Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020



3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ  
ΝΙΚΟΛΑ ΜΙΤΖΑΛΗ
διδάκτορα Αρχιτεκτονικής
ΜΕ ΤΙΤΛΟΥΣ
"ΝΥΧΤΩΔΙΑ", "ΝΑ ΄ΡΘΕΙΣ" και 
"ΓΙΑ ΜΑΣ"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ







Ο Νικόλας Μιτζάλης γεννήθηκε τις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην Πάτρα. Είναι διδάκτορας αρχιτεκτονικής και αδέκαρος συγγραφέας. Έχει υπάρξει άνεργος, ερευνητής, συμβασιούχος, ημιαπασχολούμενος, εκτιμητής, μεταφραστής, διδάσκοντας, επιμελητής ενθέτου. Δεν προσπαθεί να γίνει ποιητής αλλά απλά να απολαύσει τις αγωνίες του.


Νικόλας Μιτζάλης



Νυχτωδία                    

Πόσο δύσκολο είναι να ισιώσεις το σώμα
και να διασχίσεις την πλατεία
να φέρεις τούμπα τα προγνωστικά
και να βρεις την περπατησιά σου έξω απ’ τους ανθρώπους
Ναι
απέναντι απ’ την Ασφάλεια
ο ουρανός πόσο δύσκολο να ‘ναι χαρωπός
και συ να σούρνεις τα αίματά σου
γελαστά
χωρίς εισαγωγικά
με κατεβασμένα χέρια
γεμάτο το δεξί
και στο αριστερό να κρέμεται η περόνη


********


Να ‘ρθεις

Να ‘ρθεις οπωσδήποτε να με δεις
Με κείνο το κατάμαυρο φόρεμα
Και με κείνο το βλέμμα το βαθύ
Να σου φτιάσω καφέ αχνιστό
Και συ να  μου δώσεις το χέρι σου κοιτώντας μακριά
Ραγισμένα
Η θάλασσα θα ‘χει πάλι μαΐστρο 
Κι εγώ θα κοιτάζω την παρειά σου
και τις καμπύλες των μαλλιών σου
Να ‘ρθεις οπωσδήποτε
με την άγρια, θλιβερή χαρά σου
και με τις εξαρνήσεις σου
Να σου φτιάσω το κέφι
με το σκοτάδι
Και συ κατάχρυση να φύγεις και πάλι



 ********




Για μας                        

Για μας
Οι ξυραφιές, τις ξεσκέπαστες μέρες είναι απότομες
όπως οι στάσεις στην παλαιά Κοκκινιά
βαθιές όπως τα αναπάντεχα από το τηλέφωνο
τραγικές όπως τα πρωινά των αναχωρήσεων
και το τελευταίο Καρέλια στο άδειο δωμάτιο
Για μας
Όλα χαμένα
Για μας
Οι ανάσες, τις εποχές των σαπισμένων κερασιών είναι απελπισμένες
όπως οι τεντωμένες χορδές στα καταγώγια
μοχθηρές όπως τα μηνύματά σου
μαγικές όπως το χαμόγελό σου το μισό
και το τελευταίο δολοφονικό σου χάδι
Για μας
Όλα χαμένα
Για μας
Μόνο η θάλασσα η σκοτεινή



Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

Ένα κειμενο 
του 
ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΙΑΡΟΥ
από τη Μελβούρνη
με τίτλο
"Δωμάτιο με θέα..."
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

XΡΗΣΤΟΣ ΝΙΑΡΟΣ

Ο Χρηστος Νιαρος ασχολείται επαγγελματικά, με το χωρο των ταξιδιών και των εισητηριων ενώ για πολλα χρονια, ταξιδεύει στο χωρο της γραφης. Εχει ασχοληθεί  παράλληλα, με την επαγγελματική του πορεία και με το τύπο και την ραδιοφωνία στη Μελβουρνη, μόνιμος κάτοικος, στην δεύτερη πατρίδα πια , εδώ και δεκαετίες. Κειμενα  του βρίσκονται στο διαδίκτυο ,στη Ελλάδα , στη Γερμανία, στο Καναδά και σε περιοδικά εφημεριδες. 


 ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΑΡΟΣ

Δωμάτιο με θέα...

>> Καθε μέρα υφαίνει τις στιγμές, τις φιλτράρει, απο το χτες στο σήμερα, στο τωρα, στη ανάγκη της ψηλάφησης και επαναπροσδιορισμού. Κύμα το κύμα δηλαδή ο αργαλειός αντέχει, υφαίνει,δημιουργεί κλωστή τη κλωστή.
>>>> Ο χρονος του παρόντος, στην ανάγκη του τωρα.
>>>> Στους κυματισμούς του Διαδικτύου, να κολυμπάς με προσοχή.
>>>> Εχει πολλα ναυάγια, πολλές μνήμες,πολλές σιωπες, πολλούς βράχους,πολλα καθαρά νερά,πολλα ρεύματα,πολλές ικεσίες,πολλές σκιές,πολλα μελτέμια.
>>>> Βέβαια κανένα κύμα, δεν μοιάζει με το προηγούμενο, ουτε με το επόμενο.
>>>> Εχουν ομως πολλές ρυτίδες οι κυματισμοι,και τα προσωπεία των ονομάτων τους, ουτε καν ταυτίζονται με σεντόνια μεσημεριού, ουτε καν πλησιάζουν τα παιδικά παιγνίδια της άμμου.
>>>> Οι δε, διαχειριστες τους, εκτροχιάζονται, ρίχνοντας άγκυρες και δίχτυα, χωρίς αιδώ, χωρίς ιθακες,χωρίς την ανάγκη κουβέντας, πρόσωπο με πρόσωπο.
>>>> Γινονται άγονες γραμμές, χωρίς καν ουτε να νιώθουν την αλμυρα, ουτε τον ήλιο, ουτε την στεριά, ουτε τα χρώματα, ουτε τα μυρμηρισματα των τραγουδιών και των ψιθύρων.
>>>> Στους κυματισμούς αυτούς, χωρίς την αίσθηση να πατωνεις, που ισορροπείς, απλα χάνεσαι , και η αίσθηση της σημαδούρας , γινεται δώρο άδωρο κάποιες φορές.
>>> Εστω και ενα μικρό μπλε δωμάτιο των ματιών ,ειναι μια απόχρωση κατάστασης και εσωτερικής μελενιας ομορφιάς,και που ο χρονος δεν κατάφερε να αλλάξει. Όλοι θεατές και ηθοποιοί , παρόντες και απουσιαζοντες,καθρέφτες κοντινοί και μακρινοί, θαυμαστικά και ερωτηματικά,στο τέλος της παράστασης. Και καθε σελίδα βιβλίο που συνεχώς γράφεται,νυχτοημερα.
>>> Και καθε σελίδα διαδικτυακού πελάγους, γινεται Άπειρος ωκεανός.
>>>> Ειναι μια αλλη κοινωνία, αυτή η θαλασσα του Διαδικτύου, γιατι απλα θελει πολυ κουράγιο, και αναπνοές, να περπατάς η να κολυμπάς στη στεριά η εστω και ξεβραζεις στη ακτή.
>>>> Η θαλασσα σου ,αυτή που περνάει διπλα σου,που σε οδηγεί, που σε διαβάζει, σου δείχνει και την πόρτα και το παράθυρο και την ομπρέλα και την αλμυρα και τη γευση και την παρέα.
>>>> Ειναι και αντοχή και καταφύγιο και διαδρομή.
>>>> Όπου εχει πέτρες και φύκια, τα αποφεύγεις.
>>>> Όπου υπάρχουν δίχτυα το ίδιο.
>>>> Κύμα το κύμα,οι στιγμές, αλιεύουν και μπαρκάρουν την αλφαβήτα.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020



Ένα κειμενο της

Μαρία Α. Μίτλεττον

με τίτλο 

"Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;"

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Η Μαρία Α. Μίτλεττον γεννήθηκε στην Κύπρο και σπούδασε κλασική φιλολογία, φιλοσοφία και αρχαίο ελληνικό δράμα. Εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Γυναικών Λόγος» και τα θεατρικά «Ἡ τοῦ Σωκράτους δίκη ἐν θεάτρῳ» (σε συνεργασία με τη Χρίστια Μίτλεττον) και «Το πλοίο».



Μαρία Α. Μίτλεττον 

Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;


«Μπροστά στο φοβερό κίνδυνο που διατρέχουμε —για την υγεία, την καλή διαβίωση και τον πολιτισμό— πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε τη φοβερή επίθεση, να εξοντώσουμε το μίασμα και ν’ απαλλάξουμε τον τόπο από την απειλή! Στον αγώνα αυτόν θα μετρηθεί η συμβολή εκάστου και θα αποκαλυφθούν οι αδιάφοροι. Πρέπει να εξοντώσουμε τις μύγες!
… «Ν’ αρχίσει η διανομή», πρόσταξε μ’ ένα νεύμα ο ελεγκτής. Ξεκίνησε ο πρώτος. Έπρεπε να περάσει μπροστά από αυτόν. «Τις μύγες σου», ζήτησε ο βοηθός. «Ποιες μύγες;» «Αυτές που έπρεπε να πιάσεις». «Δεν έχω». «Το ξέχασες, δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες; Λέγε»… Ένας από τα καλόπαιδα, τους ζητωκραυγαστές, από τους φανερούς κράχτες, είχε μαζέψει δεκαοχτώ. «Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!»
 (Α. Φραγκιάς, Λοιμός)



  «Κυρά Μαριγώ, κυρά Μαριγώ», τη φώναζε η Σάντρα, η γειτόνισσα. Ήταν νεαρότερη, κοντινή και μακρινή, κλειδαμπαρωμένη κι ετούτη στον τόπο της εξορίας και του εγκλεισμού, το κολλημένο πάνω της σπίτι της συνοικίας που είχε μπει σε καραντίνα με τον νέο λοιμό. Μόνο που η Σάντρα δεν ήταν μόνη. Μπροστά στον υπολογιστή της, έκανε τηλεδιασκέψεις με τους συνεργάτες της. Άκουγε κι η Μαριγώ τις φωνές τους. Ήξερε πια τη χροιά του καθενός. Αν βαρυκοιμήθηκε τη νύχτα κι αν έπληξε μέσα στο σπίτι όπου τιτίβιζαν πολλοί, καθείς με τις αξιώσεις του και τις παραξενιές του.
  Όλοι τούτοι οι ξένοι της Σάντρας, που τους χώριζαν χιλιόμετρα κι ένας τοίχος, της θύμιζαν την αλλοτινή ζωή της. Τότε που είχε πόδια κι έβγαινε από το σπίτι. Τότε που τιτίβιζε. Τότε που καθάριζε με το βρεγμένο σφουγγαρόπανο όλο τούτο το δίπατο μοναχή της. Βέβαια τότε είχε άλλη γειτόνισσα. Τη Φωτεινή. Η Φωτεινή χάθηκε μια μέρα, ένα καλοκαίρι, όταν χάθηκε ο άντρας της, και δεν την είδε ποτέ κανείς. Έφυγε μέσα σ’ ένα μυγολόι κακοσήμαδο κι αποπνικτικό. Κάθε που καλοκαίριαζε, τέτοιες μέρες, η Μαριγώ επέμενε να τη μνημονεύει. Φέτος έμεινε ανήμπορη. Πώς, με τι να τη μνημονέψει; Δεν είχε τίποτε, μόνο το ανελέητο μυγολόι του καλοκαιριού και της Σάντρας.
  Η Σάντρα ήταν θορυβώδης. Ιδιαίτερα σε τούτη την πανδημία που έκλεισε τον κόσμο μέσα. Πάλευε με τις επαφές της, όλο την άκουγε στο τηλέφωνο, στις συνεδρίες, ήξερε απ’ έξω την καθημερινότητά της. Μια καθημερινότητα που δεν ήξερε πριν, αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς δεν την περιελάμβανε ποτέ. Της θύμιζε τη ζωή της. Πριν και τώρα. Πριν στο Ποζιτάνο, τώρα εδώ, στο δίπατο που του τρίζουν τα πατώματα που άλλοτε γυάλιζε με το σφουγγαρόπανο. Η Σάντρα ήταν, λοιπόν, ο βασανιστής της. Χωρίς να το επιδιώκει. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται.
  «Κυρά Μαριγώ, κυρά Μαριγώ», άκουσε πάλι τη φωνή της.
«Είναι δυνατόν να φωνάζει εμένα; Μπορεί να φωνάζει εμένα; Να με ξέρει; Να ξέρει τ’ όνομά μου; Μπορεί να με ακούσει; Κι αν μου συνέβαινε, ας πούμε, κάτι, τώρα που είμαι εδώ μέσα μοναχή μου; Αν πέθαινα; Αν ήτανε η Φωτεινή, θα ήσανε αλλιώς τα πράματα. Θα ’βγαινε ανεμπόδιστη η φωνή από το λαρύγγι μου. Θα της έλεγα «Φωτεινή, μωρέ Φωτεινή, τρέχα». Εκείνη θα ξεκίναγε σαν το χελιδόνι. Θα σήκωνε το χαλάκι της ξώπορτας, θα ’πιανε το δεύτερο κλειδί, θα το ’βαζε στην εσοχή, θ’ άνοιγε και θα ’τρεχε κοντά μου».
Τώρα έκανε σκέψεις με τη Σάντρα. Τι θα έκανε, ας πούμε, η Σάντρα, αν πέθαινε; Θα πάσχιζε αυτή να βγάλει φωνή από το λαρύγγι της την ώρα που η άλλη θα μιλούσε στους συνεργάτες της που θα βούιζαν σαν ζωηρό σμάρι από μύγες. Κι εκεί, εκεί που η Μαριγώ θα πνιγόταν δίχως να βγαίνει η φωνή από το λαρύγγι της, η Σάντρα θα έδινε ίσως οδηγίες για μυγοσχέδια, μυγοδιασκέψεις ή μυγόσουπα. «Αχ», θα σκεφτόταν η Μαριγώ, «κανείς δε θα με προλάβει!» Θα έπεφτε στα πλακάκια της κουζίνας με τη μυγοσκοτώστρα του Γιώργη, μοναδική της συντροφιά τόσον καιρό.
 Ύστερα, έχοντας μόλις φύγει από το σώμα της, θα την έβλεπε να μπαίνει στο δίπατο σπίτι της μαζί μ’ εκείνους με τις άσπρες ρόμπες. Θα φορούσε κι εκείνη άσπρη ρόμπα. «Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;» θα ρώταγε η Σάντρα, σκύβοντας από πάνω της. «Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!» Γιατί θα έβλεπε τα βαζάκια τα γεμάτα ίσαμε πάνω με μύγες. Μύγες που η Μαριγώ μάζευε εδώ και μήνες, για να ξορκίσει το κακό και τον χρόνο. Από τότε που χάθηκε κι η Φωτεινή, κι ύστερα κάποιοι είπαν ότι τη βρήκαν μ’ ένα μυγολόι πάνω στο άψυχο σώμα της, η Μαριγώ μάζευε μύγες. Η μυγοσκοτώστρα του Γιώργη κρεμόταν πάντα σ’ ένα καρφί πίσω απ' την ξώπορτα, για να διώχνει το μίασμα μακριά. Τις έβαζε σε βαζάκια και παρατηρούσε πώς άλλαζαν χρώμα με την πρόοδο του φυσικού φωτός και της μέρας. Ύστερα με την ανώφελη πάροδο των ημερών. Τις έβαζε σε βαζάκια που έκλεινε αεροστεγώς φυλακίζοντας έτσι και την πιθανότητα ενός θανάτου μες στην αλλοφροσύνη και τη μοναξιά.
  «Γνωρίζατε ότι υπήρχε δεύτερο κλειδί;»
«Πού να το γνωρίζω, άνθρωπέ μου;»
«Ακούσατε ή υποψιαστήκατε κάτι τις τελευταίες μέρες;»
«Και τι είμαι εγώ για να ακούω τους γείτονες; Ήμουν απορροφημένη στη ζωή μου».
«Τι γνωρίζατε επιτέλους για τη γειτόνισσα;»
Τι να γνώριζε για κείνην η Σάντρα; Ότι ίσως ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ότι ίσως κυκλοφορούσε με λουλουδένιες, πολυκαιρισμένες ρόμπες και πότιζε με κόπο τα λουλούδια του παραθύρου της… Πού να ξέρει για τη ζωή της στο Ποζιτάνο με την οικογένεια και τον άντρα της, για τη φιλία των υστερινών της με τη Φωτεινή, σαν απέμεινε μονάχη, για τα λιγοστά φαγώσιμα, για την ανημπόρια της, για τις μύγες από κείνο το καλοκαίρι που χάθηκε η Φωτεινή  μέχρι και τούτο το καλοκαίρι της επίσημης εξορίας, για τους πεθαμένους της και τους βασανιστές της; Ιδιαίτερα για τις μύγες κανείς δεν ήξερε. «Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;» θα τη ρωτούσε ίσως κι ο δικαστής χωρίς πρόσωπο στο δικαστήριο τ’ ουρανού. «Πόσο φόβο και πόση μοναξιά μάζεψες σήμερα; Πόσες αναμνήσεις έκλεισες στο βαζάκι, για να μη βουΐζουν ανεξέλεγκτα και να μην εξαπλώσουν εγκληματικά τη νόσο;»
  «Κυρά Μαριγώ, κυρά Μαριγώ»… Είναι αυτή. Από το παράθυρο. Η Σάντρα. Ξέρει πως η φωνή της είναι κακαριστή και πως μοιάζει με ντάμα της τράπουλας.
«Κυρά Μαριγώ, ελάτε, έχω κολοκυθόσπορους για ζυμωτό ψωμί και φασκόμηλο για τσάι. Θα ερχόμουν εγώ, όμως έχω σύσκεψη με τους συνεργάτες μου σε λίγα λεπτά. Μπορείτε να σας τα δώσω από το παράθυρο;»
Η Μαριγώ συνειδητοποιεί ότι η ντάμα απευθύνεται σ’ εκείνη. Βάζει ένα παλιό, μεταξωτό μαντίλι στο πρόσωπο και σέρνει με κόπο το κορμί της στο παράθυρο. Στο ένα της χέρι πιάνει ξανά τη μυγοσκοτώστρα του Γιώργη. Δεν ξέρεις καμιά φορά… Η ντάμα έχει ήδη βγάλει τον μισό κορμό της από το παράθυρο κι έχει τεντώσει τους μακριούς της βραχίονες, που ’ναι σαν ποίημα γλυπτικής.
«Να, πάρτε. Πρέπει σε τέτοιες συνθήκες να μοιραζόμαστε».
Η Μαριγώ ευχαριστιέται για μια στιγμή, κάνει να τεντωθεί, να πιάσει τους κολοκυθόσπορους, θα τους βάλει, σκέφτεται, στο μνημόσυνο του Γιώργη, της Φωτεινής, των πεθαμένων της. Θα κάμει η ίδια μόνη της την τελετή στα λίγα τετραγωνικά του εγκλεισμού της. Θα τους πει με την αδύνατη φωνή της ποζιτάνικα τραγούδια. Στο τέλος θα συρθεί ως το παράθυρο και θα πετάξει τα «κόλλυβα» στον αέρα σταυρώνοντάς τα τρεις φορές. Κάνει να πιάσει τους κολοκυθόσπορους. Για το φασκόμηλο δεν την ενδιαφέρει. Τεντώνεται. Η χούφτα της θα ενωθεί σε λίγα δευτερόλεπτα κι εκατοστά με τη χούφτα της άλλης. Θα είναι η πρώτη τους επαφή.  «Λίγο ακόμα, κυρά Μαριγώ». Είναι νέα, υγιής. Τεντώνεται. Κι η άλλη τεντώνεται. Ο κορμός της ακούγεται σαν σκουριασμένος μεντεσές. «Λίγο ακόμα...».
  Ύστερα ακούγεται εκείνος ο απαίσιος ήχος, η Σάντρα βγάζει μια κραυγή και κλείνει με την ανοιγμένη χούφτα της το στόμα της. Ο αέρας γεμίζει κολοκυθόσπορους για τον Γιώργη, τη Φωτεινή, τους πεθαμένους. Κολοκυθόσπορους για τα μνημόσυνα της οδού Προμαχώνα της εποχής της εξορίας. Κολοκυθόσπορους και μύγες. Μύγες που δραπετεύουν από τα βαζάκια, για να δείξει η Μαριγώ στους βασανιστές της και τον δικαστή χωρίς πρόσωπο στο δικαστήριο τ’ ουρανού. Μύγες που ενοχλούν τις τηλεδιασκέψεις όσων ακόμα έχουν κάποιους να μιλήσουν. Μύγες που μεγαλώνουν τη βρομιά του αέρα και της γης τούτη την αβάσταχτη εποχή του άλλου λοιμού.


Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020


ΔΕΛΤΙΟ ΤYΠΟΥ


ΝΤΟΝΑΛ ΡΑΪΑΝ

"Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΥ ΓΥΡΝΑΕΙ"




Οι Παράξενες Μέρες παρουσιάζουν με υπερηφάνεια το πρώτο βιβλίο της σειράς Παράξενες Μέρες στην Ευρώπη. Ανήκει σε μια σειρά οκτώ συνολικά βιβλίων από τα οποία τα πέντε ανήκουν σε συγγραφείς διαφορετικών χωρών (Ιρλανδία, Δανία, Ισπανία, Γαλλία και Αλβανία) και τρία βιβλία από τις παράξενες μέρες που θα μεταφραστούν στα ισπανικά. Το πρόγραμμα αυτό συγχρηματοδοτείται από την πλατφόρμα «Δημιουργική Ευρώπη», της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό λοιπόν το πρόγραμμα στο οποίο εντάχθηκαν οι παράξενες μέρες το 2019 (μοναδικός εκδοτικός από την Ελλάδα) ήταν η αιτία που προσφέρουμε τώρα στο αναγνωστικό κοινό της χώρας μας κάποια εξαιρετικά βιβλία που αλλιώς δεν θα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει. Πρώτο –χρονικά- ανάμεσα σε αυτά, «Η καρδιά που γυρνάει», του Ιρλανδού συγγραφέα Ντόναλ Ράιαν είναι ένα βιβλίο βραβευμένο, μεταξύ άλλων, με το Λογοτεχνικό Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κανένα βιβλίο δεν το επιλέξαμε τυχαία. Σε κάθε ένα από αυτά πιστεύουμε  ότι θα βρείτε ένα κομμάτι της δικής σας «καρδιάς». Είναι ένα αφήγημα από αυτά που σφραγίζουν την εποχή τους. Το συγκεκριμένο απορρίφθηκε από 47 εκδοτικούς –που το «φοβήθηκαν» (προφανώς γιατί ήταν πολύ αληθινό για τα δικά τους μέτρα ) για να βρει το δρόμο του στη συνέχεια και να σαρώσει τα βραβεία και τις διακρίσεις στη χώρα του και σε όλη την Ευρώπη. Είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο, από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα των ημερών μας και είναι ταυτόχρονα ένα «δικό μας» βιβλίο. Αυτό θα το διαπιστώσετε πολύ εύκολα όταν θα απορροφηθείτε από το διάβασμα και θα γνωρίσετε τους ανθρώπους που μιλούν μέσα στις σελίδες του. Διαβάστε ένα από εκείνα τα ξεχωριστά βιβλία, που, όπως σημειώνει κάποια κριτική «τα θυμάσαι για πάντα».

 «Αυτό που είναι τόσο ξεχωριστό στο μυθιστόρημα του Ράιαν είναι ότι δίνει φωνή στις βαθύτερες σιωπές. Οι μαρτυρίες των χαρακτήρων του είναι πλούσιες και αληθινές – αστείες και οδυνηρές, οικείες και ταυτόχρονα ξεχωριστές – και δεν μπορούμε παρά να τις ακούσουμε».
Justine Jordan, The Guardian

«Ο Ράιαν γράφει με συμπόνια, ειλικρίνεια και ένα γοητευτικά ανεπαίσθητο χιούμορ… φέρνει στο νου το «Καθώς Ψυχορραγώ» του Ουίλιαμ Φώκνερ».
Daphne Kalotay, The New York Times

«Η καρδιά που γυρνάει, το πρώτο μυθιστόρημα του Ντόναλ Ράιαν είναι ένας θρίαμβος, ένα βιβλίο που αποτυπώνει την εικόνα της σύγχρονης Ιρλανδίας  στα χρόνια της οικονομικής ύφεσης  μέσα από ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών φωνών».
Irish Book Review

Κι έτσι μείναμε σιωπηλοί, οι περισσότεροι. Για όλες τις κραυγές της διαμαρτυρίας μας και την έντονη θλίψη και τη βίαιη αντίθεση στα καθεστώτα που μας είχαν καταστρέψει, δεν υπήρχαν πραγματικά πολλά να ειπωθούν. Τι θα μπορούσαμε να πούμε; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε; Μας πέταξαν ξαφνικά σε έναν κακοτράχαλο δρόμο και το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε, αν μπορούσαμε, ήταν να σηκωθούμε και να περπατήσουμε. Και αυτό έκαναν οι «απλοί» άνθρωποι της Ελλάδας και της Ιρλανδίας και κάθε άλλου πληγωμένου τόπου. Γνωρίζαμε ότι καμία εταιρεία ή κυβέρνηση ή τράπεζα δεν πρόκειται να μας σώσει και έτσι σηκωθήκαμε και περπατήσαμε, δουλέψαμε, και οι περισσότεροι από εμάς καταφέραμε να επιβιώσουμε και να θυμηθούμε ξανά το πιο πολύτιμο μάθημα της ζωής: ότι η οικογένεια και η φιλία και η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι πάνω απ’ όλα, ότι η αγάπη είναι ο μόνος αληθινός πλούτος.
   Η καρδιά αυτού του βιβλίου είναι ένας πληγωμένος άνθρωπος και η ψυχή αυτού του βιβλίου είναι ένας γάμος. Νιώθω μεγάλη υπερηφάνεια που μεταφράστηκε το βιβλίο μου στα ελληνικά. Η σύζυγός μου και εγώ περάσαμε το μήνα του μέλιτος στην Κρήτη το 2007 και ήταν η καλύτερη στιγμή της ζωής μας. Γνωρίσαμε το τεράστιο και ανεξάντλητο πνεύμα και τη γενναιοδωρία των Ελλήνων, το υπέροχο χιούμορ και τον καλό και ευγενικό τους χαρακτήρα. Ευχαριστώ τις Παράξενες Μέρες και τον Γρηγόρη Παπαδογιάννη που έδωσαν την ευκαιρία στο έργο μου να διαβαστεί στη μητρική γλώσσα του λίκνου του πολιτισμού και ευχαριστώ κι εσένα, αναγνώστη, που κρατάς αυτό το βιβλίο στα χέρια σου.

(από την εισαγωγή του συγγραφέα, ειδικά για την ελληνική έκδοση)

Ο Ντόναλ Ράιαν γεννήθηκε το 1976 σε μια μικρή πόλη της επαρχίας του Τιπερέρι. Σπούδασε Νομικά και εργάστηκε για πολλά χρόνια ως δημόσιος υπάλληλος στην υπηρεσία για τα δικαιώματα των εργαζομένων, μέχρι το 2014, όταν αποφάσισε να αφοσιωθεί στο γράψιμο, έπειτα από την επιτυχία που είχε το βιβλίο «Η καρδιά που γυρνάει». Το έγραψε τα βράδια του καλοκαιριού του 2010 και έλαβε συνολικά 47 απορρίψεις μέχρι να βρει εκδοτικό οίκο. Το μυθιστόρημα πήρε το βραβείο του Βιβλίου της Χρονιάς στα Irish Book Awards (ταυτόχρονα με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα), το 2012, την επόμενη χρονιά ήταν στη μικρή λίστα του Man Booker Prize, ενώ πήρε και το βραβείο  του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα της χρονιάς από την εφημερίδα Guardian. Το 2015 τιμήθηκε με το Λογοτεχνικό βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2016 το βιβλίο ανακηρύχτηκε ως το καλύτερο ιρλανδέζικο βιβλίο της δεκαετίας στο Dublin Book Festival. Το 2019 το μυθιστόρημά του «From a Low and Quiet Sea» ήταν στη μικρή λίστα των Irish Book Awards και των Costa Book Awards και στην μακρά λίστα του Booker Prize. Ζει στην επαρχία του Λίμερικ με τη σύζυγο και τα δύο του παιδιά.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ/ Ντόναλ Ράιαν / ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ /strangeland /ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ/ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γρηγόρης Παπαδογιάννης/ ΕΞΩΦΥΛΛΟ / Αντριάνα Μίνου / ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ/ Κωστής Μαλουσάρης/  ΣΕΙΡΑ:  Παράξενες Μέρες στην Ευρώπη -1 /ΕΚΤΥΠΩΣΗ: Preprint /ISBN : 978-618-5278-37-3/ ΣΕΛΙΔΕΣ 154/ ΤΙΜΗ 10 ευρώ

Η έκδοση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση του προγράμματος της Creative Europe – Δημιουργική Ευρώπη (Literary Translation Projects/2019) της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020


Ένα κειμενο 
του 
ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΙΑΡΟΥ
από τη Μελβούρνη
με τίτλο
"ΓΡΑΦΕΣ, ΑΝΑΣΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




Ο Χρηστος Νιαρος ασχολείται επαγγελματικά, με το χωρο των ταξιδιών και των εισητηριων ενώ για πολλα χρονια, ταξιδεύει στο χωρο της γραφης. Εχει ασχοληθεί  παράλληλα, με την επαγγελματική του πορεία και με το τύπο και την ραδιοφωνία στη Μελβουρνη, μόνιμος κάτοικος, στην δεύτερη πατρίδα πια , εδώ και δεκαετίες. Κειμενα  του βρίσκονται στο διαδίκτυο ,στη Ελλάδα , στη Γερμανία, στο Καναδά και σε περιοδικά εφημεριδες. 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΑΡΟΣ

 Γραφές , ανασες και άλλες αποστάσεις


>>> Απο ποια πλευρά μιλάς,
>>> Απο την μεριά της λήθης , απο την μεριά του λάθους , απο την μεριά της λογικής;
>>> Δεν το γνωρίζω.
>>> Εικάζω.
>>> Φαντάζομαι.
>>> Στο τέλος ο λογαριασμός τα περιέχει ολα.
>>> Με τις ανάλογες δοσολογίες.
>>> Μνήμης παρόντος μέλλοντος.
>>> Απο οποία γωνία και πλευρά να δεις τα γεγονότα και την πορεία της φαντασίας,η αλήθεια, ειναι σχετική. Διαπίστωση χωρίς αινίγματα και καιρού υπόσταση.
>>> Ακριβή μου υποκειμενικότητα.
>>> Παλεύεις την αντικειμενικότητα.
>>> Καθρέφτες, που μιλούν, σιωπούν, και ταξιδεύουν.
>>> Γιαυτο ,απο ποια πλευρά μιλάς, απο ποια πλευρά ακούς, συνομιλας, συν υπάρχεις;

>>>
>>>
>>>
>>> Ο χρονος του χωριού, αργοσυρτος.
>>> Στην πλατεία  του τα απογεύματα, συναντιούνται , στην βόλτα , μικροί μεγάλοι, ξεχασμένοι,μακρινοί.
>>> Κάτω απο τα πλατάνια,οι κουβέντες, βηματιζουν το χρόνο.
>>>
>>>
>>> Στο μπαλκονάκι, το ξεφύλλισμα του χρόνου, συναντά το βασιλικό ,το δυόσμο,το Θυμάρι.
>>> Η μυρουδια τους εισιτήριο ταυτότητας γεύσης και αφής. Συνυπάρχουμε, μεσα απο την ατμόσφαιρα των μυρωδικών και των αρωμάτων.
>>> Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού και η μυρουδια κουβαλάει μια μορφή σαγηνης, νηνεμίας και έξαψης. Ειναι μια συνέχεια, σε περίοδο αντοχών. Βάλσαμο αποδημιτικο, εποχιακό.
>>
>> Τα χρώματα και ο χρονος. Τα δυο χι. Κάπου ενώνονται, συναντιούνται, με ευωδία χτυπων, αρκεί να μυρίζει το χώμα που περπάτησες , αρκεί να στράγγιξε ο ουρανός σιωπες. Λεπτομέρειες με αίσθηση απο το πρωί μεχρι το δειλινό. Κάπου εκεί υπάρχει το χτες, το σήμερα και η σταγόνα του αυριο. Μια καινούργια μυρουδια. Ακόμη και ο χτύπος στο ρολόι του τοίχου, ακολουθεί τις ρίζες των λουλουδιών. Χρονος αποδημιτικος, εποχιακός, υποχρεωτικός, καταναλωτικός, άχρονος. Οπως και να βαφτιστεί, δεν ξεφεύγει. Αναρριχάται, σέρνεται, ακουμπάει την διπλανή και την παραπέρα ευωδία. Αχ αυτα τα σύνορα, τα όρια, τα ελεύθερα, τα ατίθασα, τα γνωστά, τα άπιαστα, τα απόρθητα, τα άγνωστα χι. Όσο τα πλησιαζεις, ζώντας και απουσιάζοντας,αυθόρμητα και συνειρμικά, ξεφεύγουν. Λεπτομέρειες ευγένειας τοπίου και τόπου. Κάπου νυχτώνει κάπου ξημερώνει. Και ξανά πάλι.  Τα χρώματα και ο χρονος, δηλώνουν την ύπαρξη τους. Αβίαστα ,άδολα, αφηρημένα , συγκεκριμένα.
>
>>>
> Ο ψίθυρος του πρωινού, σερβίρεται με καφέ. Περιέχει την ταχεία της νύχτας, γευση μελενιων ονείρων και ανάγκης ετοιμασίας ωραρίου. Απο ολα. Φιλι στο λαιμό. Χωρίς όριο εποχης. Και χωρίς απόσταση.


Μελβουρνη 2020 

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Vae Victis

«Αλίμονο στους Ηττημένους»




Τίτλος:  Vae Victis «Αλίμονο στους Ηττημένους»

Συγγραφέας: Σταύρος Σιδεράς
Εκδόσεις: ΓΕΡΜΑΝΟΣ
Αρ. Σελ.:  320
ISBN: 978-618-5389-13-0





Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ το νέο μυθιστόρημα του Σταύρου Σιδερά με τίτλο «Vae Victis – Αλίμονο στους Ηττημένους».
Πρόλογος
Το 1974 δεν αφέντευε ο ορθός λόγος. Αφέντευε η παραφροσύνη. Τα γκέμια του κόσμου δεν τα κρατούσε ο Θεός, αλλά ο Τράγος του Μέντες. Ο Ασμοδαίος Άρχοντας του σκότους. Το τέρας αυτό εξουσίαζε το Σύμπαν...
Ναι! Ο Διάολος έκοβε κι έραβε...   
Σήμερα μπορώ και κουμαντάρω τις πράξεις μου. Γέρασα! Έτσι και σακιάσω τα εβδομήντα χρόνια που κουβαλώ στους ώμους μου και τα βάλω στο ζύγι, το βάρος θα ξεπεράσει τις εκατό οκάδες. Δυσβάσταχτο το φορτίο. Με δυσκολία σέρνω τα πόδια μου. Το βλέμμα μου σκοτείνιασε κι αυτό. Απεγνωσμένα ψαχουλεύω να βρω το αρκοσόλιο που σκάλισε η Αίσα· να ακουμπήσω την τέφρα της ψυχής μου στον μαρμάρινο αψιδωτό τάφο. Να λευτερωθώ από σάρκες και κόκαλα. Λεύτερος να φτεροκοπήσω πέρα από τον γαλαξία της Ανδρομέδας, μήπως και συναπαντήσω τον Θεό!
Έχουμε τόσα να πούμε οι δυο μας...


«Ο Σταύρος Σιδεράς έχει τη θεία δωρεά. Είναι γεννημένος ποιητής. Η πεζογραφία του είναι κι αυτή μια ποιητική δημιουργία. Η ευμέλειά του, η αρμονία του λόγου του είναι χαρακτηριστική. Έχει ζωηρή φαντασία, δύναμη περιγραφής, αληθοφάνεια, θαυμαστή επίνοια. Κατέχει τον τρόπο να κρατεί ακοίμητο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει αίσθηση της ιστορικής στιγμής. Εκφράζει την ψυχή του κυπριακού λαού ανεβασμένη στην περιωπή μιας θαυμαστής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δείχνει πόσο ζωντανή είναι η εθνική ψυχή και πόσο αδιάσπαστη η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.
Αυτά τα στοιχεία τα συναντούμε και στο ανά χείρας νέο έργο του “Vae Victis, Αλίμονο στους Ηττημένους”. Και, μάλιστα, εντονότερα. Γιατί εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μυθιστορηματική αφήγηση, όσο κι αν κι εκείνη βασιζόταν εν πολλοίς σε πραγματικά γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μια αναφορά του συγγραφέα στηριζόμενη σε έντονες βιωματικές καταστάσεις που τον σημάδεψαν για όλη του τη ζωή και για μια de profundis εξομολόγηση μύχιων σκέψεων – συχνά και μεταφυσικών - που απέρρευσαν από γεγονότα στα οποία είχε και ο ίδιος προσωπική εμπλοκή.»
Ομότιμος Καθηγητής Ιάκωβος Φαρσεδάκης
Αθήνα, Δεκέμβριος 2019

Βιογραφικό
Ο Σταύρος Σιδεράς είναι βραβευμένος τραγουδιστής και συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος, λιμπρετίστας, συνθέτης, θεατρικός σκηνοθέτης και παραγωγός.
Στα τριάντα τόσα χρόνια που υπηρετεί το χώρο των γραμμάτων, της τέχνης και του θεάματος, ο διεθνώς καταξιωμένος Κύπριος καλλιτέχνης κατάφερε να κερδίσει την εκτίμηση του κόσμου με το πολυσύνθετο ταλέντο του και τις ευφάνταστες θεατρικές του παραγωγές. Δίκαια θεωρείται πως είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς, βαθυστόχαστους και ταλαντούχους καλλιτέχνες της Κύπρου.
Παράλληλα με τις πολύμορφες και πολυδιάστατες καλλιτεχνικές του επιδιώξεις ο Σταύρος Σιδεράς δούλεψε ως δημοσιογράφος στο «Sigma TV». Το πρωτοποριακό του show «Persona & Persona non Grata» άφησε εποχή, με αποκορύφωμα τη συνέντευξη που πήρε από τον κατοχικό Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτας.
Το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα που έγραψε ο Σταύρος Σιδεράς φέρει τον τίτλο «Poets Never Die». Το ίδιο βιβλίο κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ και φέρει τον τίτλο «Οι ποιητές δεν πεθαίνουν ποτέ». Η ελληνική έκδοση απέσπασε διεθνές βραβείο «καλύτερου βιβλίου του 2017».
Το 2019, ως ένδειξη επιβράβευσης και αναγνώρισης της πολύτιμης και πολυετούς συμβολής του στον χώρο των γραμμάτων, των τεχνών και του θεάματος, το Alexander College αναγόρευσε τον Σταύρο Σιδερά σε Επίτιμο καθηγητή.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2020


Δύο ποιήματα του 
Κωνσταντίνου Τζίμα
με τίτλους 
"ΓΕΦΥΡΑ" και  "ΓΑΜΟΣ"
που περιλαμβάνονται στην ποιητική του συλλογή του που μας έστειλε με τίτλο
"ΡΙΖΑ"
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 
Captainbook





Κωνσταντίνος Τζίμας

Ο Κωνσταντίνος Τζίμας γεννιέται στις 30 Ιουλίου 1985 στην Λαμία Φθιώτιδος. Γιος ξυλουργού και φαρμακοποιού, ζει πάντα με το ένα πόδι στην εξοχή και με το άλλο στις πόλεις, από τις οποίες αντλεί την έμπνευσή του. Το 2011 αποφοιτά από το τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΤΕΙ Πατρών. Παράλληλα σπουδάζει κλασική μουσική. Το 2013 αναχωρεί για το Ηνωμένο Βασίλειο. Ζει αρχικά στο Μπρίστολ και εν συνεχεία στο Μπέρμιγχαμ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας μέχρι και την ενηλικίωσή του γράφει ποίηση. Αυτό που ξεκίνησε σαν ερωτοτροπία πήρε τη μορφή της πρώτης ποιητικής του συλλογής το 2017. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής ποιημάτων «Ρίζα» γράφτηκε και ολοκληρώθηκε «στα ξένα», έχει βαθιές ελληνικές καταβολές. Επικεντρώνεται στις θεμελιώδεις αξίες της Ζωής που παραμελούμε, στην ουσιώδη εσωτερική έκφραση, στην αλήθεια, στο φιλότιμο, στα ένστικτα, στην ισορροπία, στην έκρηξη, στην ορμή για Ζωή...Επίσης κάνει 
μεταπτυχιακές σπουδές πανω στην δημιουργική γραφή (ΕΑΠ) που είναι σε εξέλιξη,  έχει επαγγελματική  ενασχόληση με την μουσική καθώς και γινεται  μετάφραση του βιβλίου στα Αγγλικά, Ισπανικά και ο ίδιος συνεργάζεται με το πανεπιστήμιο του Μεξικό UAEmex


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΙΜΑΣ


ΓΕΦΥΡΑ 

Βοσκάω στις ιστορίες. 
Φωνή που επιμένει ακόμα 
ακένωτη πηγή λόγου 
μπολιάζει στα τωρινά τα περασμένα. 
Λόγος αργός, ζωντανός 
αγκαλιάζει την αλήθεια 
με το βαθύ αίσθημα του ονείρου. 
Και κάτω από τη σκέπη των φωτονίων 
η μεταλλαγή του ονείρου 
σε ύλη αληθινή.


************

ΓΑΜΟΣ 

Πόρτες ανοιγοκλείνουν 
σαν ανάσες παλλόμενων πνευμόνων. 
Όμορφα 
ρητορικά λουλούδια 
διαποτισμένα με 
παγερή αισθηματική δροσιά 
αλλάζουν χέρια. 
Βλέμματα παρωχημένα 
διεσταλμένα
νόρμες, καθολικό λογικό
αντανακλάσεις προσωπικών ενστίκτων. 
Άραγε έξω από το χρόνο 
τι θα ήμαστε…

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020


Ένα ποίημα του 
ΠΕΤΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΕΛΟΥΔΑ
με τίτλο
"Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΕΛΟΥΔΑΣ



ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΕΛΟΥΔΑΣ-Καθηγητής ιστορικός του πολιτισμού, μέλος της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων λογοτεχνών, αντιπρόεδρος του συλλόγου οι φίλοι του λαογραφικού μουσείου Αγρινίου,συγγραφέας , βραβευμένος ποιητής,
ερασιτέχνης ηθοποιός


ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΕΛΟΥΔΑΣ

΄΄Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ΄΄ 

Με όπλο στα χέρια ένα δρεπάνι 
περιφέρεται νύχτα και μέρα 
από πόλη σε πόλη, από πόρτα σε πόρτα 
με το έτσι θέλω 
κλέβει ανθρώπινες ζωές… 
Φρικιαστική η όψη του 
ενά δαιμονικό πανδημίας 
τέρας που φορά ένα κατάμαυρο 
πέπλο για να ταιριάζει στο 
σκοτεινό του βλέμμα. 
Στήνει ανθρώπινες παγίδες 
παντού όπου συναθροίζεται 
η ανθρώπινη χαρά αυτός 
με το δρεπάνι του σπέρνει 
τον θάνατο και σμιλεύει 
τον πανικό. 
Για λίγους μήνες 
οι πόλεις ερήμωσαν 
γυμνές κραυγές 
δίχως αντίλαλους 
σε νεκρά μέρη 
σε μαραμένα 
πάρκα , τοπίο 
θλιμμένου φεγγαριού 
στις ανθρώπινες πληγές. 
Όμως δεν υπάρχει μόνο 
ο τρόμος έρχονται λευκοντυμένοι 
γιατροί,νοσηλευτές με γεμάτη τη 
φαρετρα της υγείας βέλη κομβικά 
που προσδοκούν να αφανίσουν 
τον κορωνοιό παντοτινά. 
Μονομαχούν σε χώρους νοσηλείας 
αποκρούουν του ματωμένου δρεπανιού 
το φαρμακερο θανατικού μίσος 
υπάρχουν τραυματίες ίσως και καμποσοι 
νεκροι ένας πόλεμος με υπουλό εχθρό 
του πόνου γητευτή. 
Οι ήρωες αγωνιστές ιππότες 
της υγείας στοχεύουν στου ιού 
την καρδία τον ζαλίζουν έστω και 
μια φορα,δεν καταθέτουνε τα όπλα 
ουτε και εμείς οι θνητοί στο τέλος 
η ανθρώπινη η φύση θα επικρατήσει 
και ο ιός στην ανυπαρξία διαλυμένος 
θα εξολοθρευθεί!.-

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2020

Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ»
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΩΓΕΙΑΤΗ
εκδόσεις ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ


Γράφει η Χρυσοβαλάντου Τσιρώνη (Βάλη Τσιρώνη)
Υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
εισαγγελέας (νομικός)-λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας (υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRIZE FOR LITERATURE
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο ΑΜΑΖΟΝΙΑ
Διεθνές Λογοτεχνικό Βρβαείο Yasnaya Polyana Τολστόι
Αριστείο Ακαδημίας Αθηνών
Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας Ισραήλ
Βραβείο Κουλτούρας Υπουργείου Πολιτισμού
Βραβείο Διονυσίου Σολωμού (για τους πρωτοεμφανιζόμενους στη λογοτεχνία)
Χρυσό Μετάλλιο Δήμου Αθηναίου για τη συνεισφορά της στα Ελληνικά Γράμματα
διευθύντρια του διεθνούς λογοτεχνικού περιοδικού NOVELTY WAVE (που εκδιδόταν από την ΟΥΝΕΣΚΟ στο Παρίσι) εως το 2012.
από το 1993 μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού Ελλάδος (μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Συγγραφέων και Δημοσιογράφων Τουρισμού)




Ο Γιώργος Ανωγειάτης, ψευδώνυμο του Γιώργου Νικολόπουλου, γεννήθηκε στα Ανώγεια της Σπάρτης το 1957. Σπούδασε δημοσιογραφία. Από το 1997 ζει στη Σπάρτη και αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο. Από τις εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη έχουν εκδοθεί 10 βιβλία του, (2 μυθιστορήματα, 4 συλλογές διηγημάτων και 4 ποιητικές).\



Στις 52 σελίδες αυτού του βιβλίου του Γιώργου Ανωγειάτη, ξεδιπλώνονται ποιήματα που περιτριγυρίζουν αδυσώπητα την επιθυμία, τη διάθεση, την κλίση της ψυχής του δημιουργού τους. Ποιήματα που χτίζονται από συναισθήματα ορμητικά και άλλα που ρέουν σιγαλά, με ενδοκρινή λυρισμό.


«Οι καιροί απαιτούν
γυαλιά τυφλών και ωτοασπίδες.
Οι ώμοι γείρανε από το βαρύ φορτίο
τα χέρια κάηκαν στο φως.
Καιρός τα δώρα να επιστρέψω.
Ω, άτακτο παιδί του Μορφέα
μη χτίζεις ύβρεις στο μυαλό μου.
Δεν δύναμαι γυμνός να περπατώ
κι όταν απέναντι περάσω
από τις πλάτες μου δεν θα ξεφορτωθούν!»

(από το ποίημα «ΟΝΕΙΡΟ», σελ.14)


Η αλήθεια είναι πως τα ποιήματα αυτά είναι συντακτικά κεντρομόλα ποιήματα, με εμφανή ευαισθησία και λυρισμό που όμως πνέει δύσκαμπτα εντός τους από μια αγωνία να περιγραφεί στην εντέλεια το συναίσθημα που βιώνει ο δημιουργούς τους και να προσληφθεί δίχως αντιφάσεις από τον αναγνώστη του.

Ποιήματα που διαπνέονται από έντονο προσωπικό άισθημα όπως εκείνο  με τίτλο «ΕΡΩΤΙΚΟ»

«ΕΡΩΤΙΚΟ

Άσε με να ρουφήξω τα μάτια σου
να πυρποληθώ από την ανάσα σου
να δροσιστώ από τον ιδρώτα του κορμιού σου
να μεταγγίσω τον πόθο μου εντός σου
να φυτέψω ένα λουλούδι στην καρδιά σου
να τυφλωθώ από το μοναδικό σου φως
κι ας καεί η ψυχή μου
ως θυμίαμα ενώπιών σου!»

(Σελ.27)


Η φράση βέβαια «ως θυμίαμα ενώπιών σου» που αποτελεί τον τελευταίο στίχο του ποιήματος, είναι παρμένη από τους Ψαλμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας:


 Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σουέπαρσις των χειρών μου, θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. 140.2).”


Προσωπικά μου λείπει έστω μια μικρή αναφορά του δημιουργού ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΩΓΕΙΑΤΗ σε αυτό, διότι το δάνειο είναι φανερό και ο ψαλμός εξαιρετικά γνωστός ώστε να περάσει απαρατήρητος μέσα στο ποίημα ως έμπνευση αυθεντική του δημιουργού. Όπως και για παράδειγμα :


«Πιστεύω στον άνθρωπο
Φως εκ φωτός πλασθέντα
Και στο μαρτυρικό του ταξίδι
Αμήν!»

(Γ.Ανωγειάτης, "ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΊΑ" σελ.12)


«Πιστεύω εις έναν Θεόν
φως εκ φωτόςΘεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού»

(ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας και
Ιωαν α:9,η:12 – Α΄Ιωαν α:5 – Α΄Τιμ ς:16 ],)


Και η αλήθεια είναι πως δεν έχει ανάγκη από τέτοια δάνεια ο ποιητής Γιώργος Ανωγειάτης, διότι φαίνεται να διαθέτει την υψιπετή φαντασία της αυθεντικής ποιητικής δημιουργίας.


Ο ποιητικός τρόπος του Γιώργου Ανωγειάτη διαθέτει άμεση μεταδοτικότητα, λιτότητα, κατά τρόπο σταθερό στα ποιήματα του βιβλίου του αυτού. 

Τα θέματα του ποικίλουν από πολύ προσωπικά και ερωτικά έως πιο σφαιρικά που άπτονται θεμάτων πιο οικουμενικών.

Το φάρδος της διάρκειάς τους θα το δείξει ο καιρός.