Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Δ. Μπίμη
«Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής»
Λειβαδιά 2015


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Η ποίηση κουβαλάει πάντα μέσα της κεράσματα όλων των ειδών. Κεράσματα λησμονιάς, μνήμης, σκέψης, ελπίδας… Κεράσματα δηλαδή ιδεών και συναισθημάτων που ξεβιδώνουν πολύπλευρα τις κατανοήσεις.

Έτσι, κάθε ποιητικό βιβλίο είναι ένα έναυσμα για πράξη εσωτερική. Κρατώντας και διαβάζοντας το ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Δ. Μπίμη, «Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής» παραδίδεσαι σίγουρα σε ένα γυροσκόπιο διαφοράς ποιητικής, με στίχο λυρικό και κάποτε έμμετρο ιδιόμελο που ψηλαφεί όλα τα όρια των στιγμών της αναγνωστικής διαδικασίας


«Στο κύμα κέντησες μια κόρη με μεταξωτή κλωστή
μια γοργόνα σε μια πλώρη
κι ο Χριστός στην κουπαστή…

Σάββατο στην προκυμαία κι όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί
κι ανεμίζει μια σημαία
στο κατάρτι του ληστή…

Κυριακή στα καφενεία, πρόσωπα γυμνά στο φως…
Στη σιωπή και στην ανία
θα χαθεί κι ο αδερφός….

Κι εγώ σου κρατώ το χέρι για να σ’ έχω συντροφιά
να ξυπνήσεις ένα αστέρι
να΄ναι ο κόσμος ζωγραφιά…

Κι έκοψα κι ένα λουλούδι να μερώσω τον καιρό
Να σου στείλει τα’ αγγελούδι
Του Χριστού, το τυχερό…»
…………………….

Δάκρυσε το καλοκαίρι, περιστέρι στη βροχή…
Σκόρπισε της γης τ΄ασκέρι
και πληθαίνουν οι φτωχοί…»

(σελ.43, «Κυριακή»)


Ο Γιώργος Δ. Μπίμης, επιλέγει με γλαφυρότητα τα συνδεδεμένα τροχίσματα των πλησιασμάτων στις εμφάσεις που μας δίνει. Υπολογίζει με ακρίβεια και αυτάρκεια, δίχως αντιδάνεια επηρεασμών την αντοχή στα κόκαλα των λέξεων του και με προσιτό λόγο καμωμένο από ευκρίνεια και πλαστικότητα ακουμπάει τις έγνοιες, τα παθήματα, τις περιφερόμενες άπνοιες των εποχών και των γεγονότων σε μια ευθύτητα στιχουργική κουρδισμένη στην ορχήστρα της έμπνευσής του που παιδεύει το καλέμι του λόγου του.

«Ένα φορτίο αβάσταχτης ζωής κυλά ανέμελα στον αθέριστο
Κάμπο αναζητώντας την αιώνια θάλασσα…
Μια τελική συνάντηση…. Αλς και άκμων
Ο γιος που γέννησαν οι θεοί λίγο πριν ξημερώσει ο κόσμος….»

(σελ. 104, από το ποίημα «Αλιάκμονας»)

Το βιβλίο αυτό του Γιώργου Δ. Μπίμη, είναι πένα βιβλίο χορταστικό, αφού εκτείνεται σε περίπου 118-120 σελίδες, γεγονός όχι τόσο σύνηθες για ποιητικές συλλογές, αλλά που δεικνύει μια παραγωγή ποιητική, εύκρατη που δεν διστάζει να μας την επιδώσει ο ποιητής της. 

Εδώ, δεν θα συναντήσει κανείς ρητορείες, αγορεύσεις μονάδας, ωραιοφάνειες αιτιότητας, τρεχάλες εμφάσεις. Εδώ, θα συναναπαντήσει απαρέμφατα σινιάλα τιμιότητας να σημειώνουν τη σεπτή κάσα των λογισμών του, επιδομένα γρυλίσματα ευκταίου να ανασαίνουν την ύπαρξη την εσωτερική του αναγνώστη και μια ικμάδα συλλογισμών στο υπόστεγο της φωνής του δημιουργού Γιώργου Δ. Μπίμη.

Ο ποιητής απαθανατίζει με το χνάρι της πένας του μια απιονισμένη φωνή που δεν ρητορεύει όνειρα, αλλά στερεώνει το κλαδί της αιτίας στις εντυπώσεις του εξωτερικού κόσμου ανακατεύοντας τη λοιδορία των εμμονών… Έτσι, μπορεί και κατορθώνει να επιμείνει στην ενάργεια. Και κάποτε, να αναποδογυρίσει τη στρόφιγγα των συλλογισμών του αναγνώστη του με περισσευούμενα ναύλα υπόστασης που περνάει στα μηνίγια των εκδοχών όλων των πραγμάτων.

«Οξειδωμένες συνειδήσεις διαβαίνουν με βία του κόσμου
τα χάρτινα σκαλιά
γυρεύοντας να λεηλατήσουν του ήλιου την αλήθεια…»

(σελ.55, από το ποίημα «Υπεροψία»)

Είναι αναμφίβολα μια ποίηση γνήσια, ασάλευτη στην πένα του δημιουργού της, δίχως μετασχηματισμούς. Μια ποίηση με μουσικότητα μέσα της έμφυτη στις στροφές, μια ποίηση ιδιότυπη και καλλικέλαδη.

Ο Γιώργος Δ. Μπίμης, είναι η γραφή του. Μια γραφή ίσια, που κλείνοντας το ποιητικό του βιβλίο αυτό, που είναι και η πρώτη του ποιητική συλλογή, αφήνει μια υπόσχεση για παραπέρα στον αναγνώστη του, που δεν θα είναι πια μόνος. Γιατί όπως γράφει και ο ίδιος

«Θα  ΄ρθω για να σε πάρω
 ν΄ ανοίξουμε πανιά….»

(σελ.78, από το ποίημα «Της κόλασης οι Δούλοι»)