Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Ένα κείμενο της Μαρία Α. Μίτλεττον 

με τίτλο "ΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ" που λάβαμε

δημοσιευμένη στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Μαρία Α. Μίτλεττον

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τόπος γέννησης: Πάφος, Κύπρος
Μόρφωση: Αποφοίτηση από το Λύκειο Α΄ Εθνάρχη Μακαρίου Γ΄ Πάφου 
                     Πήρε πτυχίο Κλασικών Σπουδών με ειδίκευση στη Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου.
                     Έκανε μεταπτυχιακό με θέμα τις Κλασικές Σπουδές (Αρχαίο Δράμα) στο Πανεπιστήμιο του NottinghamUK.
Εργασία: Από το 2007 εργάζεται ως Φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Κύπρο.
Εκδόσεις: Ποιητική συλλογή «Γυναικών Λόγος, Το παράπονο της σφαγμένης ιέρειας», Κύπρος 2016



Έλα να σου πω μια ιστορία

  «Έλα να σου πω μια ιστορία. Έλα, κάτσε δίπλα μου, στο σκαμνί που σκάλισα πάνω του τ’ αρχικά μου. Είναι για κάποιαν αρχή του χρόνου η ιστορία μου. Τότες που καθήμενος στ’ άλογο και περνώντας μέσ’ από τα φουσκωμένα χωράφια και τον ποταμό, βρήκα κάτι. Έλα να σου πω πώς το βρήκα. Και για αρχή να σου συστηθώ: Με λένε Χαράλαμπο. Και σ’ όλη μου τη ζήση έζησα με αγάπη. Σ’ όλη μου τη ζήση δέθηκα με τις Μούσες. Τη μάνα μου τη λέγαν Ουρανία. Την αδελφή μου Κλειώ. Τη γυναίκα που αγάπησα… τη γυναίκα που αγάπησα Καλλιόπη».
  Πήγα με δίχως φόβο. Περπάτησα θαρρετά μέσα από σύγνεφα και χειραποσκευές αφημένες μπροστά και πάνω σε καθίσματα αεροδρομίου. Πλησίασα. Καθόταν όπως πάντα στο σκαμνί του. Έγειρα στα πόδια του και μου χάιδεψε το κεφάλι. «Μαριάννα μου», ξεκίνησε. Ένας κόμπος ήταν έτοιμος να λυθεί. Μόνον εκείνος με λέει «Μαριάννα του»! Ξεκίνησε να γυροφέρνει την ιστορία αποφεύγοντας να την αγγίξει κι ύστερα να την πιάσει γερά από τα μαλλιά και να την αναλύσει σε κομμάτια.
«Το σκαμνί που βλέπεις είναι από ξύλο χαρουπιάς. Το έφτιαξα τον καιρό που δούλευα στα φουσκωμένα χωράφια. Τα χωράφια τότε φούσκωναν πολύ. Από τα νερά της βροχής. Πού καιροί ανομβρίας! Ο Ιουστινιανός ο Β΄ στην εποχή μου δεν θα είχε κανένα πρόσχημα. Ότι τον κόσμο δεν τον θέριζε το μαχαίρι κι η αναβροχιά, αλλά τον κατάπιναν οι ποταμοί. Τι με κοιτάς; Ξέρεις πόσους προγόνους μου κατάπιε ο ποταμός;»
  Φοβόμουν από πάντα τη φωτιά και το νερό. Τη φωτιά γιατί αφήνει πίσω της στάχτη που τη σκορπά ο άνεμος και το νερό του ποταμού γιατί παρασέρνει τα πάντα στη θάλασσα δίχως ελπίδα να βρεθούν ποτέ. Τουλάχιστον ήξερα ότι μιλούσε για τα φουσκωμένα χωράφια, άρα ήμασταν πολύ κοντά στην ιστορία. «Τότες που καθήμενος στ’ άλογο και περνώντας μέσ’ από τα φουσκωμένα χωράφια» δεν είχε πει; Το χέρι του πλέχτηκε στα μαλλιά μου στο σημείο ακριβώς του κρανίου μου που μέσα του φώλιαζε η μνημοσύνη. «Το σκαμνί που βλέπεις είναι από ξύλο χαρουπιάς», είπε. «Έχει σημασία. Τι με κοιτάς; Στον κορμό εκείνης της χαρουπιάς ξεκίνησε η ιστορία».
  «…Δεν είχε όμως σημασία ότι δούλευα σκληρά. Γι’ αυτό μου έδωσε τα χέρια το Θεός. Κι εκεί που ένιωσα τα χέρια μου να γίνονται ασήκωτα από το σκάψιμο και σταμάτησα να ξαποστάσω στον ίσκιο ετούτης της χαρουπιάς, άφησα έναν αναστεναγμό κι έμπηξα με δύναμη το τσαπί μου στο χώμα, κάτω από τη φυλλωσία κι ακριβώς δίπλα στον κορμό. Και τότες, κάτι σκληρό χτύπησε το τσαπί μου. Κάτι μεταλλικό. Μ’ έζωσε φόβος, μα και μια απροσδιόριστη χαρά ότι κάτι σπουδαίο βρήκα. Ξέχασα μεμιάς την κούραση και τ’ ασήκωτα χέρια μου και βάλθηκα να σκάβω με δύναμη στο συγκεκριμένο σημείο. Έσκαβα ίσαμε μια ώρα τρελά και νευρίαζα. Μα πού στο καλό βρισκόταν ό,τι ακούστηκε και κειτόταν κρυμμένο; Δεν ήταν και πολύ βαθιά για ν’ ακουστεί. Και έσκαβα στο ακριβές σημείο από το οποίο ακούστηκε ο ήχος.
  Ήλπιζα να είναι κάτι αξίας. Ένα χρυσαφικό να πάρω στη γυναίκα που μου έκλεψε την καρδιά. Δεν είχα να της δώσω τίποτε. Πώς θα πήγαινα στο διπλανό χωριό; Με αδειανά χέρια; Εκείνη την εποχή, Μαριάννα μου, τα δώρα μας δεν ήταν χρυσαφικά. Ήταν κομμάτια από τόπια υφάσματος να φτιάξει η κοπέλα ένα φουστάνι ουρανί με τυπωμένα ρόδα. Συνέχισα να σκάβω με δύναμη. Το τσαπί μου πλήγωνε το χώμα ανελέητα κι όμως κάποτε μετάνιωσα και πήρα να σκάβω πιο προσεκτικά, πιο ήπια, μην τύχει να διαλύσω κατά λάθος εκείνο που κρυβόταν εκεί κι επέλεξε τούτη τη μέρα για να μου φανερωθεί.
  Κι εκεί που έσκαβα μ’ ιδρώτα κι ελπίδα να σμίγουν επικίνδυνα, άκουσα τον απαίσιο συριγμό του. Εκείνο το σίγμα το συνεχές κι ανατριχιαστικό. Κι ύστερα είδα το φολιδωτό κορμί του να ξετυλίγεται, το κακό μούτρο και τη γλώσσα του που δεν έχω λέξεις να περιγράψω. Τυλιγμένο στη χαρουπιά με παρακολουθούσε χαιρέκακα για ώρα να σκάβω, να ιδρώνω, να λαχταρώ. Το κοίταξα και με κοίταξε ευθεία στα μάτια. «Καταραμένο να’ σαι», του φώναξα και του έλιωσα το κεφάλι με το τσαπί μου. Έβαλα τον σταυρό μου πολλές φορές και συνέχισα να σκάβω με χτυποκάρδι.
  Τα βήματα που άκουσα πίσω μου με τρόμαξαν και γύρισα απότομα. Ήταν μια γύφτισσα με κατσαρά μαλλιά, ντυμένη με πολύχρωμα κουρέλια που με έκοβε με το βλέμμα από πάνω ως κάτω.  Κάτω από τα κουρέλια της φορούσε ένα υπέροχο γαλάζιο φουστάνι («εσθήτα κυανήν φέρουσα», μου ήρθε αμέσως στο μυαλό και δεν θυμόμουν σε ποια τάξη του σχολείου το έμαθα) και στα χέρια της κρατούσε μια σφαίρα κι ένα διαβήτη.
«Καλημέρα τζιαι τα Φώτα, αφέντη. Μεν φοάσαι. Εν θα σου κάμω κακόν. Μόνον που θέλω να μου δώκεις τζι εμέν μερίδιον που το χρυσαφικόν που μάσιεσαι να φκάλεις. Είμαστεν φτωσιοί, γέρημα πλάσματα. Είμαστεν ούλλη μέρα μες στες στράτες τζιαι τα βουνά, γυρίζουμεν ούλλη μέρα του Θεού». Εσύ ξέρεις πόσο πονώ τους ταλαίπωρους. Κι εκείνη η γερασμένη κατά τα φαινόμενα γυναίκα, μα σίγουρα πολύ πιο νέα, με το ουρανί φόρεμα, τη σφαίρα και τον διαβήτη, παρ’ ότι φαινόταν να έχει μια δόση πονηριάς, μ’ έκανε να τη λυπηθώ. «Τελοσπάντων», είπα, «αφού βρέθηκες στον δρόμο μου, θα σε βοηθήσω. Θα σου δώσω τη μισή αξία από ό, τι θα βρω. Πώς σε λένε;» «Ουρανία», μου αποκρίθηκε. Τα μάτια της είχαν εκείνο το παχύρρευστο βαθύ καφέ της χαρουπιάς που πάει να γίνει μαύρο.
  Συνέχισα να σκάβω με την παράξενη γυναίκα να με παρακολουθεί. Τα μέλη μου ήταν κατάκοπα κι εγώ κάθιδρος κι απελπισμένος τώρα πια, όχι τόσο για τη λεία όσο για την ατυχία μου. Όποτε πήγαινε να γίνει κάτι καλό στη ζωή μου, προέκυπτε κάτι άλλο για να το ανατρέψει. Κι αν έβρισκα ένα πράγμα που δεν θα μπορούσε να κοπεί στα δυο, πώς θα της έδινα μερίδιο; Θ’ αναγκαζόμουν τότε να το εξαργυρώσω και με τα χρήματα που θα μου απέμεναν, ίσως να μην μπορούσα ν’ αγοράσω ένα καλό χρυσαφικό. Θα κατέληγα κι εγώ, δέσμιος της γενιάς και της φτώχειας μου, στο ύφασμα. Ένα κομμάτι ουρανί ύφασμα με τυπωμένα ρόδα.
  Το τσαπί μου χτύπησε επιτέλους σε κάτι μεταλλικό. Εστίασα γύρω από το σημείο όπου ακούστηκε ο ήχος και σιγά σιγά άρχισε να μου φανερώνεται μια επιφάνεια. Έσκυψα και το κράτησα στα χέρια μου, ένα κουβάρι χώμα και μέταλλο. Ξεκίνησα να το καθαρίζω προσεκτικά από τα χώματα. Άρχισε να εμφανίζεται κάτι που έμοιαζε με νόμισμα, ένα μεγάλο νόμισμα στρογγυλοειδές, αλλά όχι απόλυτα στρογγυλό. Άφησα τον ιδρώτα να κυλήσει πάνω του. Το σήκωσα ελάχιστα με ευλάβεια, τόσο ώστε να μπορώ να το παρατηρώ, αλλά να μην το χτυπά το φως. Συνέχισα να το καθαρίζω. Δυο κρανία φανερώθηκαν στην ανάγλυφή του επιφάνεια, ύστερα άλλα δυο, ύστερα άλλα. «Οι 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου», πετάχτηκε η Ουρανία. Μα πώς το είδε; Αφού ήμουν σκυμμένος πάνω από το νόμισμα. «Τούτον εν για τον θάνατον. Τούτον εν για να το πάρω εγώ. Εν εν για σένα». Και το άρπαξε σαν γεράκι και το έχωσε μέσα στις πτυχές του γαλάζιου φουστανιού της. Η αστραπιαία εκείνη επαφή με το χέρι της ένιωσα να μου χαράζει το δέρμα, να εισχωρεί στις φλέβες μου κι ύστερα να κυλά μέσα τους σαν τη ροή του ποταμού. Του ίδιου ποταμού που παρέσυρε τους προγόνους μου. Του Ιορδάνη, του ποταμού με τα φουσκωμένα χωράφια γύρω που πατώ και σκάβω καθημερνώς. Δεν πρόλαβα καλά καλά να δω το νόμισμα, Μαριάννα μου.
«Κι εγώ τώρα τι θα πάρω στην αγαπημένη μου; Και να σκεφτείς ότι δεν είχαμε ούτε ένα νόμισμα να βάλουμε στην πρωτοχρονιάτικη πίτα μας. Έτσι, για το καλό του χρόνου». «Ούλλα τα καλά του κόσμου έσιεις άμα έσιεις την αγάπη», είπε δασκαλίστικα η Ουρανία κουνώντας τον διαβήτη εμπρός από τα τρεμάμενα μου βλέφαρα. «Να, πιάσε τούτον το ύφασμα». Και τράβηξε από τη δεξιά της πλευρά, μέσα από τις πτυχές του φουστανιού της, το ύφασμα. «Κυανήν εσθήτα φέρουσα», μα πού το είχα διαβάσει; «Πιάσ’ το. Να της το πάρεις. Να κάμει έναν όμορφο φουστάνιν. Καλημέρα τζιαι τα Φώτα αφέντη». Κι έτσι, όπως έξαφνα μου φανερώθηκε, έτσι έξαφνα εξαφανίστηκε από μπροστά μου».
  Τα δάκρυά μου κύλησαν στα πόδια του. Αχ να μπορούσα να του έπλενα τα πόδια όπως έκαναν οι μαθητές του Χριστού! Και τα χέρια και τα πόδια, ειδικά στα σημεία που πλήγωσε το τσαπί, ειδικά στα σημεία που τρύπησαν τα καρφιά. Να μην πονά. «Κι εσύ τι έκανες;» τον ρώτησα.
«Έλα, κάτσε να σου πω μια ιστορία», μου αποκρίθηκε. «Είναι για κάποιαν αρχή του χρόνου η ιστορία μου. Τότες που καθήμενος στ’ άλογο και περνώντας μεσ’ από τα φουσκωμένα χωράφια και τον ποταμό, βαστούσα το γαλάζιο ύφασμα και πήγαινα στο διπλανό χωριό να το δώσω της αγαπημένης μου. Περνούσα μέσ’ από σύγνεφα και χειραποσκευές μα δεν μ’ έμελλε γιατί είχα την αγάπη καρφωμένη σαν παράσημο στο στήθος. Έλα να σου πω πώς έλαμψε το πρόσωπό της όταν άνοιξε την ξύλινη πορτούλα και με αντίκρισε. Άνοιγα το στόμα μου κι οι φθόγγοι δεν ακούγονταν. Μια ομάδα παιδιών τραγουδούσε τα κάλαντα:
«Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός…»
Άνοιγα το στόμα μου και δεν ακουγόμουν. Εκείνη χαμογελούσε.
«Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθετ’ η κυρά μας, η Παναγιά,
όργανο βαστάει, κερί κρατεί
και τον Άη Γιάννη παρακαλεί…»
Χαμογελούσε. Είναι ίσως για το ύφασμα, σκέφτηκα. Που θα ράψει κυανήν εσθήτα με τυπωμένα ρόδα. Γι’ αυτό χαίρεται. Τα φουστάνια των κοριτσιών στο νησί είναι σκουρόχρωμα, μυρίζουν σκοτεινιά και θάνατο. Οι φωνές των παιδιών κόντευαν να τρυπήσουν τ’ αυτιά μου, βελόνες αιχμηρές, κι η μορφή της όλο κι απομακρυνόταν.
«Άη Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί
ν’ ανεβώ επάνω στον ουρανό
να μαζέψω ρόδα και λίβανο».
Έλα να σου πω μια ιστορία, Μαριάννα μου. Για κάποιαν αρχή του χρόνου. Για τη ζήση μου. Όλη τη ζήση μου την έζησα με την αγάπη. Όλη τη ζήση μου δέθηκα με τις Μούσες. Τη μάνα μου τη λέγαν Ουρανία. Την αδελφή μου Κλειώ. Και τη γυναίκα που αγάπησα Καλλιόπη».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Της γιαγιάς μου, που κοιμήθηκε κάποια Θεοφάνεια, και του παππού μου, που επιμένει να με επισκέπτεται στον ύπνο μου κάθε που πάει να φλεβαρίσει του Αγίου Χαράλαμπου και κάθε που βρίσκω στον δρόμο μου την αγάπη. Αιωνία η μνήμη όσων έφυγαν κι ανέσπερο να είναι στη ζωή μας το φως της αγάπης.


Μαρία Μίτλεττον