Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στο ποιητικό βιβλίο του Τάσου Ψάρρη
«ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΝΑΥΑΓΟΥ»
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)










«Την τελευταία φορά που μιλήσαμε
το μονοπάτι μας έφτανε μέχρι το τέλος της γης
η ευωδιά της υπόσχεσης απλωνόταν ως πέρα
από τους αμμόλοφους
και τα κομματιασμένα σύννεφα»

(σελ.7, από το ποίημα «Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΕΝΟΣ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ»)


Έτσι ξεκινάει το ποιητικό αυτό βιβλίο του Τάσου Ψάρρη, με τίτλο «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΝΑΥΑΓΟΥ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ σε μια λιτή και προσιτά προσέξιμη στον αναγνώστη έκδοση, με ωραία σχήμα και γραμματοσειρά που συνομιλεί με τον αναγνώστη μόλις αγγίζει το βιβλίο, πριν καν βυθιστεί στις σκέψεις και τους στίχους του Τάσου Ψάρρη.

«Είπαμε
Αλλά τίποτα δεν θύμιζε εμάς
Και οι λέξεις έπεσαν σαν βαριές σταγόνες
Σ΄έναν δρόμο που δεν
Φωτίστηκε ούτε καν από
Τη λάμψη των ματιών μας.»

(σελ.8, από το ποίημα «ΕΙΠΑΜΕ»)


Ένα ποιητικό βιβλίο που λειτουργεί κυριολεκτικά στη διαπασών των φωνηέντων της ψυχής,  υφαίνοντας το νοηματικό έμπλαστρο όσων έγιναν και εκείνων που δεν θα γίνουν ποτέ στα τεύχη της ύπαρξης που περιέχονται στις σελίδες των στίχων του βιβλίου αυτού και που ο αναγνώστης ταυτίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου. Ταυτίζεται με πρόσημα παρουσίας που του δίνει η αποφασισμένη μοιρασιά της ικανότητας του ποιητή Τάσου Ψάρρη να κλειδώνει το λόγο του με ένα ορισμένο μειδίαμα σταθερότητας καταμεσίς της έμπνευσης που πειθαρχεί στα δικά του κυρίαρχα λεξικά ύπαρξης και λόγου. 

Και όλη αυτή η ταύτιση κρατάει ένα μέλωμα που αντιμολεί   το ομολογημένο τρικύμισμα της ψυχής σε αυτό το άνοιγμα της σύμβασης που ετοιμάζει ο τροχιοδρομημένος περίπατος της ειλικρίνειας των ποιημάτων του Τάσου Ψάρρη.


«ρουφώντας με αγωνία το σεισμό
που θα κάνει τις φλέβες μας να σείονται.
Και ύστερα θα σιγουρευτούμε
ακόμα κι αυτοί που δεν θέλουμε.»

(σελ.10, από το ποίημα «ΠΟΝΟΣ»)


Όπως χαρακτηριστικά μας λέει κι ο ίδιος με τους στίχους του.

Στο βιβλίο αυτό ο Τάσος Ψάρρης μας δίνει μια ποίηση μπουκωμένη εαυτό. Και με τούτο εννοώ μια ποίηση μεστωμένη τα εφήμερα, μια γωνιά ευκρίνειας στο υπόστρωμα των στοχασμών που διευκολύνει να αφουγκραστούμε τους ψιθύρους μας, εκείνες τις ακούσιες υποδοχές των λογισμών μας που νοσταλγούν τη γεύση  της φωνής για να χορδίσουν μια χειρονομία αναμεταξύ των σιωπών μας.

Έμπνευση γάργαρη, που βελάζει αυθεντικό, μαρτυράει το βιβλίο αυτό του Τάσου Ψάρρη, ο οποίος δεν σελώνει καμμιά ωραιότητα ή προσποίηση στο λογαριασμένο μεντεσέ των στίχων του, πέρα από το ότι τους εφοδιάζει με ψυχή και μια ηδύτητα θυμικού που αναιρεί τη βιασύνη κάθε σιγουριάς, ακόμη και εκείνης του προηγούμενου στίχου.


«Μπορεί αυτά που ξέρω στο τέλος να αλλάξουν
και να γυρίσουμε αλώβητοι πίσω
από κει απ’ όπου δεν γυρίσαμε ποτέ»

(σελ.40, από το ποίημα «ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΡΟΥ»)


Δεν καρβουνιάζονται σεντόνια κανενός κηρύγματος με οδηγίες χρήσεως αναμεταξύ αυτών των στίχων του Τάσου Ψάρρη. Υποφέρει μονάχα το υπαρκτό, στο ψαλιδισμένο μάγουλο της πραγματικότητας και αυτό είναι που έρχεται και απλώνεται εντόσθια αναμεταξύ των ποιημάτων του και περιστρέφει ερμάρια μυστικών που στεγνώνουν με ταχύτητες επείγοντος στο πήξιμο κάθε αντοχής. Καμμιά επιχωμάτωση φωνής δεν λαμβάνει χώρα εδώ. Μόνο το δισκόφρενο της ζωής με το λεβιέ του λόγου παραδίδει κάθε εξάτμιση εντύπωσης αναμεταξύ των ιδεών που ο γνήσιος τεχνίτης του λόγου Τάσος Ψάρρης καβουρντίζει στο χαρτί και στιλβώνει σε αυτό το βιβλίο του.


«Δεν σου υπόσχομαι τίποτα
Θα πρέπει πρώτα να μου αποδείξεις ότι είσαι εδώ
Κι ότι δεν έχεις
Μπει απρόσμενα στο μυαλό μου.

{…..}/

Δεν είμαι εδώ για να εκμηδενίζω τις αστραπές»

(σελ.26, από το ποίημα «ΒΓΕΣ»)


Γράφει.

Του ευχόμαστε να διακοσμεί με τα χειροκροτήματα των στίχων του το τεφλόν των αισθήσεων μας και να φισκάρει πάντα την πατίνα των αινιγμάτων εντός μας με τον ξωφτερνο πυρό των ποιημάτων του. 

Αν συνεχίσει να γράφει ποίηση, το μέλλον θα δικαιώσει οπωσδήποτε το νεύρο των βημάτων του και οι λογοτεχνικές εποχές μας θα καμαρώσουν την ανάσα ετούτου του νέου ποιητικού σπόρου ως δέντρο αειθαλές αναμεταξύ τους.

Άλλωστε όπως λεει κι ο ίδιος

«η ψυχή μας απαιτεί αιώνια
Το δικό της πλανήτη»

(σελ. 22, από το ποίημα «ΤΕΛΕΤΗ»)