Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018


Τρία ποιήματα του Γιώργου Δ. Μπίμη που λάβαμε με τίτλους " ΠΡΟΣΕΥΧΗ" " ΠΡΟΣΜΟΝΗ" και "ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ", δημοσιευμενα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Ο Γιώργος Δ. Μπίμης ζει στη Λιβαδειά κι είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός... Γράφει ποίηση από την εφηβική του ηλικία κι έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: ΄΄Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής΄΄,  ΄΄Τα Λυρικά΄΄ και ΄΄Ο Χρόνος κι οι Πληγές΄΄... Γράφει και στίχους για τραγούδι. Ο Παντελής Θαλασσινός, η Εύα Φάμπα κι ο Αλέξανδρος Χατζηνικολιδάκης έχουν γράψει μουσική σε δικούς του στίχους... Έχει διακριθεί σε πολλούς Παγκόσμιους και Πανελλαδικούς διαγωνισμούς...


Προσευχή…

Κάνε τη θλίψη σου τραγούδι, γράψε
με δάκρυ μιαν ευχή,
του παραδείσου το αγγελούδι
στη γη ν’ απλώσει προσευχή…

Δώσε στον πόνο να μεθύσει, βαρύ
κι  ατίθασο κρασί,
έναν παλμό να σου χαρίσει
να νιώσεις άνθρωπος κι εσύ…

Βάλε και στου Χριστού το τάσι,
στο πέρασμά του σα φανεί,
να ζεσταθεί, να ξαποστάσει,
να χαμηλώσουν κι οι ουρανοί…

Να ‘ρθουν της γης οι κολασμένοι, τόπο
να βρούνε μιαν οργιά
κι η Παναγιά να τους προσμένει,
να μη νυχτώσουν στο βοριά…

 ******

Προσμονή…

Στην αυταπάτη που ξυπνά
στη χέρσα γη,
τυφλοί προφήτες  στην ομίχλη προχωράνε
κι έχουν στα στήθια τους
μια αλύτρωτη πληγή
κι οι άδειες ώρες στον καημό τους δε χωράνε…

Κι εκεί που ο χρόνος την οδύνη
συναντά,
κι απλώνει ο πόνος το βαρύθυμο το χέρι,
τη γη ξεχνάω κι η ηχώ σου 
μου απαντά,
τη γη θυμάμαι και μου γνέφει ένα αστέρι…

Νύχτα Σαββάτου ξημερώνει
Κυριακή,
κι όλα συγκλίνουν στην αγέλαστη την πόλη,
μα εγώ συντρόφισσα κι απόψε
θα ‘μαι εκεί
αφού δεν έχει ο καιρός αραξοβόλι…

Με κάτι όνειρα σβησμένα
και μισά,
στ’ άγριο πλήθος μιαν υπόσχεση γυρεύω,
τραχύς ο άνεμος, σαν τύραννος
φυσά
 κι εγώ ανένδοτος, μες στη βροχή χορεύω…

Στην άγρια  νύχτα  οι προφήτες
θα χαθούν,
στο αμετάκλητο και στο καθορισμένο,
πλήθος ενέδρες στα κατώφλια
θα στηθούν
κι εγώ τυφλός, σε ξένη γη σε περιμένω…

***
Περνούν τα χρόνια,…

Περνούν τα χρόνια σαν πουλιά
κυνηγημένα
κι έρχονται νύχτες και φεγγάρια με βροχές,
  καράβια φεύγουν μ’ αυταπάτες
φορτωμένα
 κι εσύ μου τάζεις ξεχασμένες προσευχές… 

Τ’ αστέρια μέτρησα μια νύχτα
στ’ ακρογιάλι,
σ’ άγνωρους τόπους και σε γκρίζους ουρανούς,
σ’ αυτή τη  θάλασσα που με πλανεύει
πάλι, 
στ’ άγιο ξεφάντωμα που δε το βάνει ο νους…

Τρέχουν οι άνθρωποι το χρόνο
να προφτάσουν,
σφυρίζουν τρένα που δεν έχουν γυρισμό
κι ότι ασύλληπτο γεννιέται
θα το χάσουν,
αφού αψήφησαν του μάντη το χρησμό…
…………………………….
Κάποιος μου ζήτησε ταυτότητα
στο δρόμο
κι εγώ του έδωσα τσιγάρο δανεικό,
κι όταν το άναψε με άγγιξε
στον ώμο
κι απ’ την οδύνη μου, ζητούσε μερτικό…
……………………………
Περνούν τα χρόνια ζοφερά
κι ανταριασμένα
κι αίμα σταλάζει  μια αλλόκοτη πληγή,
μ’ αν χαμηλώσουνε τα σύννεφα
για μένα,

θα ‘ρθω κοντά σου να με ζήσεις μάνα γη…