Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017


Τέσσερα ποιήματα της Μαρία Ιωάννου, δημοσιευμένα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Η  Μαρία Ιωάννου, γεννήθηκε μια Τρίτη χαράματα, Δεκέμβρη του 1968, σ’ ένα χωριό κοντά στη Λευκωσία.
Το 1974, με την τουρκική εισβολή, τη φιλοξένησε το χωριό της μάνας της το Μοσφίλι, που δεν το έχει ο χάρτης, ένα χωριουδάκι ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα.
Το 1981, εκεί που αρχίζει να ριζώνω ο άνεμος τη μεταφέρει ξανά, στη Λευκωσία τούτη τη φορά.
Το 1986 τη βρίσκει με μια βαλίτσα πάλι στο χέρι στην Αθήνα για σπουδές στη Φιλοσοφική.
Το 1992 επιστροφή στην Κύπρο. Η ζωή της αλλάζει εντελώς το 1995 με τον ερχομό της κόρης της  Ιφιγένειας.
Τα θρανία την καλούν και πάλι το 2003 στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Στη συνέχεια,  μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία.
Εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο, Αύριο λοιπόν...το 2016 και αρχές του 2017 τη δεύτερη με τίτλο, Χρωματιστό μου γκρίζο.
Το ταξίδι  συνεχίζεται με συντρόφους πάντα μια βαλίτσα, ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί.



ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΡΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

1.
Ώρα μηδέν
Μετάγγιση
Ασύμβατοι Δότες
Ευθεία γραμμή
Λευκό
Ανάγκη
Για αίμα


2



Μου αρέσει να ανεβαίνω σε λεωφορεία
Και να διαβάζω...
Ανθρώπους
Προτιμώ τα βραδινά
Τα τελευταία
Η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη
Ρυτίδες
Λευκά μαλλιά
Σκούρο δέρμα
Κουρασμένα πρόσωπα

Έβγαλα και κάρτα απεριορίστων διαδρομών

Επιλέγω μια στάση
Ανεβαίνω στο πρώτο που θα ρθεί
Τυχαία...

Προορισμό δεν έχω
Μόνο ταξίδια κάνω

Με τα βραδινά λεωφορεία

Διαβάζω
Ανθρώπους

Και φτιάχνω ιστορίες

3.
Έλα...
Ας πούμε, ένα παραμύθι

Δεν μπορώ, είπε
Αν βρέξει;
Θα βραχώ
Αν ο ήλιος είναι καυτός;
Θα καώ
Και αν κατέβουν λύκοι από το βουνό;
Και φίδια φοβερά βγουν απ'τη γη;

Θα κάτσω εδώ
Μέχρι να φύγω...

Και έπιασε μια μικρή γωνιά
Που θάρρηε πως της αναλογούσε

Και δεν την μούσκεψε καμιά βροχή
Και δεν την ζέστανε κανένας ήλιος
Ούτε τους λύκους χάιδεψε
Μα ούτε και στα φίδια άπλωσε τα χέρια

Και περνούσε ο καιρός
Χρόνο στο χρόνο
Και μάζευε και μίκραινε
Μέχρι που δεν την πρόσεχε κανείς
Και έχασε τη φωνή της
Μόνο ανάσαινε
Περνούσε κόσμος πολύς από δίπλα της
Πλήθος

Έγινε αόρατη
Και περνούσε αυτή καλά
Και οι άλλοι καλύτερα

Μέχρι που...
Κατάλαβε
Και ψήλωσε
Έφτασε στο ταβάνι
Και πιο ψηλά
Και πιο ψηλά
Και έβγαλε φωνή μεγάλη
Και σείστηκε η γης
Και έγιναν καταστροφές

Τώρα...
Ζει σ'ένα βουνό
Και την μουσκεύει η βροχή
Και την ζεσταίνει ο ήλιος
Παρέα με τα αδέλφια της
Τους λύκους
Και τα φίδια

4.

Μου φερνές δώρα χρηστικής αξίας
Γιατί τα χρήματα έπρεπε να επενδυθούν σωστά
Γιατί δεν είχαμε αρκετά
Μα όταν γέμισε το δωμάτιο, το σπίτι, η ψυχή μου  χρησιμοποιημένες πετσέτες μπάνιου, ποτήρια και πιάτα παράταιρα
Που πήρες απ'την τελευταία σου δουλειά
Δώρο για μένα
Άδειασα
Βγήκα έξω
Και έψαξα τη μυρωδιά
Του γιασεμιού
Που λαχταρούσα χρόνια