Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Κριτική προσέγγιση

Στην ποιητική συλλογή «Μονόλογος Γυναίκας»

 της Μίκα Μαυρογιάννη

εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ





Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Ιατρός-λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
 







Λέω κάποτε πως καμμιά φορά θα εξεγερθούν τα ποιήματα, θα βγουν από τις σελίδες και ευδιάθετα θα διεκδικήσουν την κόκκινη στριγγλιά του στήθους των δημιουργών τους, για να κατοικήσουν την ύπαρξη που τα γράφει και να γράψουν ίσως κι εκείνα με τη σειρά τους το γδυμένο μπλε των νοημάτων της.

Κάπως έτσι ένοιωσα διαβάζοντας τα ποιηματα που περιέχονται στις περίπου 55 σελίδες του νέου ποιητικού της βιβλίου «Μονόλογος Γυναίκας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα, τον Ιούνη, από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ σε μια πολύ προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση.

Tα ποιήματα που περιέχει αυτή η ποιητική συλλογή, αλείφονται δίχως γλωσσικούς ακροβατισμούς στα φασκιωμένα υψίπεδα της μέσα μας ύπαρξης, παραθερίζοντας άπλετα φως στα δώματα των συναισθημάτων και των αισθήσεων μας, με τη λαβίδα όλων των εκδοχών της θαυμαστικά υπέροχης πράξης του προσιτού. Του προσιτού νοήματος, 

του προσιτού συναισθήματος, του κυβιστικά δυνατού ευπροσήγορου πνευμονιού εκείνων που δίνουν νόημα στη ζωή, μέσα απότ ο κοιταγμα της ψυχης μιας γυναίκας. Όχι μόνο της ποιητριας που γράφει είναι γυναίκα και γράφει αυτό το βιβλίο, αλλά της γυνα΄κας που παραδίνεται κα΄θε φορά στους στίχους του με τη χειραψία της λογικής και των ματιών της και στο λάσο της στιγμής υπογραμμίζει το λήμμα της ύπαρξης της ανάμεσα στις σελίδες της ποιητικής αυτής συλλογής.

«Μάτια μου σας παρακαλώ
Να πείτε μια ιστορία
Από καρδιάς σας προκαλώ
Δώστε μια ερμηνεία

Ανοιξτε το συρτάρι σας
Κάντε βουτιά στο βάθος
Αρχίστε το σαφάρι σας
Και πείτε όλο το λάθος…»
(σελ. 40, από το ποίημα «ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ»)

Το έχω ξαναπεί, ή μάλλον το έχω γράψει και πάλι για να είμαστε ακριβείς, σε ένα σύντομο λίγων γραμμών σημείωμά μου που η ποιήτρια και ο εκδότης συμπεριέλαβαν στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αυτού, πως η ποιητική συλλογή αυτή της Μίκα Μαυρογιάννη περιέχει ποιήματα που μοιάζουν με συνθέσεις για μελοποίηση. Και είναι αλήθεια. Ορθώνονται τα ποιηματα της ποιητικής συλλογής αυτής, εύπλαστα, στην απλωμένη πιρουέτα του ρυθμού τους, ξαφνιάζοντας με την περιφραγμένη σιλουέτα της εσωτερικής του δυναμης και δυναμικής. Και αφηγούνται ζωές… Περασμένες στη σχεδία του κόσμου. Ζωές μιας γυναίκας και όλων των γυναικών ταυτόχρονα, αρκουδίζοντας το βατήρα της ελπίδας για το ωραίο, το προσιτό, το ευανάγνωστο της ζωής, ακόμη και μές από την μεταχειρισμένη κονκάρδα εκείνου που κάποτε λειτουργεί ανατρεπτικά σχετικά με τις προσδοκίες μας στη ζωή.

«Αθεάτα κι αθόρυβα μας πνίγει η αδιαφορία
Λες κι η αγάπη μάτια μου είναι κοσμογραφία
Μιλώ για εκείνο το αίσθημα που έχουμε ξεχάσει
Για κάτι φλόγες αστεριών μαζί που είχαμε ανάψει»
(σελ.48, από το ποίημα «ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΔΕΡΝΕΤΑΙ»)

Κι όμως, είναι εκείνα τα παρατημένα ρούχα των στιγμών, που ρελιάζουν το σημεωμάταριο των τολμημάτων στο ζύγισμα των επιμονών και κανακεύουν την ύπαρξη στο ζύγισμα των επιμονών και της ελπίδας που κουβαλά ο έρωτας σαν συναίσθημα λειτουργικό των ονείρων και της ψυχικής ανάτασης

«Έρωτα ηλιόχρυσε και φεγγαροντυμένε
Του χωροχρόνου αέναε, αρχοντογεννημένε.
Έρωτα σιδερόφρακτε, ιππότη θωρακισμένε
Η σπάθη σου Δαμόκλειος στον όρκο, τιμημένε.

{…}

Φωλιάζεις μέσα στα στήθη, πόθο για να βυζάξεις
Αποταμίευση για τα στεερνά, κειμήλιο να φυλάξεις
Γιατί το αγριοστάφυλο στο αμπέλι που φυτρώνει
Στις πρωινές σταλαγματιές… νοτίζει και ριζώνει»

(σελ.52-53, από το ποίημα «ΥΠΕΡΓΗΙΝΟΣ»)



Έτσι αυτό το βιβλίο , μεταμορφώνεται σε φυλακτό, εκταμιεύοντας όλα εκείνα που ίσως κάθε γυναίκα από την εποχή της πρώτης επάνω στη γη, θέλει να εκφράσει αλλά που κρατάει κλειδωμένα τα λουριά της έσω ζωής της και είναι λες και έρχεται ετούτη η ποιητική συλλογή να το στροβιλίσει στη στολισμένη πετούγια του λόγου και τανύζοντας τη φυλαγμένη λέμφο της ποίησης, να σοβατίσει το πιθάρι της μνήμης, της προσδοκίας, της ελπίδας, της εξομολόγησης, της σιωπής της γυναίκας, της κάθε γυναίκας, που βασανίζεται, ερωτεύεται, πενθεί, θυμάται, σκέφτεται, μονολογεί με τον εαυτό της ή με τον αναγνώστη και τέλος τελετουργικά αυθαίρετα, λυτρώνεται καταυγάζοντας ύπαρξη.

Η ποίητρια καταφέρνει κάτι πολύτιμο εδώ Καταφερνει να ξεφυγει από το λουμπάγκο του μονότονου και να ορθωθεί στο διηνεκές και το αιώνιο μέσα από θέματα ανθρώπινα ευαισθητα.
Και δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

«Στρωνεις στο διάβα μου χρυσό να ‘χω βήμα…»
(σελ.18, από το ποίημα«ΣΤΕΙΛΕ ΜΟΥ ΝΟΤΕΣ ΑΠΌ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΒΡΟΧΗΣ»)

Εμείς να της ευχηθούμε να
«ομορφοπετά κόντρα σε πλαγιές»

Καθώς γράφει κι η ίδια στο ποίημά της «ΜΟΥ ΛΕΣ ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ, ΔΕΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΝΕ», ΣΕΛ. 26.

Να ομορφοπετά λοιπόν ,κόντρα σε όποιου είδους πλαγιές, προς τις απάτητες κορφές των άπλετων δυνατοτήτων του πνευματος και της πένας της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου