Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Τρία ποιήματα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ" του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου που λάβαμε.


Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Γράφει ποίηση και πεζογραφία και συνεργάζεται με διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Γράφει επίσης βιβλιοκριτικές πάνω σε έργα άλλων δημιουργών. Eίναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά.

Έργα του:
1.“Μικρή Περιήγηση”, ποίηση. Α΄έκδοση από τις εκδόσεις “ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ”, Θεσσαλονίκη 1996 και Β΄έκδοση από τις εκδόσεις “ΕΝΤΥΠΟΙΣ”, Αθήνα 2017
2.“Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, ποίηση. Εκδόσεις “ΠΗΓΗ”, Θεσσαλονίκη 2016 3.“Νυχτοπερπατήματα”, νουβέλα σε ψηφιακή μορφή (e-book), από τις εκδόσεις “24 γράμματα” Aθήνα, 2016
4. “Αχαρτογράφητα”, ποίηση haiku σε ψηφιακή μορφή (e-book), από τις εκδόσεις “24 γράμματα” Αθήνα, 2017

Στη μουσική των αστεριών
(ερωτική αστρική προβολή στο σκοτάδι...)

Ήπια τη νύχτα και απλώθηκε στα σπλάχνα μου
 πικρό πυκνό σκοτάδι και στη δίνη
γυμνός αφέθηκα στο φρέαρ που ανοίχτηκε
κι η γη χαμένη μακρινή λησμονημένη. 
Κενό απέραντο ποτέ μου δε φοβήθηκα
 τη μουσική των αστεριών και δες χορεύω
 με τους κομήτες σου π` ανάβουν και φωτίζουνε
 έξω απ` τα σύνορα του κόσμου την ψυχή μου.
 Ήπια τη λάμψη του Θεού, το φως του ντύθηκα
 και σαν μια πύρινη βολίδα ταξιδεύω 
πιο γρήγορα απ` τη σκέψη κι οι πλανήτες μου
 μια γειτονιά θαρρείς κι οι χίλιοι τόσοι ήλιοι
 μικρά τριαντάφυλλα φωτιάς μέσα στον κήπο μου
 που κοκκινίζουν από έρωτα και πόθο.

*****

Ας χάσω 

Γκρέμισα όλα μου τα σύνορα για σένα 
να `ρχεσαι όταν θέλεις σαν πανσέληνος
 ν` απλώνεις δάχτυλα ασημιά και το σκοτάδι 
να πλημμυρίζει ξάφνου φως κι όλα ν` αλλάζουνε. 
Δες, δε σε πολεμώ, δεν αντιστέκομαι 
μήτε με νοιάζει να `χω δίκιο, δεν πειράζει
 ας χάσω εγώ από τους δυο, κέρδισε εσύ
 αρκεί μαζί σου να κερδίσει κι η αγάπη.

*****

Γυάλινη ζωή 

Σ` αγκάλιαζα τις νύχτες νοερά 
“κοιμάσαι άραγε”, ρωτούσα τρυφερά μη σε 
 ξυπνήσω 
άκουγα την ανάσα σου τα όνειρα 
που σου ξεκλείδωναν τη σκέψη ένα ένα.
 Κι έπειτα έφευγα μακριά γυμνός ξυπόλυτος 
γινόμουν πάλι το παιδί που αγαπούσες 
πριν σε κουράσει η ζωή κι οι χίλιες έγνοιες σου
κι η τόση αγάπη που βαλτώνει στη συνήθεια.
 Αχ, είναι γυάλινη η ζωή, πάντοτε εύθραυστη 
κέρδος που φτάσαμε ως εδώ, μη μου λυπάσαι 
κέρδος το φως π` αδράξαμε κι ας λέγανε 
πως ήταν δίσεκτοι καιροί και πικραμένοι