Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018


Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «OMAΙΜΟΣΥΝΗ»
Ποίηση
Της Κωνσταντίνα Σκούφη
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ

Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ-Παρίσι)
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRIZE FOR LITERATURE 2016
Διεθνές Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ 2018









«ΟΜΑΙΜΟΣΥΝΗ». Μια ποιητική συλλογή της Κωνσταντίνα Σκούφη, από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ, που παρατηρεί την αλήθεια της ύπαρξης εξομολογητικά στιχουργική, σε στίχο ελεύθερο αλλά με ρυθμό εσωτερικό ιδιάζοντα και εύκρατο στις εκπλήξεις των λέξεων που ρέουν ευχάριστα, σαν χειρονομίες.

 Μέσα από εξομολογήσεις υπόκωφες σαν συνήθειο, ερωτήματα μισοκλεισμένα στο ξαφνιασμένο όνομα των προσοχών τους, προθέσεις, καταφάσεις, διευκρινήσεις στη συνοδεία της πραγματικότητας, η ποιήτρια Κωνσταντίνα Σκούφη παρασκευάζει ένα σύμπαν ποιητικό εύκαρπο

«…τα μεταβαλλόμενα κομμάτια
αδιάκοπα θα προσπαθώ να συναρμολογώ
μ’ ένα κατσαβιδάκι που μου ξέμεινε
στα χέρια από παιχνίδι παιδικό.»

(σελ.15, από το ποίημα «ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΟΥ ΕΚΔΟΧΗ»)

Είναι αλήθεια ότι ο αναγνώστης εδώ παλεύει με μια ποίηση γνήσια, από εκείνες που προσωπικά χαίρομαι να διαβάζω, μια ποίηση έντιμη στη χρήση των υλικών της και που βρυχάται πως θα έχει διάρκεια, αφού η δημιουργός έχει τιθασεύσει και ετούτο είναι κάτι παραπάνω από φανερό το ύφος της τέχνης της.

«όπως και όσο μου έχει οριστεί να πέσω
αλλά στις φαντασίας τις κοραλλένιες πεδιάδες
το κούτελο να μη συντρίψω από τώρα»

(σελ.10, από το ποίημα «ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΑΜΕ ΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΕΙΧΑΝ ΓΕΝΝΗΘΕΙ»)

Μια ποίηση σαν  γεωγραφία δικαίου στο επίδομα της ζωής, στην εντέλεια χαραγμένη στη μεζούρα της μνήμης και της επιθυμίας για το μέλλον, που μεταδίδει τη διάθεση της όρασης, της λογικής, της ηθικής και της εξακολούθησης της δημιουργούς της, στο σουγιά της ψυχής του αναγνώστη, κυκλώνοντας θαρρείς όλες εκείνες τις χρήσεις  του εαυτού του που μανουβράρουν την ύπαρξη

«Σ΄ αυτή τη γλώσσα τη παμπάλαια που μοιάζει
όπως όπως να αρπάχτηκε μαζί με άλλα χρειώδη από το πατρικό
και μες το χαλασμό
δια θανάτου
από τη λαβωμένη της ζωής κρυφή λαβή να σύρθηκε
σακί μες της φαμίλιας τα χρυσαφικά
που ως τη νέα γη να φτάσει
επάνω στους καρόδρομους τόσων αιώνων
στην πλάτη αθώων και ενόχων κουβαλήθηκε»

(σελ. 6, από το ποίημα «ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΑΜΕ ΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΕΙΧΑΝ ΓΕΝΝΗΘΕΙ»

Στις περίπου 45 σελίδες αυτού του ποιητικού βιβλίου, η Κωνσταντίνα Σκούφη φισκάρει μια πατίνα αινιγμάτων ανάμεσα στο νοικοκυρεμένο πύρο των ποιημάτων της. Αινίγματα που δεν είναι πάντοτε ορατά, αλλά που υφέρπουν  στην ομηρία της μνήμης του καθενός μας, σαν λοστοί ορισμών στο μαδέρι της ύπαρξης χρονίζοντας δυναμικά στο ξόδι των λέξεων κα των στίχων.

Κατοπτρευμένες αιτίες στοχασμών ιριδίζουν με ρυθμό εσωτερικό και διανύσματα εμβρίθειας μέσα στους στίχους της συλλογής αυτής, από το θώρακα της ικανότητας της ποιήτριας που απλώνεται ξεκουμπωμένος στα ερείσματα της εποχής της με μέτωπο καθάριο, ξεβιδώνοντας πτυχές του αναγνώστη οικείες που νοτίζονται μέσα του και αναζητούν μια εξακολούθηση για να ξεθαρρέψουν και να απαλυνθούν από το βάρος της εγκράτειας τους.

«Είτε πεις είτε δεν πεις
για κάθε πρόβλημα
-λυτό και άλυτο-
μολύβι και χαρτί.
Στου κάθε ανεπαίσθητου δευτερόλεπτου την αέναη
ακατανόητη  μηχανική
ένα χιλιοστό της ύπαρξής σου έστω
κάπως να ΄χει προεργαστεί
να καθαρογραφεί»

(σελ. 42, από το ποίημα «ΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ Μ΄ΕΚΑΝΑΝ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ»)


Η Κωνσταντίνα Σκούφη έχει πολλά να δώσει στην ποίηση, αυτό είναι φανερό σε αυτό το βιβλίο της και είναι προικισμένη με δόκιμο ποιητικό ρυθμό που δεν τη στενεύει, αλλά που πλαταίνει μόλις πιάσει τον κοντυλοφόρο της έμπνευσης της.