Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018


Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ»
Μυθιστορία
Του Γιάννη Συμεωνίδη
Εκδόσεις ΑΠΑΡΣΙΣ
2018


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ-Παρίσι)
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRIZE FOR LITERATURE 2016
Διεθνές Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ 2018
Τιμητικό Αριστείο Ακαδημίας Αθηνών








Το βιβλίο «ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ» του Γιάννη Συμεωνίδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΠΑΡΣΙΣ, είναι ένα βιβλίο που μιλάει όχι τόσο για εκείνη την έξωθεν δικτατορία ως καθεστώς, αλλά για εκείνη την δικτατορία που ο καθένας από εμάς ιδρύει εντός του, με άξονα τα πάθη του, τα ορμέμφυτα του, τις επιδιώξεις του, τα εύστοχα-άστοχα ιδανικά του αλλά και που εμείς την επιβάλλουμε και ταυτόχρονα άλλες ίδιες μικρές δικτατορίες μας επιβάλλονται από άλλα πρόσωπα του περιγύρου, όχι απαραίτητα πολιτικά, αλλά και συναισθηματικά πρόσωπα, επαγγελματικά πρόσωπα, φαντασιακά πρόσωπα κλπ.

Σελίδα τη σελίδα ανακαλύπτουμε, ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν σκοτώσει τον ίδιο τους τον εαυτό πρώτα, θεωρώντας τον αλλά και προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι είναι ο εαυτός τους αυτός ένας δικτάτορας που ασκεί πίεση επάνω τους και εκείνοι πρέπει να υποταγούν στις ορέξεις του.

Τελικά είναι οι ίδιοι έρμαια και υπόδουλοι  μιας αδυναμίας να ανταποκριθούν στον πιο απαιτητικό ρόλο: το ρόλο του ανθρώπου.

Συμβατικότητες, επιλεγμένες να λανθάνουν στον ορισμένο κίνδυνο των επιλογών. Οι επιλογές, ναι, οι επιλογές είναι τελικά ο μεγαλύτερος δικτάτορας που χρησιμοθηρεί εναντίον μας. Διότι κάθε επιλογή δρα καταλυτικά και υποδουλώνει στη χρήση της. Δικτατορίες που επιλέγει ο καθείς από εμάς κάθε στιγμή με τις αποφάσεις του.


‘Εχει ο συγγραφέας μερικές φράσεις επιδέξια στερεωμένες στη χρήση του λόγου μέσα στο βιβλίο του αυτό.


«Άφησε αμέσως κάτω το βιβλίο που κρατούσε, ένα ακόμα ρομαντικό μυθιστόρημα για απελπισμένους αναγνώστες»
(σελ.50)

«με τον τρόπο που θα με σκοτώσετε θα δώσετε ένα ακόμα καλό επιχείρημα στο μέλλον να με μνημονεύει»
(σελ.165)

«Η αιωνιότητα δεν ήταν το παιχνίδι που του ταίριαζε»
(σελ.22)


Η διαδικασία μιας χαλάρωσης εντός του εαυτού των αρχών και των σκέψεων υπέρ μιας ευκαιρίας για το πουθενά σε οριστική ενεστώτα μορφή όμως.
Ο Πέτρος Αργυρίου, η κύρια μορφή του βιβλίου γύρω από την οποία και με την οποία περιστρέφεται ο άξονας του βιβλίου, φθάνει πολύ κοντά στο θάνατο. Η δικτατορία εντός όμως μπορεί να έχει την ίδια μοίρα?
Διαλανθάνει μια υποβόσκουσα φιγούρα πίσω από το χαρακτήρα του Πέτρου Αργυρίου. Η φιγούρα εκείνη του ανθρώπου που μπορεί να βαστάει ακόμη λίγο φως.


«Ο ίδιος γνώριζε ότι δεν μπορούσε να διαμορφώσει κάτι παραπάνω από ένστικτα, για αυτό ήταν πολύ επιφυλακτικός στην κριτική.»
(σελ.187)


Μετοικήσεις σε ένα βεστιάριο ζωών. Οροθετικά στιγμιότυπες. Με πηδάλια συνεχειών.

Συμπεράσματα που βγαίνουν από το στόμα του αφηγητή, σκέψεις του αφηγητή και ο ίδιος ο Πέτρος Αργυρίου απορροφημένος μέσα στον αφηγητή. Ο αφηγητής σκέφτεται και μας ανακοινώνει. Ο Αργυρίου παρακολουθεί. Ο αφηγητής ανακοινώνει τη συναισθηματική κατάσταση του Αργυρίου. Ο Αργυρίου περιορίζεται να μας πει ότι τη νιώθει.

Παραστάσεις ζωής ξοδεμένες σε υπάρξεις παραπαίουσες, ανάκλιντρες των πραγματικών σημασιών τους.

Ο Πέτρος Αργυρίου σκέφτεται με μονοκοντυλιές. Αυτό δεικνύει το συγγραφέα αφηγητή που προσπαθεί να πλέξει ετούτη την ιστορία. Τα νήματα του είναι κάτι περισσότερο από καταφανή. Αυτό δεν είναι αναγκαία κακό, όμως εδώ διαφαίνεται ριζικά η αδυναμία στο κτίσιμο του χαρακτήρα του Πέτρου Αργυρίου που ανεβοκατεβαίνει ανάμεσα σε γενικεύσεις.

Το βιβλίο ρέει επαρκώς αφηγηματικά, αλλά ανακατεύει τον άρτο της προσοχής του αναγνώστη αναμεταξύ συμπερασμάτων που του ανήκουν να βγάλει ο ίδιος, τα περιγράφει όμως ο αφηγητής καθοδηγητικά. Κι αυτό θα ήταν ένα έξυπνο αναγνωστικό τρικ, αν πετύχαινε ο συγγραφέας να το συνδυάσει βάζοντας τον εαυτό του στη θέση του δικτάτορα που επιβάλλει ακόμη και την αναγνωστική συνθήκη στον αναγνώστη του. Έτσι θα είχε πολλά επίπεδα ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ το βιβλίο.

Κι όμως, ένα τέτοιο εύρημα, τόσο μεγάλου μεγέθους, όχι μόνο δεν απορροφάται επαρκώς από το συγγραφέα, αλλά δεν καταφέρνει να το αναγνωρίσει ο ίδιος για να το κάνει χρήση και έτσι το βιβλίο πλέει στα γνωστά νερά της σύγχρονης κατά χιλιάδες τόμων βιβλίων αφηγηματικής παραγωγής του καιρού μας.

«Αυτή η εκδοχή τον είχε προσπεράσει βιαστικά δίχως ο συγγραφέας να προλάβει να διαβάσει τις πινακίδες της»
(σελ.113)

Ο ίδιος εξάλλου γράφει στο βιβλίο του:

«Έτσι κι αλλιώς το ταλέντο των τελευταίων δεν είχε υπερχειλίσει τη χώρα. Μάλλον περί μετριοτήτων επρόκειτο, οι οποίες δεν γνώριζαν καν τον τρόπο να επιβληθούν στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Κι αυτοί είχαν πλευρίσει τον Τραπεζίτη προσπαθώντας να κερδίσουν την εύνοιά του, αλλά το επιχειρούσαν δίχως ίχνος τακτ και χωρίς να διαθέτουν το κουράγιο να οδηγήσουν το γλείψιμό τους μέχρι τα απώτατα όριά του. Είχαν, μάλιστα το θράσος να αποκαλούν την ανικανότητά τους ηθική, λες και δεν μετρούσε καθόλου ότι είχαν ήδη ρίξει χαμηλά την αξιοπρέπειά τους, που θα μπορούσε να την πατήσει κι ένα μυρμήγκι.»
(Σελ.22)