Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018


Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «TA ΛΥΡΙΚΑ»
Ποίηση
Του Γιώργου Δ. Μπίμη
Λειβαδιά 2016


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ-Παρίσι)
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRIZE FOR LITERATURE 2016
Διεθνές Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ 2018






«Κι αυτό που μεταγγίζει την αλήθεια στις ψυχές, είναι ο λόγος και η ποίηση, ένας αχός ακατάλυτος και διάφανος, γι΄ αυτό που υπάρχει και εναλλάσσεται, για να μυηθεί ο άνθρωπος σ΄ αυτό που γνωρίζουν οι ορίζοντες, για να βγουν από την ανεπάρκεια που νιώθουν οι πολλοί γι΄ αυτό που ζουν»

(σελ. 9 )


Γράφει ο Γιώργος Δ. Μπίμης στην αρχή του βιβλίου του αυτού.

Και το γράφει με συνείδηση που επισυνάπτεται και στους στίχους που ακολουθούν σε όλο το βιβλίο, τεντώνοντας την ικανότητα του λυρισμού του με την ευθύνη της επάρκειας κάθε στίχου που γράφει.

Στις 58 περίπου σελίδες των ποιημάτων του αυτές, ξεκινάει ο αναγνώστης μια χειραψία εις το διηνεκές με μια ποίηση τίμια, καθαρή, απρόσκοπτη, γυμνασμένη με ευκρίνεια και ειλικρίνεια που αποκτά την κίνηση της από το εσωτερικό ορμητήριο εκείνης της υπομονής του ποιητή που σκύβει με στοχασμό επάνω στο υλικό της γραφής του για να μας παραδώσει τη γεύση των βιωμάτων μιας ψυχής ολάκερης, στο κιτάπι κάθε λέξης, κάθε ποιήματος.

«Τι να προσθέσει μια στιγμή στου δειλινού το χρώμα
Πάντα είναι αργά για καθετί
Στο νυχτωμένο χώμα…»

(από το ποίημα «ΜΕΣΑ ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗ ΣΙΩΠΗ», σελ. 24)


Τα ποιήματα του βιβλίου αυτού διέπονται από λυρισμό, περιστρέφονται γύρω από όλα τα λυρικά στοιχεία του ρυθμού εσωτερικού και εξωτερικού του στίχου, κρεμούνε με συμπάθεια την υπερρεαλιστική αντίληψη ενός κόσμου που μπουσουλάει στις αντοχές του, στο εφικτό μέστωμα των στοιβαγμένων εννοιών μιας ποίησης γάργαρης.

Εκείνο που είναι ιδιαίτερο στην ποίηση που περιέχει αυτό το βιβλίο του Γιώργου  Δ. Μπίμη, είναι πως αυτός ακριβώς ο λυρισμός που επιλέγει να εισβάλλει στα ποιήματα, είναι απαίδευτος σε εντάσεις, ακαταχώρητος σε πυροτεχνήματα τεχνημάτων και ευέξαπτος στον ενικό κάθε ψυχής. 

Με αυτό τον τρόπο, αλληλοχωνεύεται ποίηση και αναγνώστης στο ψιμύθι της όρασης του ποιητή που γράφει.

«Αλύτρωτος ο έρωτας για λευτεριά φωνάζει
Μα ΄ναι θνητός κι αβάφτιστος
Γι΄αυτό αναστενάζει…
………………………………………..

Στα νάματα της μνήμης σου, στο πορφυρό το πάθος
Εξάγνισε το δάκρυ σου
Μην ξανακάνεις λάθος…

Στους άσκοπους αλαλαγμούς μη δίνεις σημασία
στ΄ άγιο το φως τ΄αφέντη νου
θα βρεις αθανασία…

Σκάψε στο χρόνο πιο βαθιά να ιδείς πως είναι ίδια
Χέρια και πρόσωπα γυμνά
Στ΄ανέμου τα ταξίδια…
…………………………………………..

Στο πνεύμα σου το ζωντανό ξυπνούν χιλιάδες ήλιοι…
Στη δόξα των ονείρων σου
Ας πορευτούν κι οι φίλοι…»

(ποίημα «ΕΡΩΤΑΣ», σελ. 19)



 
Έχουμε λοιπόν να  αναμετρηθούμε με ποιήματα που σφύζουν από συνοχή, στηλιτεύουν τα τανύσματα του αυθεντικού στο χρωστήρα της τέχνης τους, δεν έχουν αντιφάσεις, ούτε ωραιοπάθεια υποθέσεων στο αόριστο και το απροσδιόριστο, αλλά ένα βαθύ άπλωμα στο γήινο, στο πραγματικό, στο αυθεντικό που ορθοστατεί στο παρόν για να παρασκευάσει ένα μέλλον εύκαρπο για την ύπαρξη και την ψυχή. Με μια μετάγγιση υπερηφάνιας στη γρίλια των συνειρμών μας.

Έτσι λοιπόν, ο αναγνωστης καταλήγει να αναφωνεί:

«Στις πλατείες του μυαλού
κράτε με αγκαλιά…»

(σελ. 49, από το ποίημα  «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΥΧΤΩΣΕ»)