Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ένα ποίημα της Μαρία Α. Μίτλεττον, που λάβαμε, με τίτλο "Επτά κι ανήμερα Αντίνοε", δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Μαρία Α. Μίτλεττον

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τόπος γέννησης: Πάφος, Κύπρος
Μόρφωση: Αποφοίτηση από το Λύκειο Α΄ Εθνάρχη Μακαρίου Γ΄ Πάφου 
                     Πήρε πτυχίο Κλασικών Σπουδών με ειδίκευση στη Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου.
                     Έκανε μεταπτυχιακό με θέμα τις Κλασικές Σπουδές (Αρχαίο Δράμα) στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, UK.
Εργασία: Από το 2007 εργάζεται ως Φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Κύπρο.
Εκδόσεις: Ποιητική συλλογή «Γυναικών Λόγος, Το παράπονο της σφαγμένης ιέρειας», Κύπρος 2016


Επτά κι ανήμερα, Αντίνοε
(Ό,τι πιο καλό μέσα μου)

Οι μέρες μας είναι μετρημένες, Αντίνοε,
ίσως κι οι χρόνοι.
Αντιπροσωπεύεις μια ρευστή εποχή
και στο τέλος θα σε ρίξουν στη θάλασσα.
Οι μέρες μας είναι μετρημένες, Αντίνοε.
Πόσο όμορφα μυρίζουν τα σεντόνια!
Οι μέρες μας είναι μετρημένες,
γι’ αυτό το νόστιμον εκείνον ήμαρ,
γι’ αυτό το τελευταίο κομμάτι της δαντέλας μου
είναι δικό σου.


Από τότε που έφυγες,
μαγειρεύω πάντα κουκιά.
Μαύρα κουκιά
μες στη χρυσή γαβάθα.
Θαρρείς το σύμπαν πλάστηκε από κουκιά.
Και τα μάτια μου τα τυλίγω με γάζες,
να μην φαίνονται τ’ αναδεμένα ποτάμια τους,
η λάσπη κι οι κοίτες τους.
Από τότε που έφυγες,
τραγουδώ πάντα βραχνά
με τη φωνή των άοντων σμήνων.
Και τις μνήμες τους δεν τις κλαίω ποτέ
μήπως κάποτε καταφέρουν να στεγνώσουν.
Γυρίζω χέρσα στα φευγά βουνά
και ζουρλισμένη.
Μέχρι κι οι ιερείς
από τότε που έφυγες,
με είπαν Στειράνθη.


Το βέλος του Οδυσσέα
τρύπησε πρώτα εσένα,
Αντίνοε.
Ίσως γι’ αυτό
μέσα στα όνειρά μου
βλέπω το κεφάλι σου
ωσάν του Ιωάννου του Βαπτιστού
να αιωρείται
μέσα σε κλαδιά από δάφνη.
Έρχεσαι στις μύτες των ποδιών
με το στέρνο καρφωμένο
και χωρίς φωνή.
Ένας βαθύς λαρυγγισμός
και ένας ρόγχος φρικαλέος
με ξυπνά όταν χαράζει
για να μου πει
«ποτέ, ποτέ δεν γίνηκε η μνηστηροφονία».


Αντίνοε,
θα πνιγόμουν ευχαρίστως στα νερά του Νείλου
ή και της Στυγός,
αν ήξερα πως έτσι
θα παρέτεινα τη ζωή σου
και πως δεν θα’ μενες στη μνήμη μου
σαν στιλβωμένο, βουβό άγαλμα
τις εποχές που λιώνουν μες στα δάχτυλά μου.
Αντίνοε,
θα έσπαζα όλους τους πάγους,
θα έσπαζα όλα τ’ αγάλματα,
αν ήξερα πως έτσι
θα γινόσουν Νείλος,
αν ήξερα πως έτσι
θα ‘ πιναν κα πάλι οι φτωχοί κι οι αταξίδευτοι,
τα καραβάνια των πουλιών
κι οι Αργοναύτες.


Πού καιρός για δαυλούς και για δόρατα,
πού καιρός για καπνούς
και για αγκαλιές ασύνορες,
Αντίνοε!
Πού καιρός για την εποχή σου!
Ως και της Τροίας έσκαψαν  το ανοιχτό χαντάκι
που έχασκε
κι έπεφταν μέσα σμήνη των παιδιών
και οι ακάταρτες οι βάρκες,
ως και της Τροίας ξεράθηκε
το λάλον ύδωρ,
ως και της Τροίας έραψαν το στόμα της
να μην μιλεί
κι εγίνη ένας σκέτος αριθμός
κι εγίνη τρία.


Γι’ αυτό σου λέω, Αντίνοε,
μόνο ένας τρόπος είναι
ν’ ανατρέψεις τούτο τον χειμώνα:
να βρεις εκείνη την παλιά θεά
με τη λουλουδισμένη μπούρκα της
σαν θα τινάζει τις κουβέρτες με την πανοπλία
στων ταρατσών τις άχρωμες αντένες
και τους ιπτάμενους τους δίσκους.
Θα παρατήσει τη μπουγάδα και, να δεις,
μόλις σε δει θα καταλάβει
τα μακρινά μου δάκρυα και τ’ άσαρκα
εν έτει 2000 τόσο,
θα καταλάβει πόθεν έρχεσαι,
από ποιαν άλλη λεγεώνα.
Από τις τσέπες της θα βγάλει τότε πεφταστέρια
και χρυσά φλουριά
και θα σου δώσει
για να φαν τα λιμασμένα βρέφη,
οι πόλεις οι δεκαεπτά που έσπειραν με θειάφι και καπνό.
Και θα δροσίσει τα καμιόνια με τα εκρηκτικά,
άκουσον! Θα δροσίσει τα καμιόνια με τα εκρηκτικά
και θα σου δώσει κι ένα σπόρο στην καρδιά
ένα μαβή μεγάλο σπόρο στην καρδιά
για να μου φέρεις.
Γι’ αυτό σου λέω
πως δεν είναι ώρα για ευχές.
Μόνο ένας τρόπος είναι, Αντίνοε,
να ανατρέψεις.

Αντίνοε,
απαγόρευσαν, λέει, τον απόπλου
λόγω σφοδρών ανέμων
και δεν μπορείς να πας στην Τροία.
Να’ ταν να στήναμε λοιπόν ένα τραπέζι,
να τρώγαμε, να πίναμε,
να πετούσαμε τους φανούς μας στη θάλασσα
και τους πέτρινους φάρους
να μη βλέπουν τα πλοία
για να’ ρθουν,
να μη βλέπουν οι στρατιώτες
για να φύγουν
και να ξεμείνουν με τα κράνη,
τα δοχεία της σπονδής στο τώρα.
Αντίνοε,
βαστώ ούτως η άλλως με τα δόντια τη σχεδία σου
όσο αναδεύεσαι στα κλαρωτά φουστάνια μιας Φατμέ.
Πόσο καλή όμως η μέρα τούτη Αντίνοε!
Η μέρα που δεν φεύγεις
και οι θεοί αναγκάζονται
να επωάσουν τα βουνά
κι οι φάροι κείτονται στη θάλασσα.
Απαγόρευσαν, λέει, τον απόπλου
λόγω σφοδρών ανέμων.
Και δεν θα πας ποτέ, ποτέ,
ποτέ στην Τροία.


Μαρία Α. Μίτλεττον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου