Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017


Ένα ποίημα της Σοφία Πόταρη, που λάβαμε, με τίτλο "ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ" δημοσιευμένο στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ
Γεννήθηκε στην Καλαμάτα Μεσσηνίας. Μεγάλωσε στην αγκαλιά της φύσης, μέσα σε ένα παραδείσιο περιβάλλον, με ελιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, δίπλα σε ένα όμορφο, βουερό ποτάμι. Έπαιζε με τις πέτρες, τα κλαδιά και τα ζώα μας, ενώ θεωρούσε και εξακολουθεί, τις φωλιές των πουλιών ως τις πιο θαυμαστές, συγκινητικές κατασκευές. Αγαπάει πολύ τη ζωγραφική και ζωγραφίζει απο πολύ μικρή. Η συγγραφή και η ποίησις είναι για εκείνη ο τρόπος της να συλλαμβάνςι και να εκφράζει τον κόσμο, ό,τι φαίνεται κι ό,τι δεν φαίνεται. Θαυμάζει τους ανθρώπους που λειτουργούν με έργα και υπάρχουν με καλοσύνη και χαμόγελο και πιστεύει οτι η αγάπη σώζει και δικαιώνει την ανθρώπινη ψυχή. Επίσης πιστεύει οτι η ηθική ξεκινάει από την στάσι μας απέναντι στη Φύση.
Αγαπάει πολύ τους μεγάλους ποιητές μας, που προσφέρουν όραμα και έκσταση.
Πιστεύει οτι ο ελληνισμός είναι ιδέα και ιδανικό και η Ελλάδα πνευματική οντότητα που πορεύεται μέσα στο χρόνο








Στην Όλγα Βαλαωρίτου 

Σε ποιό ουρανό 'νειρεύεσαι, ψυχώνεις ποιό αστέρι;
Ιούλη μήνα φούσκωσες, ερωτευμένο αγέρι

δεν σ’ ήθελε ο έρωτας να σε νυφοστολίσει
μόν’ ήθελε καρφί σκληρό μέσα σου να ορκίσει
φιλί ακούμπησε βαθύ όλη του η σκοτοδίνη
σε χείλη κρινολούλουδα, πού τρέμαν μεθυσμένα
τόσο που πόθησε φιλί Όλγα για να σου δίνει
που διπλωνόταν θάλασσα με σωθικά σκισμένα
κι ορμούσε και μαζεύονταν στη λύσσα την τυφλή του
και πάλι ματαδίπλωνε κι άπλωνε τη χολή του

ορκίστηκες στον έρωτα κι ήρθε και σ’ ηύρε κείνος
λιμπίστη την καρδούλα σου πού ‘τρεμε άσπρος κρίνος

κι όπως η ξέρα στέκεται στη μαύρη την καρδιά της
η θάλασσα βαριοχτυπά και γλύφει την αντρειά της
τέρας και όμορφη πολύ σαν την ουράνια νύμφη
που μέσα σ' άγριο νυφικό μαγεύει τη θωριά της
και πείνα μαυροκύματη όπου μ’ αγάπη γλείφει
συντρίβει κι απολησμονά τα έρμα τα παιδιά της
σε  βρήκε θάλασσας χολή και  ουρανού γλυκάδα
βραχάκι έζης μικρούτσικο σ’ ωκεανού αγριάδα

Όλγα, κοιμάσαι σ’ αγκαλιάς γαλήνιο κρεβατάκι
μα στις κρυφές μου τις σπηλιές ανθίζεις νιο ανθάκι

κι ήσουν λουλούδι πάναγνο κι ένα μικρούλι βρύο
θυσία θέλει για να ζει το τρομερό θηρίο
και σ’ έριξε κατάχαμα με μάτια θαμπωμένα
και τα στηθάκια σου αχνά να λάμπουν νυφοκέρια
σαν ρόδα 'πό βοριά σκληρό, ξέφυλλα, τσακισμένα
κι απίθωσε τα στέφανα πα στα νεκρά σου χέρια
λεπτά κοχύλια  τα γλυκά παρθενικά σου μάτια
σφράγισαν Όλγα μου πικρά σαν μυστικά παλάτια

Όλγα, σαν πούπουλο λευκό μαραίνεις το σκοτάδι
στήθος αφήκες στοργικό σ’ άλλο να πας λιβάδι

κι είναι η πλάκα σου βαρειά σαν κουρασμένο χέρι
τόσες νυχτιές, τόσον καιρό, γραμμάτου βουλοκέρι
κοιμήσου κόρη ανέγγιχτη, σελήνης θυγατέρα
κι αλαφροπάτει το πουλί στο σιωπηλό  το χώμα
κει π' αεράκι τρυφερό σε σκέπει νύχτα μέρα
και κρίνου μοσκοβόλημα γλυκαίνει σου το δώμα
αστροφεγγίζουν οι ψυχές μές στη γλυκειά ψυχή σου
κι αναθαρρεύω σαν κλαδί π’ ανθίζει στην πνοή σου

λευκότατο το χέρι σου απάνω στα μαλλιά μου

Όλγα, κι εγώ στ’ αστέρι σου θα λάμψω την καρδιά μου