Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018


Ένα κείμενο της Ρούλα Ιασονίδου με τίτλο "Η ψηλάφηση των αφηγηματικών επιπέδων στον Κρητικό του Διονυσίου Σολωμού ως εργαλείο κατανόησης του ποιήματος και ιδιαίτερα του άχρονου αφηγηματικού επιπέδου της έσχατης κρίσης" δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





Γεννήθηκα και κατοικώ στις Σέρρες. Είμαι εκπαιδευτικός γαλλικών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και έχω κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (Διδακτική της Γαλλικής σαν διεθνούς γλώσσας)  και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και Λογοτεχνία. Είμαι επίσης διδακτορική φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου στο τμήμα Γαλλικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.




Η ψηλάφηση των αφηγηματικών επιπέδων στον Κρητικό του Διονυσίου Σολωμού ως εργαλείο κατανόησης του ποιήματος και ιδιαίτερα του άχρονου αφηγηματικού επιπέδου της έσχατης κρίσης
(της Ρούλα Ιοασινίδου)



Το πρόβλημα που θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε είναι η οριοθέτηση των πολλαπλών χρονικών επιπέδων αφήγησης στο ποίημα του Δ. Σολωμού, Κρητικός, ως μέσο καλύτερης κατανόησής του, μελετώντας ειδικότερα ένα από αυτά: το  άχρονο επίπεδο αφήγησης της έσχατης κρίσης στο οποίο συναντώνται αφηγηματικό παρελθόν παρόν και μέλλον του ποιήματος. Ξεκινάμε από την αρχή του Genette πως «η αφήγηση είναι παράγωγο της αλληλενέργειας των ποικίλων συστατικών της επιπέδων» αναγνωρίζοντας «ότι η αφηγηματολογία αποβλέπει στην ανάλυση αυτών των σύνθετων σχέσεων»  (Τζιόβας, 2003, 54). Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την τυπολογία του Genette,  ένα πολύ χρήσιμο βοήθημα για την ανάλυση της αφηγηματικής τεχνικής, γιατί προσφέρει μια συστηματική, συνολική θεωρία για την αφήγηση.

 Ο Κρητικός είναι σύμφωνα με τον Ερ. Καψωμένο «το πιο αφηγηματικό από τα έργα της ωριμότητας του Σολωμού». Ο ήρωας-αφηγητής απευθυνόμενος σε ένα υποθετικό ακροατήριο διηγείται την ιστορία του, περιγράφει γεγονότα και φαινόμενα που έλαβαν χώρα τότε που ναυάγησε φεύγοντας από την πατρίδα του την Κρήτη προσπαθώντας να σώσει τη ζωή του και αυτή της αγαπημένης του, ως τη στιγμή που έφτασε στη στεριά. Ωστόσο παρεμβάλλει και γεγονότα της περιόδου που προηγήθηκε (όταν αγωνιζόταν για την ελευθερία της πατρίδας του 1821-24) καθώς και της εποχής μετά το ναυάγιο, ως το παρόν της αφήγησης.  

Εντύπωση εν τούτοις  μας προκαλεί η απότομη, χωρίς εισαγωγή αρχή του ποιήματος. Δεν αναφέρεται το γεγονός ότι ο ήρωας και η αρραβωνιαστικιά του είναι ναυαγοί. Υποθέτουμε ότι σκοπός του ποιητή είναι να αφαιρέσει κάθε άχρηστο επεξηγηματικό υλικό και να δημιουργήσει ένα μυστηριακό περιβάλλον αφήγησης που θα γοητεύσει και θα εμπλέξει όσο το δυνατό περισσότερο τους αναγνώστες του. Αν και τα καταφέρνει να δημιουργήσει τις παραπάνω εντυπώσεις, ωστόσο αυτή η ex abrupto αρχή του ποιήματος προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη, ο οποίος δυσκολεύεται να καταλάβει ποιος αφηγείται, γιατί βρίσκεται σε αυτή τη δύσκολη θέση, τι προηγήθηκε της περιπέτειάς του στη θάλασσα και τι έπεται. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δυσδιάκριτα όταν στο δεύτερο μέρος του ποιήματος, ο αφηγητής συνδιαλέγεται με υπερκόσμιες υπάρξεις, αλλά και όταν στο τρίτο μέρος αντικρίζει το όραμα της Φεγγαροντυμένης και στη συνέχεια (πέμπτο μέρος) ακούει τον μυστηριακό «γλυκύτατο ηχό». Η κατάσταση ξεκαθαρίζει πολύ περισσότερο για τον αναγνώστη όταν κατανοήσει τη διαφορά μεταξύ της αφήγησης και της ιστορίας δηλαδή της τάξης και της διάρθρωσης των γεγονότων μέσα στο κείμενο και της ακολουθίας με την οποία αυτά τα γεγονότα συνέβησαν στην 'πραγματικότητα', όπως μπορούμε να τη συναγάγουμε από το κείμενο. Αυτό λοιπόν θα προσπαθήσουμε να κάνουμε αρχίζοντας την αναφορά μας από τον αφηγητή του ποιήματος.

Στον Κρητικό ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος (ομοδιηγητικός), βλέποντας από εσωτερική οπτική γωνία τα γεγονότα που διηγείται. Έτσι, συμμετέχει στα δρώμενα ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός) και αφηγείται σε α΄ γραμματικό πρόσωπο (μίμηση ή άμεση αφήγηση). Κάτι τέτοιο κάθε άλλο παρά συνηθισμένο είναι για τη Σολωμική ποίηση. «Ο Κρητικός είναι το μόνο ποίημα του Σολωμού όπου από την αρχή ως το τέλος μιλάει ένας επινοημένος αφηγητής, που αντίθετα με τους περισσότερους ήρωες του, μένει ζωντανός ως το τέλος για να πει την ιστορία του». (Μάκριτζ, 1995, σελ. 71).

Ας περάσουμε τώρα στην αφήγηση: δεν είναι χρονολογική, δηλαδή τα γεγονότα δεν εκτυλίσσονται με τη σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν στην ‘πραγματικότητα’, αλλά υπάρχει μια κύρια ευθύγραμμη αφηγηματική πορεία, η οποία αρχίζει in medias res  και διακόπτεται από αναδρομικές αφηγήσεις (αναλήψεις) και πρόδρομες αφηγήσεις (προλήψεις) που διαπλέκονται δημιουργώντας τέσσερα χρονικά επίπεδα, πράγμα που δημιουργεί μια σύγχυση στον αναγνώστη του ποιήματος. Οι αναλήψεις και οι προλήψεις θα μπορούσαν  να εκληφθούν σαν επιβραδύνσεις εφόσον καθυστερούν την εξέλιξη της πορείας των γεγονότων της κύριας αφήγησης. Αναφερόμενοι βέβαια στους τέσσερις τελευταίους στίχους του ποιήματος, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι παρατηρείται ένα αφηγηματικό κενό καθώς δεν μας πληροφορεί ο αφηγητής για το τι ακριβώς συνέβη σε αυτό το χρονικό διάστημα (μετά το σταμάτημα του θεσπέσιου ήχου και ως τη στιγμή που φτάνει στη στεριά: Και τέλος φθάνω στο γιαλό). Υποθέτουμε βέβαια ότι τίποτε συγκλονιστικό δεν έχει συμβεί καθώς κολυμπά με κόπο για να μεταφέρει την αγαπημένη του, αλλά και ότι πρόκειται για ένα ακόμη εύρημα του ποιητή που στόχο έχει να καταστήσει όσο το δυνατό πιο εμφατικό το τέλος του ποιήματος.

Ας διερευνήσουμε όμως τα χρονικά επίπεδα της αφήγησης μαζί με τα γεγονότα που ξετυλίγονται στο καθένα από αυτά δίνοντας τα με τη χρονική τους σειρά και όχι με τη σειρά που αναφέρονται στο ποιητικό κείμενο, όπως μας τα προσδιορίζει ο  Ερατοσθένης Καψωμένος (1998, σελ. 21-35):

Το πρώτο χρονικό επίπεδο καλύπτει περίπου το διάστημα μιας νύχτας, περιλαμβάνει τα γεγονότα της κύριας αφήγησης (που γίνεται σε α΄ πρόσωπο)  και περιγράφει μια θαυμαστή εμπειρία του ήρωα, ενώ βρίσκεται ναυαγός μέσα στη θάλασσα παλεύοντας να σωθεί και να σώσει την αγαπημένη του. Είναι δε δυνατό να χωριστεί στα εξής μέρη:

-          Η πάλη των δύο ναυαγών με τα κύματα μέσα στη θύελλα 18.1-6, 20.1-2, 21.37-38, 22.10-12, 15-16, 21-22
-          Το γαλήνεμα της φύσης 20.3-10
-          Η ανάδυση της φεγγαροντυμένης και η συνάντησή της με το ναυαγό 20.11, 21.27, 22.1-2
-          Η εξαφάνιση της φεγγαροντυμένης 22.3-4
-          Η  διάχυση του μαγευτικού ήχου 22.23-55
-          Η έξοδος των ναυαγών στη στεριά  22.56-58
-          Η διαπίστωση του θανάτου της κόρης 22.58

Το δεύτερο (αναδρομές στο παρελθόν), αναφέρεται στην προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη και περιλαμβάνει τα γεγονότα της ζωής του πριν από το ναυάγιο, δηλαδή:

-          Αναφορά στα παιδικά ανέμελα χρόνια του ήρωα 21.16
-          Αναφορά στην εφηβεία του 22.16
-          Αγώνες ενάντια στους Τούρκους 19.1-3, 22.16-20
-          Αφανισμός της οικογένειάς του 21. 28-35
-          Τελική ήττα και εκπατρισμός 21. 36

Το τρίτο χρονικό επίπεδο (πρόδρομες αφηγήσεις) καλύπτει το παροντικό διάστημα της ζωής του αφηγητή ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και την απώλεια της κόρης, από το οποίο αναφέρονται:

-          εξευτελιστική ζωή, ζητιανιά και πόνος  22.5-9, 13-14
-          αλλά και χαρισματική κατάσταση (22.5-8 «σφραγίδα δωρεάς»)
-          ο θάνατος της κόρης (19.4)

Το τέταρτο χρονικό επίπεδο (πρόδρομη αφήγηση για την έσχατη κρίση) βρίσκεται στο υπερβατικό και μεταφορικό μέλλον, αφού αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών και στην έσχατη κρίση:

-          συνάντηση του Κρητικού με τις ψυχές των νεκρών- εμφάνιση της κόρης στην πύλη του Παραδείσου (19.5-18)

Διαφορετικά είναι κατά το Δ.Ν. Μαρωνίτη (1986, σελ.13-26) τα τέσσερα επίπεδα της αφήγησης, οι τέσσερις «εποχές» του έργου όπως τις ονομάζει χρησιμοποιώντας την ορολογία του ίδιου του ποιητή στο ιταλόγλωσσο σχόλιο των Αυτογράφων του. «Η δράση του ποιήματος ορίζεται εξαρχής με κέντρο το μάτι του αφηγητή. Το έργο γεννιέται, καθώς το φως σχίζει το σκοτάδι και η φωνή την αφωνία».

Ονομάζει πρώτη εποχή του ποιήματος «το πλαίσιο χρόνου και χώρου που συνθέτουν τα βασικά του ευθύγραμμα επεισόδια: το ναυάγιο, η νηνεμία, η ανάδυση της Φεγγαροντυμένης, η διάχυση του γλυκύτατου ήχου, ο αιφνίδιος θάνατος της κόρης την ύστατη ώρα της δοκιμασίας.» Άλλωστε ο κύκλος που σχηματίζεται «με την ίδια λέξη στην αρχή και στο τέλος της σύνθεσης» το καθιστά «σύνολο λόγο» και όχι αποσπασματικό.

Σαν δεύτερη εποχή ορίζει τον «ομόκεντρο κύκλο που περιβάλλει την πρώτη εποχή και το χώρο επομένως που ορίζουν οι διαφυγές από τον πρώτο κύκλο». Παλίνδρομες μνήμες (παιδική ηλικία, εφηβεία, πολεμική δραστηριότητα στην Κρήτη, εκπατρισμός του ήρωα) καθώς και  πρόδρομες (εκείνες που αναφέρονται στο παρόν του ήρωα ύστερα από το κρίσιμο ναυάγιο, ύστερα από το χαμό της κόρης, με τη σφραγίδα μιας δωρεάς που τον βοηθά να γαληνεύει τις εφιαλτικές νύχτες της πολύτροπης μοναξιάς του) νέμονται άνισα «τον χώρο που ορίζουν οι διαφυγές από τον πρώτο κύκλο».

Σαν τρίτη εποχή αντιλαμβάνεται «τον ομόκεντρο κύκλο που περιέχει τους δύο προηγούμενους· αυτόν που εκβιαστικά σχεδόν, με το μοτίβο της έσχατης κρίσης, συνεισφέρει στην κοίτη του ποιήματος ένα χρόνο άχρονο κι ένα χώρο εξαγιασμένο».

Η τέταρτη δε εποχή «θεματικά εξαρτάται από το ρημαγμένο παρόν του Κρητικού, ο οποίος αναπλάθει την προηγούμενη ζωή του» περικλείοντας και τις τρεις προηγούμενες εποχές  στο «δίχτυ του χρόνου που δημιουργεί και αναλίσκει» ο αφηγητής διηγούμενος την ιστορία του. Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης θεωρεί αυτή την τέταρτη εποχή σαν τον ουσιωδέστερο χρόνο της ποιητικής πράξης διότι την ώρα της λυρικής αφήγησης του ο ήρωας «ασκεί πια τη δωρεά που του κληροδότησαν το όραμα της Φεγγαροντυμένης και ο ανήκουστος ήχος».

Κοινός  άξονας των τεσσάρων αυτών ομόκεντρων κύκλων που αντιπροσωπεύουν τις εποχές του ποιήματος δεν είναι άλλος από αυτόν  της δοκιμασίας: πολεμικοί αγώνες, ξεκλήρισμα φαμίλιας, απώλεια συντρόφων, λαβωματιές, εκπατρισμός, ναυάγιο, χαμός της κόρης, έσχατη κρίση και συντέλεια αυτού του κόσμου - θάνατος πριν από την ανάσταση. «Η οριζόντια εξάλλου διάμετρος αυτής της τετράκυκλης κίνησης που πραγματοποιεί το ποίημα είναι η αβάσταχτη έκπληξη της ζωής: το αιφνίδιο πέρασμα από τη γέννηση στο θάνατο, από τον έρωτα στο χάρο, από την έκσταση στον καταποντισμό». Και ενώ οι τέσσερις εποχές αφήνουν βαθιά τα σημάδια τους στον ήρωα προκαλώντας του βαθιές αλλαγές, οι δύο άξονες του ποιήματος η δοκιμασία από τη μια και οι απότομες μεταπτώσεις από την άλλη διασταυρώνονται στο ποίημα όπως και στην ίδια τη ζωή.

Πρώτο επίπεδο και πρώτη εποχή ταυτίζονται αντιπροσωπεύοντας την αφήγηση των γεγονότων του ναυαγίου ως τη διαπίστωση του θανάτου της κόρης. Πλήρης είναι και η αντιστοιχία και του δεύτερου επιπέδου με τη δεύτερη εποχή του ποιήματος που αναφέρονται στους αγώνες του αφηγητή για την ελευθερία και τις συνέπειές τους. Το τρίτο όμως αφηγηματικό επίπεδο του Ερ. Καψωμένου αναφέρεται στο παροντικό διάστημα της ζωής του αφηγητή ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και την απώλεια της κόρης, ενώ για το Μαρωνίτη αντιπροσωπεύει τον ουσιωδέστερο (τέταρτο) κύκλο-εποχή, αυτόν που περικλείει τους τρεις προηγούμενους, εφόσον καταλήγει στην άσκηση της δωρεάς που του κληροδότησαν το όραμα της Φεγγαροντυμένης και ο ανήκουστος ήχος: της ποιητικής δημιουργίας.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι το τέταρτο αφηγηματικό επίπεδο που ανιχνεύει ο Καψωμένος  και «βρίσκεται στο υπερβατικό και μεταφορικό μέλλον, αφού αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών και στην έσχατη κρίση» ταυτίζεται με τον τρίτο ομόκεντρο κύκλο του Μαρωνίτη που «με το μοτίβο της έσχατης κρίσης, συνεισφέρει στην κοίτη του ποιήματος ένα χρόνο άχρονο κι ένα χώρο εξαγιασμένο». Αυτό τον «άχρονο και εξαγιασμένο χώρο» θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ψηλαφώντας τις μορφικές και αφηγηματικές  διαφορές του από τα υπόλοιπα αφηγηματικά μέρη, αυτές που ανάγουν τη λυρική αφήγηση σε επίπεδο μεταφυσικό.

Οι τρεις όρκοι που προηγούνται του άχρονου αυτού επιπέδου, στόχο έχουν να πείσουν τον ακροατή-αναγνώστη για την αλήθεια των λεγομένων του ήρωα, να δώσουν έμμεσα πληροφορίες για την πολεμική δράση του στην Κρήτη, προοικονομώντας βασικά στοιχεία της αφήγησης, κυρίως το θάνατο της κόρης (2 [19] στ.4). Αυτός είναι που προκαλεί ουσιαστικά τη μετάβαση στο μεταφυσικό αυτό επίπεδο τον οραματισμό της έσχατης κρίσης σαν μόνη δυνατότητα να ξαναδεί την αγαπημένη του συναντώντας την στην άλλη ζωή. Η έσχατη κρίση αποτελεί συνηθισμένο μοτίβο στο Σολωμό (Λάμπρος, Γυναίκα της Ζάκυθος) ιδιαίτερα σαν ακολουθία της αναφοράς του θανάτου. «Αφού μετά το θάνατο χρόνος δεν υπάρχει πια, ο σωματικός θάνατος του καθενός οδηγεί αμέσως στην ανάστασή του, που λαμβάνει χώρα με την ανάσταση όλων των νεκρών» (Μάκριτζ, 1995, 73).

Η έναρξη είναι εντυπωσιακή: «Λάλησε, Σάλπιγγα! Κι εγώ το σάβανο τινάζω…». Σε κανένα άλλο σημείο του ποιήματος (εκτός της επίκλησης στη Θεά (4[21] στ. 37) δεν συνδυάζονται το δεύτερο και  το πρώτο πρόσωπο στον ίδιο στίχο του ποιήματος.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί εδώ διάφορες αφηγηματικές τεχνικές: διαλέγεται με τους αναστημένους νεκρούς, «αχνούς αναστημένους κράζω», τους ρωτάει αν είδαν την καλή του, δηλώνοντας την επιθυμία του να κριθεί μαζί με αυτήν που αγαπά. Αυτοί του αποκρίνονται ότι την είδαν να βγαίνει με λουλούδια στα χέρια από την πύλη του παραδείσου (προοικονομία) και να γυρεύει κάποιον… πιθανότατα τον αγαπημένο της. Ακόμα λοιπόν και την ώρα της Ανάστασης το μυαλό και η ψυχή της κόρης βρίσκονται στον ήρωα, πράγμα που δικαιολογεί και τη δική του εναγώνια αναζήτηση, ενώ ενδόμυχα γνωρίζει την κατάληξή της. Μια πιο σύγχρονη ψυχαναλυτική ανάγνωση του συγκεκριμένου μεταφυσικού επεισοδίου θα μπορούσε να το ερμηνεύσει ως το διάλογο του ήρωα με τη συνείδησή του: βαθιά μέσα του ο Κρητικός γνωρίζει την αλήθεια, δεν θέλει όμως να την παραδεχτεί πριν την αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια, ψάχνοντας παρηγοριά στη θρησκεία. Την ανάγνωση αυτή καταρρίπτει η Ε. Τσαντσάνογλου (2008),  γράφοντας ότι «ο Σολωμός φροντίζει να απαλείψει κάθε στοιχείο που θα κινούσε αμέσως στον αναγνώστη [...] την υποψία ότι ο Κρητικός αγωνιζόταν, από μια στιγμή και πέρα, να σώσει μια νεκρή. [...] και ότι «ο θάνατος της κόρης μπορεί εύκολα και σίγουρα να περιοριστεί χρονικά ανάμεσα στην εμφάνιση και την εξαφάνιση της Φεγγαροντυμένης.»

Ας σταθούμε λίγο ακόμα στην υπαινικτική αναφορά του θανάτου της κόρης: «τον κόσμο απαρατώντας». Η αφήγηση μεταφέρεται στο μέλλον (πρόληψη ή πρόδρομη αφήγηση) και παράλληλα προϊδεάζεται ο αναγνώστης για το θάνατο της κόρης. Ή μήπως αυτός προοικονομείται; Δημιουργεί δηλαδή ο ποιητής τις κατάλληλες συνθήκες για όσα θα ακολουθήσουν; (Εμμανουηλίδης, 2006, 115-6) Μάλλον υπάρχει συνδυασμός και των δύο.

Ένα άλλο στοιχείο, μορφολογικό αυτή τη φορά που διαφοροποιεί τον άχρονο αυτό κύκλο από το υπόλοιπο ποίημα σε συνδυασμό με τη χρήση διάφορων αφηγηματικών τεχνικών είναι και ο τρόπος λειτουργίας των αντιθέσεων. Όπως παρατηρεί ο R. Beaton (1996, σ. 73), ο Σολωμός στον Κρητικό «επεξεργάζεται ξανά την παράδοξη σχέση των αντιθέτων: ζωή και θάνατος, σώμα και ψυχή, βία και ομορφιά. Κανένα από αυτά τα ζεύγη στην ποιητική σύλληψη του Σολωμού δεν είναι αυτοδύναμο χωρίς το άλλο, αλλά το τραγικό τίμημα της ολότητας, της υπέρβασης των διαχωρισμών όπου βασίζεται η καθημερινή ζωή είναι πάντα και αμετάκλητα ο θάνατος». Ενώ όμως στο πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο μέρος οι αντιθέσεις αναφέρονται περισσότερο σε στοιχεία της φύσης (βία και ομορφιά),  στο δεύτερο μέρος [19] στ. 5-18, η αντίθεση έγκειται ανάμεσα στο μεταφυσικό στοιχείο (οραματισμός έσχατης κρίσης) και το πραγματικό που προηγήθηκε αλλά και έπεται (ζωή και θάνατος). Ένα παράδειγμα: στο τρίτο μέρος βλέπουμε την αντίθεση ανάμεσα στην βία της φύσης (στίχοι 1-2: «Ακόμα εβάστουνε η βροντή…/Κι η θάλασσα που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει» και την ομορφιά της, καθώς η εμφάνιση της φεγγαροντυμένης υποτάσσει τα φυσικά στοιχεία (στ. 3-7 «Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,/ Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’άστρα/ Κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’αφήσει.»). Στο πέμπτο μέρος [22] βέβαια οι αντιθέσεις γίνονται πιο πνευματικές (σώμα και ψυχή): η χαρά του πολέμου δίνει τη θέση της στον αλτρουισμό και η ηθική ανάταση διαδέχεται τη βαρβαρότητα του πολέμου. Στους στίχους 13-14 διαπιστώνουμε την αντίθεση ανάμεσα στο φρένιασμα και τη γαλήνη του ήρωα για να φτάσουμε στην κορυφαία δραματική αντίθεση του στίχου 58 «Την απιθώνω με χαρά κι ήτανε πεθαμένη.» όπου η μετάβαση από το συναισθηματικό παράδεισο στην κόλαση γίνεται ακαριαία προσδίδοντας δραματικότητα στο έργο. Μόνο στο δεύτερο μέρος όμως η αντίθεση του μεταφυσικού με το πραγματικό παραμένει σε αφηγηματικό επίπεδο, τα γεγονότα που προηγήθηκαν και αυτά που έπονται αντιπαραβάλλονται με το  υπερβατικό παρόν. Να προσθέσουμε ότι, και η χρήση του δραματικού ενεστώτα στο δεύτερο μέρος όπως και στον τελευταίο στίχο του ποιήματος αποτελούν αφηγηματική τεχνική που εντείνει την αγωνία αφηγητή αλλά και αναγνώστη.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η διάκριση αφήγησης- ιστορίας και η κατανόηση των αφηγηματικών του επιπέδων φωτίζει  το συγκεκριμένο ποίημα και το δράμα του αφηγητή του. Τέλος, προσεγγίσαμε με περισσότερη λεπτομέρεια το δεύτερο μέρος του ποιήματος εκεί όπου αφηγηματικό παρελθόν παρόν και μέλλον συσχετίζονται, προσπαθώντας να ψηλαφήσουμε την ιδιότυπη αυτή αφηγηματική σχέση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Παπανικολάου Γ., 1986,  Διονυσίου Σολωμού Άπαντα, Αθήνα, εκδόσεις Παπαδήμα
Beaton, R., 1996, Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία,  Αθήνα, Νεφέλη
Εμμανουηλίδης Π., Πετρίδου- Εμμανουηλίδου Ελ., Νεοελληνική Λογοτεχνία, Αθήνα, Μεταίχμιο
Μάκριτζ, Π., Διονύσιος Σολωμός, Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Αθήνα, Καστανιώτη
Μαρωνίτης, Δ., 1986, Πίσω Μπρος. Προτάσεις και Υποθέσεις για τη νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία, ,Αθήνα, Στιγμή
Καψωμένος, Ερ., 1998, Ο Σολωμός και η Ελληνική Πολιτισμική Παράδοση, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων
Τζιόβας, Δ., 2003, Μετά την αισθητική, Αθήνα, Οδυσσέας,
Τσαντσάνογλου Ελ., 2008, Μια Λανθάνουσα Ποιητική Σύνθεση του Διονυσίου Σολωμού: Το αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ.11, Αθήνα, Ερμής