Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

                                          «Λαβύρινθος Μνήμη»


      γράφει η  Νάντια Βαλαβάνη
(από την παρουσίαση της στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας, Πέμπτη 9.2.2017, όπως τη λάβαμε)

                                         


Είναι κάτι ελάχιστο παραπάνω από ένας χρόνος από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε η πρώτη ατομική ποιητική συλλογή της Κατερίνας Θανοπούλου και συζητούσαμε ήδη τότε κατευθείαν, στο τέλος της πρώτης παρουσίασης της στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη στις 9 Δεκεμβρίου 2015, για μια δεύτερη. Κι όμως φαίνεται σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα και μια μέρα μέχρι να φτάσουμε στην παρούσα εκδήλωση.
Δεν είναι μόνο ο τόσο πυκνός πολιτικά χρόνος, που ξεγελάει όλους μας.
Σ’  αυτό το διάστημα η Κατερίνα αποχαιρέτισε το σύντροφο της κι έτσι η Κατερίνα εκείνης της αλέγρας πρώτης παρουσίασης δεν είναι ακριβώς η ίδια με την Κατερίνα της δεύτερης – με όλα όσα συνεπάγεται αυτό.
Ωστόσο εγώ θα επαναλάβω εισαγωγικά τα ίδια λόγια που είχα πει τότε: Ότι σήμερα είναι πραγματικά  μια μέρα χαράς, όπως συμβαίνει πάντα όταν εκδίδεται η πρώτη ποιητική συλλογή ενός δημιουργού. Ταυτόχρονα πρέπει να ειδωθεί και σαν μια μέρα γιορτασμού μιας νίκης: Γιατί νίκη είναι η έκδοση κάθε ποιητικής συλλογής σε μια εποχή έτσι κι αλλιώς πολύ δύσκολη για την ποίηση, μια εποχή που πρακτικά δεν εκδίδει ποιήματα.

Είναι μια διπλά δύσκολη εποχή: Για τον ίδιο τον άνθρωπο ως αντικείμενο της ποίησης: Τον εργαζόμενο, το σκεπτόμενο, τον ερωτευμένο, το μαχόμενο, το νέο άνθρωπο πολύ περισσότερο. Πολύ δύσκολη ταυτόχρονα για την ποίηση και τους ποιητές, καθώς απειλεί να καταστρέψει το θεμέλιο κάθε είδους δημιουργικότητας: Την υπόσχεση, που δίνουμε εμείς οι ίδιοι πριν απ’  όλα στον εαυτό μας, ότι θα υπάρξει αύριο. Κι ότι αυτό το αύριο, αντίθετα με την ασφυκτική στενότητα του παρόντος, που πάει να πετάξει έξω απ’  τη ζωή τη συντριπτική εργαζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας, θα είναι τόσο ευρύχωρο, ώστε να τη χωράει ολόκληρη - και πριν απ’ όλους, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Μπρεχτ, θα χωράει τους «δραστήριους δυσαρεστημένους». Και βέβαια ότι θα χωράει και την τέχνη.

Η Κατερίνα έχει και μια πρόσθετη δυσκολία. Δεν ξέρω αν είναι σύμφωνη με τον τρόπο που μας ακούει να «διαβάζουμε» την ποίηση της. Η ίδια μπορεί όταν έγραφε, να σκεφτόταν εντελώς αλλιώτικα, απ’  ό,τι θα σας πω, για παράδειγμα, εγώ. Τα έργα τέχνης, όμως, ταξιδεύοντας απ’  το δημιουργό τους στο κοινό τους αποκτούν αυθύπαρκτη ζωή, ανεξάρτητη από τους γεννήτορες τους. Αυτή είναι μια απώλεια που βιώνει ο δημιουργός ως τίμημα για τ΄ ότι μοιράζεται κάτι τόσο προσωπικό με τους άλλους ανθρώπους, καθώς η ποίηση είναι αναμφισβήτητα ο πιο προσωπικός απ’  όλους τους τρόπους έκφρασης. Απ’  αυτή την άποψη, κάθε δημιουργός από τη στιγμή έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής έχει ήδη «εκτεθεί» ανεπανόρθωτα, ανεξάρτητα από το βαθμό εξοικείωσης του με άλλους τρόπους δημόσιας έκφρασης.

Η Κατερίνα, καθώς δεν έχει ημερομηνίες γραφής κάτω απ’  τα ποιήματα της, θα υποστεί αναγκαστικά μια μεγαλύτερη ακόμα αυθαιρεσία στον τρόπο που οι αναγνώστες της, ξεκινώντας από μας απόψε, θα τα διαβάσουν: Ενοποιώντας σε χρονικές κατηγορίες, άρα και σε κοινά συστήματα αναφοράς, δημιουργήματα αυτής της περίεργης χρονιάς που τα ποιήματα της είδαν το φως της δημοσιότητας, του 2015, με ποιήματα που μπορεί να γράφτηκαν π.χ. 20 χρόνια πριν. Δεν ξέρω αν έχουν συμπεριληφθεί και τέτοια, πράγμα φυσικό σε έκδοση πρώτης ποιητικής συλλογής - και δε θα ρωτούσα ποτέ τον ίδιο το δημιουργό γι’  αυτό πριν την παρουσίαση, επειδή όχι τυχαία οι ποιητικές συλλογές δεν έχουν επεξηγηματικές εισαγωγές και προλόγους: Τα ποιήματα πρέπει ν’  αφεθούν να σου μιλήσουν μόνα τους. Η λαβυρινθώδης μνήμη πίσω απ’  αυτό το μετέωρο παρόν – εξαιρετική ακουστικά η επιθετικοποίηση του ουσιαστικού στον τίτλο, «Λαβύρινθος μνήμη» – καθοδηγεί το εγχείρημα της, με καλλιτεχνικά μέσα, αποτύπωσης του.

Παραφράζοντας τον Σαραμάνγκου, που υποστηρίζει ότι η ποίηση είναι το μόνο μέσο που «μπορεί ν΄ αγγίξει το ανείπωτο, αυτό που δε μπορεί να εκφραστεί», θα σας πω τη δική μου γνώμη: Η ποίηση είναι η θεμελιακή χειρονομία στην προσπάθεια ν’  απεικονιστεί καλλιτεχνικά το μη απεικονίσιμο, αυτό που κυνηγάμε όλη μας τη ζωή κι ανακαλύπτουμε σε βάθος χρόνου την ιδιότητα του ως ου-τόπος με την κλασικότερη έννοια του, αυτή του πρώτου ανάδοχου του όρου, Τόμας Μορ. Δεν υπάρχει έτσι αποτελεσματικότερος τρόπος μετάδοσης μιας σκέψης ή ενός συναισθήματος που «να μπορεί να φανεί ωφέλιμο ακόμα και σε ξένους», σύμφωνα με έναν από τους ορισμούς του Μπρεχτ για το ποιητικό έργο.

Με πεδίο αναφοράς την ποιητική συλλογή της Κατερίνας, θ’ αναφερθώ κυρίως – αλλά όχι αποκλειστικά – σε δύο της ποιήματα.

Η Κατερίνα αυτή την αγωνία και λύτρωση ταυτόχρονα της δημιουργίας, μια αίσθηση δημιουργίας «από το μηδέν» που έχει ωστόσο πίσω της μέρος της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς και τις προσωπικές εμπειρίες του δημιουργού, την έχει διαισθανθεί από καιρό. Και το κατονομάζει αυτό χωρίς δισταγμούς στους εναρκτήριους στίχους της - που θα τολμούσα να εικάσω ότι κατάγονται από ένα πρωθύστερο κύκλο «συναισθημάτων και σκέψης» - με τίτλο «Φαντασιακό δημιουργείν». Σ’  αυτούς αναφέρεται στον «ταξιδιώτη χωρίς σώμα», δηλ. στο δημιούργημα που δεν έχει ακόμα αποτυπωθεί στη λευκή σελίδα.

Όλα ήταν άσπρα. /Δεν υπήρχε πάνω, κάτω, τείχη, προβολές.
Όλα άσπρα. / Ήχος κανείς, μυρωδιά καμία
κανένα άγγιγμα / άδειασμα.

Για να σημειώσει όμως σχεδόν αμέσως μετά:

Κάθε σκέψη του ένα γέμισμα / σ’ ένα παιχνίδι ζωής

σε μια προφανή αναφορά  στο παιχνίδι ή στοίχημα που βάζει με τη ζωή η τέχνη.

Η συλλογή της Κατερίνας Θανοπούλου ξεκινά λοιπόν, όχι τυχαία,  με ένα ποίημα που ασχολείται με την ίδια την ποίηση και τη δημιουργικότητα ως μήτρα κάθε είδους τέχνης. Ανοίγει μια συζήτηση για τη δημιουργία, το λόγο, τη σιωπή, τη δημοσιοποίηση, την προσωπική και συλλογική έκθεση στο δημόσιο «τη στιγμή του (κατά βάση σπαρακτικού) αποχωρισμού» από τη σφαίρα του ιδιωτικού.

Αυτή η συζήτηση όμως έχει πίσω της κάποια καθοριστικά προσωπικά μοτίβα, που συνυπάρχουν με καθαρό τρόπο στο εισαγωγικό ποίημα της. Πριν απ’  όλα, το ερωτηματικό που προηγείται  κάθε μορφή τέχνης που αμφισβητεί:

Η πρώτη σκέψη του μια απορία / ένα γιατί.

Μια παρένθεση: Ήδη απ’  αυτή την πρώτη αναφορά της στην τέχνη της αμφισβήτησης, διαπιστώνουμε μια παράμετρο που διεμβολίζει όλο το ποιητικό σώμα της συλλογής:  Μια οπτικοποίηση σκέψεων και συναισθημάτων, η οποία κυριαρχείται χρωματικά. Και απ’  όλα τα χρώματα, σε συντριπτικό βαθμό απ’  το κόκκινο, που έρχεται να «γεμίσει» κατά προτεραιότητα το άσπρο:

Κάθε σκέψη του ένα χρώμα / … Έγινε χρώμα κόκκινο σε στήθος ... / Έγινε παπαρούνες.

Κι αλλού:   

Ο κήπος πέρα γιομάτος κερασιές
κόκκινο ως εκεί που γεμίζει το μάτι.
                                                 («Ενοίκιον έρωτα»)

Ακόμα και το ροζ, όταν η αναφορά είναι σαφώς πολιτική, καθορίζεται από το βαθμό ξεθωριάσματος του κόκκινου:

Στόχοι που ξεγελούν /  τα χρόνια ζωγραφίζουν
ξεπλυμμένα ροζ τα κόκκινα να θυμίζουν.
                                                             («Συμβιβασμός τον Γενάρη»)

Αυτό δε σημαίνει ότι  όλα έχουν ως σημείο αναφοράς το κόκκινο:

 … Κι έγινε η σκέψη δειλινόχρωμα /  δαμάσκηνου απόχρωση
 …(η ελπίδα) έγινε χρώμα μπλε του ουρανού / της θάλασσας
     Κι αυτό το μπλε είχε τις αποχρώσεις του παντός

Το δεύτερο μοτίβο ήδη στο εισαγωγικό ποίημα και στην ποίηση της Κατερίνας είναι η έντονη σωματικοποίηση της:

Δεύτερη σκέψη του ήταν: το σώμα μου πού είναι
Πώς θα μιλήσω, πώς θα νιώσω
Και έγινε το σώμα και αισθάνθηκε

Σκέφτεται με ή μάλλον χάρη στο σώμα. Γι’  αυτό η σκέψη γίνεται εξωτερικό χαρακτηριστικό του:
                    
… Κι έγινε η σκέψη του ρυτίδα στο κορμί του

Το βάθος αυτής της σωματικοποίησης το συνειδητοποιεί κανείς μόνο αν σκεφτεί κανείς ότι είναι καθηγήτρια ειδικής αγωγής, κάτι πολύ παραπάνω από ένα επάγγελμα – στην πραγματικότητα, ένα δόσιμο. Γι’  αυτό και η μνήμη συνιστά ιδιότητα του σώματος κληρονομούμενη και κληροδοτούμενη:

οι καχεκτικές μνήμες / σκελετοί των γονιδίων μας

Δηλ. όχι μόνο η σκέψη, αλλά κι οι μνήμες εγγράφονται τελικά στο DNA μας. Και βέβαια όταν η σκέψη είναι σωματική, πολύ περισσότερο σώμα  θα είναι ο έρωτας                     

…Γελώ με την αγάπη που περνά μέσ’ απ’ τα σκέλια μου («Διάλογος χρόνου»)

Το τρίτο μοτίβο είναι ο θάνατος,

Η τρίτη σκέψη του ήταν ο θάνατος.
Πού πήγαν οι δικοί μου / Κι εγώ πού πάω.
…ρέει το αναπόφευκτο  / και το πεπερασμένο.

Ωστόσο με τίποτα δε συνιστά μια ποίηση για το θάνατο. Αντίθετα είναι μια ποίηση ενός στοχαστικού και λίγο μελαγχολικού γιορτασμού της ζωής. Πολύ χαρακτηριστικά σε αντίστιξη με το τρίτο, το τέταρτο και τελευταίο μοτίβο στο συγκεκριμένο ποίημα με αντικείμενο τη δημιουργία, είναι η ελπίδα που βέβαια αποτελεί κινητήρια δύναμη της ζωής.

Εσχάτη σκέψη του η ελπίδα. / Όλα καλύτερα θα γίνουν είπε.
(Το μπλέ της ελπίδας) ανταριασμένο κι ήρεμο σαν τη ζωή

Έτσι, σύμφωνα με το εισαγωγικό της ποίημα, με την αποτύπωση των στίχων το άσπρο έχει αποκτήσει κόκκινο και άλλα χρώματα κι οι πρωταρχικότερες σκέψεις έχουν βρει έκφραση. Άρα κι ο ταξιδιώτης της εν δυνάμει δημιουργίας δεν είναι πια ασώματος, ωστόσο η δυσθυμία στην ποίηση της Κατερίνας αντανακλά την αμφιβολία κάθε δημιουργού για το ιδεατό του  κατασκεύασμα:

Τελείωσαν οι σκέψεις. / Ο ταξιδιώτης έμεινε βαρύς
μ’ όλα τριγύρω του τα επίγεια /μόνος στον κόσμο που έφτιαξε μονάχος / στον ψεύτικο , άραγε, παράδεισό του.

Φυσικά η ποίηση της Κατερίνας εμπεριέχει κι άλλα επαναλαμβανόμενα μοτίβα πέρα απ’  όσα ορίζουν οι ίδιοι οι εισαγωγικοί  της  στίχοι. Αναφέρω μόνο το σημαντικότερο απ’  αυτά, την έντονη ενσυναίσθηση της χρονικής αλληλουχίας, την ιστορικοποίηση της:

Και να γελώ
Χωρίς το χθες και τ’ αύριο / να σκίζουν το μυαλό μου  
                                                                            («Οι χοροί των αστεριών»)

Βαθιά, τόσο βαθιά ανάσανα / που πήρα το αύριο με την πνοή
κι απ’ τα ρουθούνια έβγαλα όλο το χθες.

Αλλά και ολόκληρο το ευαίσθητο ποίημα «Διάλογος χρόνου», που περιγράφει την ανθρωποποίηση της γυναίκας, από το παιδί, τον καινούργιο, το νέο άνθρωπο, που δεν έχει καμιά σημασία αν είναι αγόρι ή κορίτσι, το πέρασμα στη συνειδητότητα του φύλου (γίνεται γυναίκα) - για να καταλήξει στη συνειδητή αποδοχή της ανθρώπινης της κατάστασης, με τη διαγραφή ενός κύκλου ζωής που τα άκρα του δε συναντούνται αλλά έχει τη μορφή σπιράλ προς τα πάνω -, παίζει μ’  αυτή την παραδοχή.

Με αυτό το μοτίβο - «Το παρόν στα μάτια μου» - ξεκινάει και το δεύτερο ποίημα της ποιητικής συλλογής, στο οποίο θα ήθελα ν’  αναφερθώ. Ποίημα προφανώς εκείνης της πρόσφατης, σημαδιακής χρονιάς, θα πρέπει να το έχετε μαντέψει ήδη όσοι την έχετε διαβάσει. Είναι το «Πλατεία Κουμουνδούρου». Στους κόλπους της ποιητικής συλλογής παίζει ουσιαστικά το ρόλο ενός καμβά, στο πλαίσιο του οποίου τοποθετείται κι ανασυναρμολογείται το παζλ κι άλλων ποιημάτων, κάποια από τα οποία είναι πιθανόν παλιότερα από το 2015.
«Το παρόν στα μάτια» ορίζεται αρχικά με μια αναφορά στο εμείς, που έγινε οι άλλοι – είναι ο πιο εύκολος τρόπος να περιγράψω ένα τέτοιο πεδίο αναφοράς:
Δεν είναι η γκρίζα κουρτίνα στα παράθυρα της  πολιτικής
ούτε τ΄ αγκυλωμένα πρόσωπα …με θλίψεις εγωπάθειας
(που) θαρρούν πως ετεροπροσδιορίζονται εξουσιάζοντας.
…Δεν είναι ό,τι  πουλούν μασημένο,
 δεν είναι ο μικρόκοσμος του φτιασιδώματος, του έχειν,
ούτε η ένταση του προκαλείν

Σ’  αυτό το πεδίο αναφοράς της «Οδού Κουμουνδούρου» ως  καμβά τοποθετούνται κι άλλα, μικρότερα ποιήματα της συλλογής π.χ. το τρίτο απ’  το μικρό κύκλο  Μυθολογίας ή Μνήμης πέρα από την ιστορία ή Διόρθωσης παλιών μύθων, όπως θα τον ονόμαζα αν ήμουνα εγώ η νονά του. Τίτλος του, «Ερινύων το ανάγνωσμα»:

Ρέουν ανέμελες οι σκέψεις
ζωγραφίζουν το ύστερα
και μαζεύουν κοχύλια το χθες.
Ύαινα σιχαμένη και μικρή
τις ξεσαρκιάζει βίαια το τώρα
…οι συμβιβασμοί …σαν εφιάλτες να ξυπνάνε.

Ή από το ποίημα «Κισμέτ»:

Τι έμεινε;
Όταν θεούς βαφτίζουμε τις άγνοιες
η ειμαρμένη διαφεντεύει.

Ωστόσο ήδη στο «Φωκιανός» η ανησυχία για το τι δει γενέσθαι εντείνεται κι εμφανίζεται ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο η διασκέδαση του φόβου:

Να μάθω τη μοναξιά μου πρέπει να την ορίζω
πριν την ορίσουν άλλοι.

…Στους φόβους μας κρεμόμαστε και στα γραμμάτια των προγόνων.

Από το «Σκιές»:

Σβήστε το φως
Ίσως οι φόβοι / ντραπούν και βγούνε στο σκοτάδι.
Στους φόβους -άλλωστε- αρέσει να κρύβονται.

Από το «Αυτογνωσία»:

Μη φοβάσαι παρά τους φόβους σου.
Τα λάθη να φοβάσαι / κι εκείνους τους ανόητους
που άφησες να νομίσουν / πως στον κόσμο σου ταιριάζουν.

Το μοτίβο της ανοησίας εμφανίζεται και στο δεύτερο ποίημα του μυθολογικού κύκλου, «Ιθάκη»:

Ξύπνιοι οι Οδυσσείς χασκογελούν,
νομίζοντας πως έχουνε νικήσει.

Στις γέφυρες του Παρισιού»)
ξεκινά η ανάθεση…

Και κείνο το σπαρακτικό, από το ποίημα «Αμμόλοφοι καλοκαιριού»:  Ψάχνομαι μέσα μου

Ωστόσο η ζωή, αν και θλιμμένη, σπρώχνει σε αποφάσεις:

Η ζωή σε χαρτιά αμάζευτα θλίβεται
σε αποσπάσματα που σιγά σιγά ενώνονται.
                                                                      («Λευτερώσου»)

Οδηγώντας σε νέες καταστάσεις (από το «Παρίσι-Τέξας»):

Μη διστάσεις να πεις / μη φοβηθείς να πράξεις
ο χρόνος αμείλικτος είναι. /Καμιά χαρά δεν ανακουφίζεται
αν δεν πορεύεται / σε δρόμους μοιράσματος
…κι οι δρόμοι των συντρόφων ανταμώνουν.

Κι έτσι εμφανίζονται οι «άλλοι που γίναμε εμείς», ελλείψει καλύτερης δικής μου δυνατότητας περιγραφής. Πίσω στην «Οδό Κουμουνδούρου», με τις λέξεις της Κατερίνας:

…είναι οι λεύκες που φαίνονται απέναντι
είναι ό,τι επιλέγω να θυμάμαι
… είναι ό,τι μπορώ να επιλέγω να βλέπω
… κι ό,τι ρουφώ παρατηρώντας
… Το παρόν στο μυαλό μου είναι οι θύμησες
… Δεν είναι πια οι γρατζουνιές των κομματιών μου
ούτε τα ανώφελα γιατί των προσώπων, που ξέρω τις απαντήσεις τους.
…Το παρόν στο μυαλό μου είναι οι αξίες,
που τις ξαναστηρίζω πονώντας
…είναι ό,τι μου επιτρέπεται να διεκδικήσω  κι ό,τι παλεύω
…Το παρόν είναι στο χάδι και στο φιλί που θα ρθει.
Το παρόν μέσα μου γεννιέται σαν συμβαίνει... στο αύριο που μέλλεται.

Σύμφωνα με το «Θυσία»:
Κοντός ο δρόμος του αδιέξοδου
όταν με τόλμη δείξουμε τη στροφή στο μονοπάτι!
Ενώ σύμφωνα με το «Παρίσι-Τέξας»:
…άλλωστε η α-συνέχεια είναι ο δρόμος μας.
Κι η αμφιβολία να παραμένει στο πίσω μέρος του μυαλού:
Η παντοτινή απορία / Μήπως πάλι ξεγελιέσαι...
                                                                         ( από το «Λευτερώσου»)

Και πάντα βέβαια η υπόμνηση, όπως «Στον φίλο της Καισαριανής»:

Δεν θα μπει άνοιξη ποτέ / αν δεν την κουβαλάτε!

Το βάρος μια μνήμης-λαβύρινθου, στην ουσία το βάρος της ιστορίας, της πραγματωμένης πίσω μας και της ρευστής ακόμα μπρος μας - διεμβολίζει το ποιητικό σώμα της συλλογής.

Ωστόσο, συνυπάρχει  με ποιήματα εξαιρετικά προσωπικά, ερωτικά – μέχρι κι ανάλαφρα.  Επιτρέψτε μου να κλείσω αυτή την αναφορά με δυο στίχους, πραγματικά εξαιρετικούς, από το ποίημα «Συμφωνία σε σολ(ο)»:
…αγάπησα, αγαπώ, με αγαπούν
δεν είμαι μόνη!

            Απ’  το σύμπαν των προσώπων που την αγάπησαν και την αγαπούν λείπει πλέον ένα πρόσωπο πολύ ακριβό της. Ωστόσο η πραγματική αγάπη, όπως κι η ιστορία, είναι οιονεί παρούσα.

            Και σίγουρα, κάποιοι την αγαπούν έτσι κι αλλιώς.


           Σίγουρα, η Κατερίνα δεν είναι μόνη.