Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

H ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΚΑΡΙΜΠΑ


της Βάλη Τσιρώνη
(ιατρός-λογοτέχνης)



«Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους

τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ' αστέρια,

τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους

δίχως χέρια!»

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)



Αναρωτιέται ο Γιάννης Σκαρίμπας, για να δώσει ο ίδιος στον αμέσως πιο κάτω στροφή του ίδιου ποιήματος του την απάντηση:


“Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει

ριγηλή σάν μέσ' σέ όνειρο – και τ' όμμα

ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη

καί τό στόμα.

Τ' ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,

ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –

απ' τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα 

τά όνειρά μου; . . .»


Κι έτσι θα είναι η γυναίκα του Σκαρίμπα. Η γυναίκα μες την ποίησή του δηλαδή. Ονειρική και άυλη. Άκοφτη από πραγματικότητα. Αναφλεγόμενη στην όραση της ψυχής του και ιδωμένη με τα μέσα μάτια του ονείρου του.. Απλωμένη στο σεντόνι των προσδοκιών και των φόβων του. Να αποσφραγίζει όλα τα πάθη σε στίχους και να τη στολίζει εκείνος όχι με ακριβά πετράδια, αλλά με ορισμούς και στίχους. Να τη μακιγιάρει με σελίδες και σελίδες ποιημάτων. Να τη νιώθει και να την αφηγείται.

Εξαφάνισε τα ορατά περιθώριά του γυναικείου προσδιορισμού σε σχήματα άυλα, ονειρικά και τμηματικά γήινα που ακροπατούν στο οξύ πλάτωμα των πραγμάτων και των καταστάσεων σαν εντός και ταυτόχρονα εκτός του καθημερινού βίου.

Η γυναίκα είναι προσωπική, ευρισκόμενη σαν αντωνυμία, σπάνια ως όνομα, γενική ως ιδέα, που ορίζει τον ίδιο τον Σκαρίμπα προσωπικά πνευματικά.

«Ω, κυρά μου-Άγγελε Συ»

θα γράψει στο ποίημα του «ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ» από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ

«ωραία και ιερή λες έσερνε αγγελικές φτερούγες και επερπάτει»

Διαβάζουμε στο ποίημα ΤΑΜΑΡΑ δημοσιευμένο στο περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΣ (Μάρτιος-Ιούνης 1997, τεύχος 44)

Η γυναίκα στην ποίηση του Γιάννη Σκαρίμπα, δεν έχει συγκεκριμένα όρια, έχει χαρακτηριστικά, αλλά εκείνα εκεί δα τα χαρακτηριστικά που προσέχει και βλέπει ο ίδιος ο Σκαρίμπας κάποτε και που συνιστούν την αρχή της ερωτικής πρόκλησης-πρόσκλησης. Ένα πόδι, ένα καπέλο, «η μαργιολιά των χειλιών της» όπως θα γράψει στο «Βατερλό 2 γελοίων». Ο ίσκιος της, που νιώθει να ακολουθεί τα δικά του βήματα «μα έβλεπα διπλά τα βήματά μου/ πάταγα εγώ στραβός μες τα νερά, κι εσύ κοντά μου», από το ποίημα ΟΥΛΑΛΟΥΜ.

Ζει μια ζωή μέσα σε αποσπάσματα ψυχής, χωρίς να έχει δική της φωνή, δεν τη συναντούμε δηλαδή να μιλάει εκείνη ή να συνομιλεί με τον ποιητή, περισσότερο σαν αίσθηση που εκείνος αντιλαμβάνεται και που παρίσταται στο χώρο, ανεμίζοντας νόηση. Εκείνος όμως είναι σίγουρος. Επικαλείται την ύπαρξή της με αντωνυμίας «το καπέλο σου, των χεριών σου» κλπ. Της αναγνωρίζει δηλαδή το θηλυκό χαρακτηριστικό της και την ακονίζει σαν παρουσία, απευθύνοντάς της και καταλογίζοντάς της ενέργειες προσώπου

«Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·

κίνησα να σε βρω/…/

Μα σκόνταφτες»


Η γυναίκα είναι η φαντασία για το Σκαρίμπα και ταυτόχρονα η φαντασία είναι η γυναίκα, με τα μεδούλια της οπλισμένα στο όρθιο θεωρείο του εαυτού του. Είναι εκείνο το «μαζί μαζί πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη» κι έτσι γράφει το ποίημα:


ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.
Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .


Είναι λοιπόν όπως είπαμε εκείνο το «μαζί» που τον κάνει να σκέφτεται διπλά, να λέει «να μας σπρώχνει» κι όχι «να σπρώχνεσαι», να επενεργούν όλα τα στοιχεία της φύσεως ακόμη, επάνω σε αυτό το διπλό, τον εαυτό του και τη γυναίκα τη γυναίκα ως ύπαρξη που δεν προσδιορίζεται αλλά που την αντιλαμβάνονται ακόμη και τα στοιχεία της φύσεως «κι αυτός ο ΄άνεμος τρελά να μας σκουντάει» όπως διαβάσαμε στο παραπάνω ποίημα.
Ακόμη κι η κορδέλα από το καπέλο της που κυματίζει «κορδέλα φαντεζί!» θα γράψει.

Σπάνια περιγράφονται λεπτομερή σωματικά χαρακτηριστικά της γυναίκας στο έργο του Σκαρίμπα., διότι αυτό ακριβώς δεν ήταν η γυναίκα για εκείνον! Αντίθετα, ήταν το αέρινο προσκλητήριο της επιθυμίας που ενέπνεε το στοχασμό και έδινε ορμή στην κινητική λειτουργία της ποίησής του.

Όλες οι γυναίκες στο έργο του Σκαρίμπα, διαφέρουν μεταξύ τους, καθεμιά έχει το ζωτικό ενδιαίτημα ενός εαυτού πρωτότυπου με ίδιες ψυχικές κινήσεις που πρωταγωνιστεί στο κάθε ποίημα.

Πάντα εγγαστρίμυθη η θηλυκή ύπαρξη στο έργο του Σκαρίμπα, ακολουθεί σχεδόν πάντα ότι κάνει ο ίδιος, ακόμη και στην απουσία της .


«μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή

κι εσύ με μένα.»

Γράφει στο ποίημα ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

Η επίκληση της , οδεύει σε εξαίσια βάραθρα ιδεών και τρεκλίζει ανάμεσα στα ιδιόμελα μηνίγγια του Σκαρίμπα, οράσεις του αθέατου. Είναι η φασαριόζικη εμπνεύστρια του κειμένου του που κοπτοράβει της αισθήσεις και τις αγωνίες, περιέχοντας την αγωνία της μοναξιάς του

 «Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;

κι εσύ κοντά μου . . .» 

διαβάζουμε και πάλι στο ποίημα ΟΥΛΑΛΟΥΜ.

Ακόμη και την πόλη, τη Χαλκίδα, ο Σκαρίμπας την προσωποποιούσε σε γυναίκα. Ήταν η γυναίκα που τον περιείχε. Και την περιείχε και εκείνος. Ιδανική για να  περιέχει όλες τις άλλες γυναίκες των στίχων και των ονείρων του. Για να γεννηθούν ιδανικές κι εκείνες σε στίχους αξιωματικά νοητικούς, ευρύχωρες, να χωρούν όλη τη φαντασία και το λυγμό της ψυχής του, ν’  απλώνονται νοητικά στις απορίες του και κυρίως απλές που ασχολούνται με την αίσθηση, το πυρίμαχο συναπάντημα των σκιρτημάτων του.


«Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .»


η Βάλη Τσιρώνη κατά τη διάρκεια της ομιλίας της

για το Γιάννη Σκαρίμπα στο Δημοτικό Θέατρο Παπαδημητρίου στη Χαλκίδα
την Τετάρτη στις 9 Μάρτη 2016

 που διοργάνωσε ο Δήμος Χαλκιδαίων και ο Σύλλογος Φίλων Γιάννη Σκαρίμπα