχήλατο χαλινάρι της πένας της πάντα σε αυτήν την αίσθηση των καιρών μας, όπως το κατορθώνει σε τούτο το βιβλίο. Και οι πύλες των γραμμάτων μας, θα είναι διάπλατα ανοιχτές για εκείνη για την είσοδό της στον Ελικώνα των Μουσών.

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Ένα διήγημα του Βασίλη Μπαρούτη με τίτλο "ΧΡΩΣΤΟΥΜΕΝΑ" στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Ο Βασίλης Μπαρούτης γεννήθηκε το 1980 στο Μαρούσι Αττικής και μεγάλωσε στη Χαλκίδα. Αποφοίτησε από το ΤΕΙ Καβάλας, στη σχολή Διοίκησης Παραγωγικών Μονάδων. Ζει μόνιμα στην Αθήνα με την οικογένεια του και εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία.
 Γραπτά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ έχει βραβευτεί από την UNESCO Ιθάκης για το διήγημα του «Μετά την επιστροφή του Οδυσσέα».
Πρόσφατα εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα, τα «Ηχολόγια» - εκδ. Φίλντισι.


Χρωστούμενα


Μόλις κατέβηκε την σκάλα στην έξοδο της πολυκατοικίας κρατώντας αγκαλιά τον μικρό του γιο και βγήκε στο δρόμο είδε τον ποδηλάτη. Τον είδε που πέρασε με ταχύτητα από το πλάι αναδεύοντας ένα ρεύμα καχυποψίας προς το μέρος τους. Λίγα μέτρα πιο κάτω άλλαξε κατεύθυνση και έκανε να ξαναπεράσει από εκεί που στεκόταν πατέρας και γιος. Οι ρόδες του αντίθετες στη φορά του ρολογιού, ζητούσαν να αλλάξουν τη  ροή του χρόνου, να τον γυρίσουν πίσω στη μεριά του δρόμου που είχαν προσπεράσει πριν λίγο.

Ο μικρός σήκωσε το δαχτυλάκι του και έδειξε προς το μέρος του διερχόμενου. Κοίτα μπαμπά, ποδήλατο. Ήταν η τέλεια απόσπαση. Ο άντρας μέχρι που σάλεψε κι ένα μικρό μειδίαμα ακούγοντας τα λόγια του γιου του. Ήταν άλλωστε το καμάρι του. Στα τρία του χρόνια έμοιαζε μόλις για ένα παιδάκι που ξεκίνησε να περπατάει καθώς οι ελλείψεις σε βασικά τρόφιμα είχαν αμβλύνει την τάση του κορμιού να αυξάνεται. Η ασιτία εν ίδει αρπακτικού όσους από την πόλη δεν αφάνιζε τους άφηνε μισούς. Εποχές μετά από πόλεμο, σκάβανε πάντα ρήγματα στις καρδιές των καταπατημένων. Γρήγορα αυτά στέγνωναν από το αίμα του εχθρού που κύλησε μαζί του βάφοντας κόκκινο το δρόμο της επιστροφής. Ζητούσαν μετά φρέσκο αίμα κι επειδή είχε φύγει ο ξένος στραφήκαν στου αδελφού, στου γείτονα, στου διπλανού τους να γεμίσουν το κενό. Τα αλλεπάλληλα βέτο από τους αντάρτες που είχαν κυκλώσει την πόλη καθώς και τα τυφλά χτυπήματα σε κατοικημένες περιοχές με αμάχους είχαν γίνει εφιάλτης. Το μυαλό είχε λεηλατηθεί καθώς ο φόβος και η πείνα έβγαιναν έξω μαζί σκουλήκια από το ίδιο κουκούλι. Λιγοστές ήταν οι προμήθειες σε φαγητό και φάρμακα. Αυτά τα μοιράζονταν όλοι με όλους ανεξαιρέτως.
 Η κατάσταση στη χώρα του στις εκβολές ενός χείμαρρου από πετρέλαια, πλέον είχε γίνει μόνιμη από τη στιγμή που πήραν τζούρα τις αναθυμιάσεις οι μεγάλες μύτες του κόσμου. Και χώθηκαν μέσα αυτές για να βάλουν τους ντόπιους να σκάβουν τις τρύπες για το μαύρο χρυσό για λογαριασμό τους. Αργότερα μόνο κατάλαβαν εκείνοι ότι έσκαβαν τους λάκκους των ίδιων του των παιδιών.
Ανενόχλητοι οι ξένοι μετά βουτούσαν το ψωμί που έκλεβαν χρόνια από τους φτωχούς μέσα στο μαύρο λάδι με την ίδια άνεση που θα βουτούσαν στη σαλάτα τους ένα κυριακάτικο μεσημέρι συντροφιά με τη γυναίκα τους και τα παιδιά τους στο τραπέζι του φαγητού.

Ένα ζευγάρι μάτια χαρακωμένα πίσω από καχύποπτα κιάλια έβλεπαν έναν ποδηλάτη να κάνει μεταστροφή και να γυρίζει πίσω προς το μέρος ενός όρθιου άντρα που κρατούσε στην αγκαλιά ένα παιδί.
Στη δεύτερη βόλτα του καθώς τους πλησίαζε κύρτωσε τη ράχη του όπως το αιλουροειδές πριν κάνει το τελικό άλμα για να πιάσει το θήραμα του. Μετά με μία απότομη κίνηση ίσιωσε το χέρι του ψηλά στον αέρα πετώντας ένα μεταλλικό αυγό προς το μέρος τους. Η χειροβομβίδα έπεσε στα πόδια του άντρα κάνοντας ένα κούφιο κρότο στο κράσπεδο /στην άσφαλτο. Δεν έσκασε. Εκείνος όμως από την τρομάρα του πέταξε μακριά το πιτσιρίκι του κι έπεσε κάτω χτυπώντας με δύναμη τον κρόταφο στη γωνία του πεζοδρομίου.
Ο ταχυδρόμος του θανάτου πάνω στο ποδήλατο καθώς απομακρύνονταν ανυπομονούσε να ακούσει το μπαμ. Η πίστη του όμως δεν ήταν αρκετή κι όσο κι αν παρακαλούσε το θάνατο καμία απάντηση δεν ήρθε από το πυρωμένο στόμα. Το δικό του στόμα πάλι είχε στεγνώσει από την , σκέφτηκε να γυρίσει να τους αποτελειώσει με το περίστροφο. Από φόβο όμως μήπως εκραγεί καθυστερημένα το δέμα του, δεν το έκανε. Σηκώθηκε όρθιος ζορίζοντας τα πετάλια να γυρίσουν με κοφτές και γρήγορες κινήσεις και απομακρύνθηκε βρίζοντας.
Τα μάτια που κοιτούσαν μέσα από τους φακούς θάμπωσαν και μετά γύρισαν αλλού.

Ο ξαπλωμένος άντρας που πριν λίγα λεπτά είχε διαβεί το κατώφλι του σπιτιού του χαρούμενος, ένιωθε το κεφάλι του να μουλιάζει σε ένα πηχτό αφιλόξενο βάλτο. Τα μακριά του μαλλιά που πριν λίγη ώρα ανέμιζαν ελεύθερα τώρα είχαν στεγνώσει και στέκονταν ξερά χόρτα και αγκάθια στο ματωμένο του κρανίο. Τα μάτια του έχαναν την εστίαση τους και εκείνος τα έφερνε στα ίσια τους ακολουθώντας τα βήματα ενός γίγαντα που μάκραινε από μπροστά του βηματίζοντας με τεράστιες δρασκελιές και χανόταν. Γνώριζε δεν θα άντεχε για πολύ να τρέχει ξοπίσω του. Άπλωσε το χέρι να πιάσει το γιο του, το παιδάκι όμως πέφτοντας είχε σπάσει τα δυο του πόδια και άδειαζε ποταμούς από δάκρυα πόνου κρατώντας την ανάσα του για απελπιστικά μεγάλα διαστήματα.
Το χέρι του άντρα έξυνε τώρα το πεζοδρόμιο προσπαθώντας να φτάσει το αγοράκι. Μετά έμεινε αγκυλωμένο σε μία μαύρη άβυσσο που κατάπινε λαίμαργα ότι προερχόταν προς τα πίσω από την διάταση αυτού του χεριού και μετά έμεινε εκεί κομμένο καλώδιο χωρίς ρεύμα στις φλέβες του.

Ξύπνησε χωρίς λόγο μετά από είκοσι χρόνια. Το δωμάτιο το ίδιο, σαν σε ένα ξέφωτο χωμένο, σε μία ρημαγμένη πολυκατοικία χωρίς μπαλκόνια.
Ο νέος που καθόταν σε μια πλαστική καρέκλα απέναντι του, είχε μακριά σγουρά μαλλιά και διάβαζε εφημερίδα. Καθώς κατάλαβε την παρουσία δεύτερου ανθρώπου στο δωμάτιο, ο νέος ανατρίχιασε και ταυτόχρονα δίπλωσε την εφημερίδα για να βρει χρόνο να συνέλθει. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα προς το κρεβάτι. Δύο μεγάλα μάτια, δυο μαύροι ήλιοι που είχαν να ανατείλουν δυο δεκαετίες τον κοιτούσαν με ένα τεράστιο δισταγμό. Σηκώθηκε και πλησίασε το κρεβάτι κουτσαίνοντας. Ο ξαπλωμένος βλέποντας τη δυσπλασία στα άκρα του νέου άρχισε να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Σε ελάχιστες στιγμές μέσα στη συνείδηση του που κόχλαζε σαν το νερό στο τσουκάλι, ξεχείλισε ο συνειρμός για το ποιος ήταν και που βρισκόταν καίγοντας του τις σάρκες

Άρχισε να παλεύει χτυπώντας χέρια και πόδια βγάζοντας με δυσκολία φθόγγους αλαλαγμών. Αυτή η ανθρώπινη φώκια που με μόλις είχε ξεβράσει ένα κύμα δυσπιστίας πάνω σε ένα μεταλλικό κρεβάτι με σούστες έκανε τον νέο να βιαστεί. Με μία κίνηση βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι. Πήρε στο χέρι του το χέρι του άντρα και το έσφιξε με συγκίνηση. «Πατέρα» του είπε, «σε περίμενα».
Εκείνος όμως δεν περίμενε κανέναν, ο γιος του είχε μείνει είκοσι χρόνια πίσω εκεί πάνω στο πεζοδρόμιο κι αυτός προσπαθούσε να κρατηθεί ζωντανός. Αν τον άγγιζε τότε θα άντεχε.
Κοιτάζοντας τώρα το παλιό ρολόι στον τοίχο, σταματημένο από χρόνια, θυμήθηκε που σταμάτησε και για εκείνον ο χρόνος και η καρδιά του κρατήθηκε από μία μισό-χαλασμένη σκάλα υπηρεσίας να μην τσακιστεί. Κλείνοντας πάλι τα μάτια προσπαθούσε να ζήσει στη φαντασία του τις στιγμές που είχαν κρυφτεί φοβισμένες κάτω από το κρεβάτι του όλο αυτό το διάστημα. Με το γιο του να περπατάνε αργά στους ανθισμένους κήπους της πόλης, άλλοτε να τρέχουν μέσα στη βροχή κι άλλοτε μέσα στα χαλάσματα. Να διαβάζουν τα βράδια ξαπλωμένοι πάνω στις κουρελούδες δίπλα στο ντιβάνι ενώ η γυναίκα του να αναδεύει την κανάτα με το νερό καθώς την έριχνε στο κιούπι με το αλεύρι να το ζυμώσει.

Στα μάτια του τίποτα δεν είχε αλλάξει όμως όλα ήταν αλλιώς τώρα. Οι συγκρούσεις είχαν καταλαγιάσει, κύμα που τσάκισε τη χώρα του στα βράχια και μετά τραβήχτηκε αφήνοντας στους επιζώντες την αποξένωση, την καχυποψία και την απόγνωση υλικά σαθρά για να κλείσουν τις τρύπες από τη σύγκρουση.
Οι εχθροί έγιναν πάλι γείτονες, συνάδελφοι, φίλοι. Μόνιασαν κατ’ ανάγκη αλλά δάγκωναν τα χείλια τους κάθε φορά που συναντιόνταν στο δρόμο. Όλα έδειχναν ότι δεν θα αργούσε και πολύ να έρθει η ρήξη. Στα βλέμματα τους οι άνθρωποι είδη έστηναν πολυβόλα.

Ο άντρας αγκάλιασε με τα πολλά το γιο του. Μετά από μήνες προσμονής μέχρι να συνηθίσουν πάλι τα μάτια του στο φως. Και μια μέρα του μίλησε.
«Τη φύλαξες;»
«Ναι πατέρα».
«Δώσ ‘τη μου».
Ο άντρας ένιωσε την καταπιεσμένη δύναμη να γεμίζει τη χούφτα του και τράνεψε. Έγινε γίγαντας σε μια στιγμή, τιτάνας αθάνατος. Η αίσθηση τον γέμισε λύπη.
«Πάμε», είπε στο γιο του.
……………………………………………………………………………………………………………
Ένας μεσόκοπος αραχνιασμένος άντρας καθόταν στο πλατύσκαλο του σπιτιού του και κάπνιζε. Ο καπνός αγκάλιαζε την μαυρισμένη του όψη και την έκαμε ακόμα πιο σκούρα. Κόντευε να γίνει ένα με την απόχρωση από τους τοίχους του χαμόσπιτου που έστεκε πίσω του. Σαν να τον κορόιδευε ήταν αυτό το σπίτι από τότε που τον πέταξαν εκεί και τον έστειλαν και σε δουλειά του δήμου. Να φτιάχνει σκαλωσιές και αναστυλώσεις κατοικιών, δήθεν προνομιούχο δημόσιο υπάλληλο για την υπηρεσία του στην πατρίδα εν καιρώ πολέμου. «Αυτά είναι» του είπαν, «τα παίρνεις ή πας φυλακή και σε ταΐζουμε τσάμπα».

Όταν είδε από μακριά να πλησιάζουν δύο άντρες τους αγνόησε. Γύρισε το κεφάλι προς την πλατεία παρακάτω που έπαιζαν κάτι παιδιά ξυπόλυτα. Τα μέτραγε, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, όλα ξυπόλυτα και χαρούμενα.

Μόλις πλησίασαν οι ξένοι σήκωσε το κεφάλι και τους κοίταξε φέρνοντας το ένα χέρι του στο μέτωπο για σκίαστρο. Ο ήλιος μεσουρανούσε και η υγρασία θάμπωνε από το φως του ξεχειλώνοντας έτσι τις μορφές των δύο αντρών που έρχονταν. Τους άπλωνε παντού σαν να βάδιζαν μέσα σε κάτοπτρο μέχρι που ολόκληρη η πλατεία, τα παιδιά που έτρεχαν ανέμελα κι η δημοσιά όλη κρύφτηκαν πίσω τους.
Τους μίλησε πρώτος
«Ρε πατριώτες, μήπως σας βρίσκεται κάτι τις να μου δώσετε; Δανεικά θέλω, δεν ζητιανεύω. Σακάτης από τον πόλεμο είμαι και δεν με παίρνει κανείς στη δουλειά του».
Ο ένας από τους δύο τον κοίταξε επιτακτικά, τα ρούχα του βρώμαγαν καμφορά και ένα άρωμα αναδύθηκε καθώς πλησίαζε σαν ξινισμένο γλυκό τριαντάφυλλο. Περπατούσε άτσαλα πατώντας μία στις μύτες μία στις φτέρνες σαν να ήταν σε ίλιγγο ή να ήταν χρόνια κατάκοιτος και είχε ξεχάσει πως περπατούν. Ο άλλος που κούτσαινε έκατσε παραπίσω.

«Έλα πατριώτη» του είπε και του έβαλε στο χέρι τη χειροβομβίδα, «αυτό έχω μόνο και δεν γυρεύω τίποτα να μου δώσεις. Δικά μου είναι τα χρωστούμενα».

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στην ποιητική συλλογή του Tάσου Μπέσιου
 «ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ»
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (ηλ.)
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)





Ο Τάσος Μπέσιος με αυτό του το ποιητικό βιβλίο, κάνει μια χειρονομία υποδοχής στο λαγούμι της φαντασίας και την απλώνει στο φωτεινό σημάδι των απέριττων στίχων μιας εμπνεύσεως που ιδιωτεύει στο απίθανο. Δεν καταλογραφεί απλώς τις σκέψεις του γύρω από τα πράγματα με λυρικό τρόπο, αλλά κουρδίζει μια οικειότητα στο κουπί των ποιημάτων που μας καταθέτει.

«Υπό το πέτρινο βλέμμα
του ήλιου.
Υπό το γυάλινο βλέμμα
της σελήνης.
Τα πλάσματα
τα έργα
αι ημέραι τους
τα ονόματά τους.
Σ’ αυτήν
την υδρόγειο κατασκευή.
Για πάντα…

(σελ. 13, «ΦΥΛΑΚΗ ΑΠΟ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ»)

Γράφει.



Ο κλειστός λαιμός όλων αυτών των φράσεων που ουρλιάζουν μέσα στο ποίημα, βαθαίνει την κατανόηση και το σουλούπι των στίχων, σημειώνοντας την ύπαρξη αμοντάριστη, ατόφια, όπως είναι ή τέλος πάντων όπως θα έπρεπε να είναι.

«Εντός του ονόματός μας
ασφυκτιούμε
ζαλισμένοι
από τη μυθική σάλτσα
του φωτός.»

(σελ. 14,  από το ποίημα «ΣΤΗΝ ΑΤΡΑΚΤΟ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ»)




Είναι πάνω σε αυτή τη λαγαρότητα και ευθύτητα των στίχων που υπογράφει το μονόγραμμα μιας έκθαμβης ικανότητας ποιητικής που αναμφίβολα διαθέτει ο Τάσος Μπέσιος και που ορατά ατσαλάκωτη αναδεικνύεται μέσα από τα ποιήματα αυτής της ποιητικής του συλλογής.

Το βιβλίο του ««ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ» που κυκλοφορεί σε μια πολύ προσεγμένη έκδοση από όλες τις απόψεις από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ, με εξώφυλλο της Μαρία Καράμπελα, ψηλαφεί μια αντίστιξη φωνής εσωτερικής του ποιητή, που δέρνεται η ψυχή του από όσα συμβαίνουν σε ενεστώτα χρόνο γύρω μας, αλλά παρόλα αυτά δεν σταματά να εμφιαλώνει ήλιο και φως στο γινάτι της συνέχειας με το ελάσσονα νεύρο της ποίησης.
Η πένα του Τάσου Μπέσιου, μπαινοβγαίνει στο πάπλωμα των λογισμών του ποιητή, κατορθώνοντας να τους κάνει πανανθρώπινους, κάτι που εκτός από διακριτικούς χειρισμούς απαιτεί και τρομερή δεξιοτεχνία στο όργανο της τέχνης του.

«Σε πληγή πάνω βαδίζουμε
σε κρούστα από πετρωμένες
κινήσεις
στοιχειωδώς ανθεκτικό δάπεδο
για την καθημερινή εθιμοτυπία.
Σε πληγή πάνω
φυτρώνουν οι μέρες μας
οι κήποι…
του μίσους οι χορδές
αράχνη σκοτεινή σαν έρωτας.
Υπόκωφη οργή…
με τους θριάμβους του μεσημεριού
σε πόλεμο.

Ραγισματιά
σε τυφλό καθρέφτη
αρκεί…
Οσμή μουσικής οξύφωνης
διηθεί την πληγή…
Εγκεφαλική Άρτεμη
τοξεύει
σε ορίζοντα εντός.

Και…
Χωρίς φόβο
χωρίς χάρτη
χωρίς όνομα
χωρίς προσανατολισμό
χωρίς ήχο
κολυμπάμε
κολυμπάμε
σε υπερσυντέλικα νερά.»

(σελ.20, «ΣΕ ΠΛΗΓΗ ΠΑΝΩ ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ»)

Είναι λοιπόν με πλωτά τανύσματα στην ύπαρξη, το πόσιμο στιγμιότυπο κάθε ποιήματος αυτού του βιβλίου. Ο χρόνος τρίζει στην ανατομία των στίχων του Τάσου Μπέσιου με τη σπασμένη κροτίδα της παρουσίας του και τελικά, ανακατεύει τη γλαυκή ορίζουσα της απορίας και της μνήμης σε κρουστές φλέβες ποίησης, δίνοντας στον αναγνώστη μια όραση αγονάτιστη σε έναν κόσμο προσιτό που κυριαρχεί η σελιδοποιημένη υποδοχή μιας διάρκειας στο ξεπαγωμένο καρμπόν των ονείρων. Έτσι, η στρουμπουλή πιέτα της ταυτότητας του αναγνώστη, τυπώνει το βράγχιο του εαυτού της μέσα σε κάθε ποίημα και κατά κάποιο τρόπο, το εναποθέτει εκεί και για τον επόμενο αναγνώστη. Κι έτσι το βιβλίο αυτό, γίνεται μια χειραποσκευή εαυτών.

Αναμφίβολα ο Τάσος Μπέσιος τοποθετεί στα χέρια μας με αυτήν του την ποιητική συλλογή, ένα καντάρι διαπίστευσης στο έκδοχο των ζωών ησυχάζοντας το θεώρημα της ύπαρξης στην καπελοθήκη της λέξης του κάθε ποιήματος του.
Είμαστε βέβαιοι ότι η ποιητική του φωνή, θα ηχεί εκκωφαντικά στα γράμματα του τόπου μας, ιδιομελής και αθρόμβωτη, διαμέσου των χρόνων.



Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στην ποιητική συλλογή του Σταύρου Μπουρδάκη
 «ΘΡΗΝΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ»
Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ, 2017


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







«Εδώ φύτρωσα
Και μου αρέσει
Να βλέπω όλους αυτούς τους φουντωτούς
Να μαλώνουν για το είδος τους»

(σελ.12, απόσπασμα από το ποίημα «ΑΛΚΜΗΝΗ»)



Σημειώνει ο Σταύρος Μπουρδάκης στο ποίημα του ΑΛΚΜΗΝΗ που περιέχεται σε αυτό του το πρώτο πρώτο ποιητικό βιβλίο με τίτλο «ΘΡΗΝΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ».  Η αλήθεια είναι ασφαλώς πως διαβάζοντάς το κανείς παρατηρεί πως δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο ποιητικό βιβλίο που έχει τακτικά στίχους παραταγμένους στα κρόταλα των ποιημάτων που περιέχει, αλλά πρόκειται για μια κατάθεση σκέψεων και ψυχής του Σταύρου Μπουρδάκη που μετουσιώνεται με την ίσκα της εμπνεύσεως σε πεζά και ποιητικά κείμενα που εναλλάσσονται εντός του.

 Κάποτε συζητώντας με έναν εκδότη, μου είχε πει πως ετούτα ακριβώς τα πεζά κείμενα, είναι μια νέα ποιητική νόρμα που τα λέμε πια «πεζοποιήματα». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν αυτό ξεσηκώνει κάποια ξεσήκωμα στις αναγνώσεις, αλλά προτιμώ να υπερασπιστώ τη φουρκέτα της λυρικότητας του στίχου, ξέχωρα από την ωμοπλάτη του πεζού κειμένου.



Έτσι θα πω, πως σε ετούτο το βιβλίο ο Σταύρος Μπουρδάκης μας έχει δώσει με το χρωστήρα της πένας του μια ζεματισμένη ησυχία από ότι συμβαίνει εντός του, από ότι αναφλέγεται ξαφνιασμένο απέναντί στα πράγματα και μετριέται με το σοσόνι της σκέψης και της ψυχής του. Και μας το έχει δώσει με επάρκεια και ευφράδεια.

«Ξέχασες κατά βάση ότι είμαστε άνθινες υπάρξεις και ότι προσπαθούμε με ζήλο να απαλείψουμε κάθε ανθρώπινο συναίσθημα. Πιο πολύ μίσησες εμένα.
   Με παρέσυρες κι έτσι οδηγούμαι να κάνω όλη αυτή την ανθρώπινη ανάλυση, να θυμηθώ ξανά τα σκοτεινά χρόνια της ανθρώπινης πορείας μου, πριν τη μεταλλαγή μου σε άνθος.
   Γερτρούδη, έφυγες και μου πέταξες τον λωτό στα πόδια μου…»

(σελ.41, «Η ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΛΩΤΟΥ»)

Δεν χωράει αμφιβολία πως ο καιρός έχει μεστώσει μέσα στη σκέψη του Σταύρου Μπουρδάκη μια ανησυχία ευθυτενή που καθηλώνει τις λέξεις  σαν παιδιά άτακτα, που τις δένει το μεδούλι της έμπνευσης του.

Τα νοήματα του ξεκάθαρα, ο λόγος του απλός, οι ιδέες στιλβωμένες με ευφράδεια στους στίχους, κάπου κάπου ο λυρισμός ξέχειλος κεντάει μια γλυκιά ενορχήστρωση στο χαρακτικό της ποίησης του βιβλίου αυτού, με αναπτύγματα επιθυμίας, αίσθησης, όρασης, ειλικρίνειας και πάνω από όλα ευκρίνειας.

«Αγριολούλουδα
Μύρισα την προσμονή
Στους κάλυκές σας.»

(σελ. 53, «ΑΓΡΙΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ»)

Τριζοβολάει σίγουρα μέλλον η ποίηση του Σταύρου Μπουρδάκη. Ο ίδιος έχει ασφαλώς να δώσει πολλά μέσα από το κατοίκημα της της έμπνευσης του. Ας είναι εύκρατο και γενναιόδωρο το λογοτεχνικό του μονοπάτι και ας τον αποθέσει τελικά στα ξέφωτα των ποιητών που στέκουν σηματωροί στους αιώνες.