Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ένα ποίημα του Γιώργου Δ. Μπίμη, που λάβαμε, με τίτλο "Λέιλα Αλ Γαντούρ", δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ.

Γιώργος Δ. Μπίμης
Ο Γιώργος Δ. Μπίμης γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Βοιωτίας και ζει στη Λιβαδειά.
Είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός.
Έχει διακριθεί σε αρκετούς παγκόσμιους και πανελλαδικούς ποιητικούς διαγωνισμούς.
     
Το έτος 2015 κυκλοφόρησε ένα cdτου συνθέτη και τραγουδιστή Παντελή Θαλασσινού με τίτλο "Χίλια Καραβάκια", όπου συγκαταλέγονται σε στίχους του Γιώργου Δ. Μπίμη τα τραγούδια "Καράβια πάνε κι έρχονται" και το "Σ' είδε απόψε το φεγγάρι".

    Ο Παντελής θαλασσινός μελοποίησε ακόμα δυο τραγούδια σε δικούς του στίχους με τίτλους:
΄΄ Αηδόνι μου΄΄  και  ΄΄ Προσκυνητής…΄΄ στο τελευταίο του cd(2016)
με τίτλο: ΄΄ Με δυο Ρολόγια΄΄..

Η Εύα Φάμπα έχει γράψει μουσική για τέσσερα τραγούδια σε στίχους δικούς του με τίτλους:
΄΄Στον πόλεμο΄΄,  ΄΄Ορφέας κι Ευρυδίκη΄΄   ΄΄Τσε Γκεβάρα΄΄, ΄΄Ταξίδι στο χρόνο…΄΄

Για το ποίημα ''Μέντα και Βασιλικός'' έχει γράψει μουσική ο νέος συνθέτης Δημήτρης Κογιάννης.

Μία ακόμα συνεργασία με τον συνθέτη Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη έχει σα στόχο τη δημιουργία κύκλου τραγουδιών (νέο cd ) σε στίχους αποκλειστικά του Γιώργου Δ. Μπίμη (ήδη έχουν μελοποιηθεί πάνω από είκοσι  τραγούδια που ζητάνε ενορχήστρωση και ερμηνεία)…

Ο Γιώργος Δ. Μπίμης έχει εκδώσει τις παρακάτω ποιητικές συλλογές:
1. "Μνήμες της πέτρας και της Σιωπής…" (Νοέμβρης 2015)…


2. Το Μάιο του 2016 εκδόθηκε η Δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο: ΄΄Τα Λυρικά΄΄

3. Το Δεκέμβρη του 2016 εκδόθηκε η Τρίτη ποιητική του συλλογή με τίτλο:   ΄΄ Ο Χρόνος κι οι Πληγές…΄΄


Στις 25–1-2017 ο Σύλλογος Συνταξιούχων του Δημοσίου Ν. Βοιωτίας απένειμε τιμητική πλακέτα στον ποιητή για την προσφορά του στα Γράμματα και στην Τέχνη…




Ένας ελάχιστος φόρος τιμής για τον ασίγαστο
αγώνα του πολύπαθου λαού της Παλαιστίνης,…

Λέιλα Αλ Γαντούρ,

Φτωχό κορίτσι
των αδικημένων και των τυραννισμένων συντρόφων μας
της γης Χαναάν, μικρό, πανέμορφο μηλαδέρφι του Χριστού,
πως μπόρεσε στ’ αλήθεια η μικρούλα σου η καρδιά να χωρέσει
τ’ αχώρετα όνειρα και τ’ απειράριθμα άστρα της ψυχής
των απλών ανθρώπων της πατρίδας σου;
Πως μπόρεσαν τ’ αδύναμα χέρια σου να κρατήσουν τον κεραυνό
και την αστραπή για να φωτίσεις σε μια μεγαλειώδη,
επική κι ανατρεπτική  στιγμή, την ιερή προσήλωση
και το τρυφερό πάθος ολάκερης της οικουμένης;
Λέιλα Αλ Γαντούρ,
μέσα από τ’ αχτένιστα, κατάμαυρα  μαλλιά σου,
ξεχύνονται περιστέρια λευκά στους γλαυκούς ορίζοντες...
Φεύγουν κι έρχονται, ταξιδεύουν σα λαθρεπιβάτες
σε επίφοβες και κινδυνώδεις διαδρομές,
ταξιδεύουν
ως εκεί που ξυπνά κι αναδύεται το δικό μας όραμα…
Κι όταν χαμηλώνει ο ήλιος επιστρέφουν
στους ερειπωμένους δρόμους, στις χορταριασμένες αυλές,
για να αναζωογονήσουν τις φωλιές τους
κάτω από τις τρύπιες στέγες των σπιτιών,
για να τσιμπολογήσουν τον  άρτο τον επιούσιο
από το λιτό  τραπέζι των χερομάχων και των χειροβίοτων,
για να πιούν  νερό και να  ξαποστάσουν στην πυκνή σκιά
των δέντρων και των οραμάτων των εξεγερμένων
προλετάριων της γης…
Κι εκεί, μέσα στο βαθύ, γαλάζιο βλέμμα σου,
μια αναπάντεχη Ελπίδα καθρεφτίζεται, που μας παρακινεί
να κρατήσουμε ενεργή την πίστη μας
για κείνη την πορφυρή κι ακατάβλητη βεβαιότητα,
για το εξαίσιο  μέλλον του ανθρώπου που έρχεται
καλπάζοντας
για να εξοβελίσει τη νύχτα και τον άνεμο…
………………………………………………………
Κι όταν έσβησε η φλόγα της καρδιάς σου,
κείνη τη ζοφερή κι αγέλαστη  μέρα,
μυριάδες ανήλικα  χερουβείμ τραγούδησαν πέρα, μακριά,
στους ανθισμένους λειμώνες τ’ ουρανού, κρατώντας μύρο,
αγιοκέρια
κι αναμμένα γαρίφαλα στα μικρά – μικρά χεράκια τους…
Δε δάκρυσαν,… μόνο τραγούδησαν για σένα
μικρή νεράιδα των ονείρων μας,
για σένα που έφυγες τόσο βιαστικά από τη γη,
που πρόφτασες όμως, στο πρώτο σταυροδρόμι της ζωής σου,
να συναπαντήσεις την ιστορία των απλών ανθρώπων
που πορεύεται ολομόναχη σε ξένη γη,
καθημαγμένη και καταβεβλημένη,
να χαράξεις στο χώμα την αιώνια θλίψη της,
να ψαύσεις τις βαθιές πληγές μας και το θάνατο,
να διασαλέψεις τον ανενεργό κι αναποτελεσματικό χρόνο
(την αδράνεια, την απραξία και την αποχαύνωση)
να εξαντλήσεις τη σκονισμένη και ρυπαρή απόσταση,
να φέρεις πιο κοντά  στο φως τον κόσμο της ανάγκης,
να γλυκάνεις
με την παρθενία και με την αγνότητα της ψυχής σου
την αγωνία και τον πόνο  της δικής μας τυραννισμένης  
ψυχής…
Δε θα σε ξεχάσουμε,…
θα διατηρήσουμε ζωντανή κι άθικτη την εικόνα σου
στη μνήμη μας κι όταν χαράξει η μέρα του λυτρωμού,
θα φανερωθείς ξανά πρώτη, για να σταθείς
στο κεντρικό στασίδι του καθολικού ευκτήριου,
για ν’ απαγγείλεις ‘’το χαίρε της δικαιοσύνης Σου,’’
για να διατυπώσεις τεκμηριωμένα το βαρύ
κατηγορητήριο στους διαφθορείς και στους φονιάδες,
για να διακονήσεις με γενναιοδωρία και με ανιδιοτέλεια,
στων δικών μας οσίων και  μαρτύρων τη σύναξη,
για να εκχωρήσεις  με ενθουσιασμό και χαρμοσύνη
στους μεροδουλευτές της γης το κυριαρχικό τους δικαίωμα,
ένα κομμάτι  ξάστερου ουρανού από τη δική σου,
άφθαρτη αιωνιότητα…

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣ.