Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017


Δύο ποιήματα του Χριστόφορου Μπότση που λάβαμε, με τίτλους "ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ" και "ΣΑ ΤΑ ΖΩΑ ΜΑΣ ΕΙΧΑΝ" δημοσιευμένα στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





Ο Χριστόφορος Μπότσης γεννήθηκε στην Αθήνα και τα τελευταία χρόνια ζει κυρίως στο Λονδίνο. Έχει σπουδάσει ζωγραφική στο University of Reading και έχει κάνει μεταπτυχιακό στη θεωρία τέχνης στο School of Oriental and African Studies. Ασχολείται με τη ζωγραφική και τη ποίηση, άλλα για τα βγάζει πέρα έχει πιάσει πολλές και διάφορες δουλειές, από φύλακας στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου, έως και υπάλληλος γραφείου σε ΜΚΟ.  








ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ

Και κάποια στιγμή, για να συγκεντρωθώ κάπως
και βγάλω καμιά ύλη για την εξεταστική,
πήγα και άνοιξα το πατρικό στην Ήπειρο.
Τρία χρόνια είχε να αναπνεύσει το σπίτι.
Μάζεψα όσους διάσπαρτους σκορπιούς βρήκα
κρυμμένους κάτω απ ́ τα μπαγιάτικα στρώματα,
τους τύλιξα με μαύρη χαρτοταινία,
έβαλα το κάθε ένα μέσα στο σπιρτόκουτό του,
και τα έστειλα σε διάφορους συγγενείς ες τας Ευρώπας.
Και καθόμουν ένα πρωί στο περβάζι του παραθύρου
και χάζευα το όρος Μουργκάνα, γαλάζιο και μονολιθικό
να αντιστέκεται με στωικότητα στο βλέμμα μου,
άδειο από ανθρώπους, πιο πέρα να απλώνεται η Αλβανία,
μπλε και γκρι πάνω στο τσαλαπατημένο
μονόφρυδο του ορίζοντα, ο ήλιος να ξερνάει τη
χρυσή σκιά του πάνω μου, στο πάτωμα του δωματίου
να ́χει σωριαστεί μια δέσμη φωτός, μία κούπα καφέ
από χτες το βράδυ, φωτισμένος και παγωμένος
σα φάρμακο...Όλα ήταν ήσυχα, όλα ήταν γλυκά,
οι ηλιαχτίδες να στάζουν και σφυρίζουν πάνω
στα πυκνά φυλλώματα, οι συκιές να υπερχειλίζουν
με τα εμπορεύματα της φύσης, και εγώ να νιώθω
ολοκληρωμένος, να νιώθω σαφής.

Δεν άκουγες ήχους μηχανικούς, μόνο τις ρίζες τον
δέντρων να βαριανασαίνουν, και να ρουφάνε,
ρουφάνε, ρουφάνε, τα κλαδιά απλόχερα να δίνουν,
να δίνουν, να δίνουν. Και όλα ήταν ισορροπημένα.
Ήμουν σαφής, ήμουν ήσυχος, ήμουν σαφής, όλα
ήταν ισορροπημένα.


****************************************

ΣΑ ΤΑ ΖΩΑ ΜΑΣ ΕΙΧΑΝ

Τότε, εκείνες τις παυσίπονες εποχές
που τις έχουμε καλοήθη λιπάσματα τώρα που είναι σβησμένες,
αλλά ταυτόχρονα εκτυλισσόμενες
σε εχέμυθα κουπέ -

Τότε, που τα μελί βραδάκια ήταν παρατεταμένα
και ο ήλιος ποτέ δεν έδυε τελείως αλλά στεκόταν αυτοκόλλητος
πάνω στην πλατιά, φούξια δέσμη
του ορίζοντα -

Τότε, που ο απέραντος τρούλος των ουράνιων,
που μας καπελώνει απύθμενα, έλιωνε και διαχεόταν σε τρομακτικά
νεφελώματα από ασημί και χακί
που μας συμπονούσαν -

Τότε, σ΄αυτές τις αφελείς μέρες, πριν έρθουν
οι άντρες με τα μάτια χταποδιών και μας κάψουν το χωριό,
τότε που έβλεπες γνώριμα, φιλήσυχα πρόσωπα
στα εκατό μέτρα -

Τότε που το στάρι ψήλωνε ολόχρυσο, τα πλοκάμια
της γης να χαιρετάνε τον Πατέρα Παντοκράτορα, με ηλίθια αφιερώματα
σε σχολικά λευκώματα και με
φιλάκια στο μέτωπο.

Τότε που τρέχαμε με γυμνά τα στήθη στα χωράφια
και αγκαλιάζαμε τα πρόβατα, με τις σατέν κορδέλες τους, με τα
γνώριμα παράσιτα που μπαινόβγαιναν
απ΄τα κορμιά μας

Και μόλυναν τα πηγάδια.

Σατέν κορδέλες δικτυωμένων αυτοκινητόδρομων
και οι φλέβες μας σ΄αυτές τις μέρες, τότε, παλιά -
αυτοκινητόδρομοι που κράταγαν μέσα τους κόκκινα
ανθρωπάκια που κουβάλαγαν μπλε φούσκες, που
διακτινιζόντουσαν ανέμελα χωρίς να σκίζουν τις βερμούδες
τους, ούτε να σκοντάφτουν στα άλυτα κορδόνια τους -
κάθε μέρα ήταν μια ωφέλιμη προσμονή, το αίμα να
πάλλεται και εγώ να σφίγγομαι και να χαλαρώνω,
να νιώθω να απλώνομαι σ΄όλη τη φύση και η
συνείδηση μου να νεκρώνεται...

Ήρθε η μέρα όμως, που το φούξια μαύρισε
και τα ανθρωπάκια την έκαναν και κατρακύλησαν ως τη φτέρνα,
κάτω να ποτίσουν
το στάρι -

Και ήρθε η μέρα, που βράχηκε το σύμπαν
και μου ΄παν να μην πηγαίνω σχολείο, να κρύβομαι
απ' τα πρόβατα -

Και ήρθε η στιγμή, που κάποιες μέρες
δεν με άφηναν να κοιμάμαι στο σπίτι τα βράδια, και καθόμουν
έξω και φύλαγα σκοπιά -

Σα τα ζώα μας είχαν μανάρι, σα τα ζώα.

Έπρεπε να ΄χα γεννηθεί τώρα γαμώτο μου – έπρεπε 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου