Σάββατο, 5 Μαΐου 2018



Η Δέσποινα Αυγουστινάκη είναι δασκάλα στο Ηράκλειο Κρήτης. Μας έστειλε  μια τριλογία αυτοτελών διηγημάτων βασισμένων σε  αληθινή ιστορία η οποία παρουσιάζεται σε αρθρο του κρητικού τύπου των αρχών του 20ου αιώνα, το πρώτο μέρος της οποίας παρουσιάζουμε σήμερα με τον τίτλο "ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΜΠΟΥΚΕΤΟ".




 


Η Δέσποινα Αυγουστινάκη γεννήθηκε στη Σητεία Λασιθίου Κρήτης τον Απρίλιο του 1968. 
Το 1974, σε ηλικία 6 ετών , μετακομίζει στο Ηράκλειο όπου μένει έως και σήμερα. Από το 1991 εργάζεται ως δασκάλα, αρχικά σε σχολείο ατόμων με ιδιαιτερότητες και τελικά σε Δημοτικό Σχολείο της πόλης. Η αγάπη της για τις λέξεις την οδηγεί στη δημιουργία ενός ιστολογίου όπου καταγράφει σκέψεις-λέξεις οι οποίες την πλημμυρίζουν. Ποίηματά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και σε πολλά ποιητικά ιστολόγια στο διαδίκτυο καθώς και στον τοπικό τύπο.
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΑΚΗ













Το ματωμένο « Μπουκέτο»

-   Καλησπέρα κύριε Γιάννη, μου δίνετε σας παρακαλώ το «Μπουκέτο», ή μήπως δεν έφτασε ακόμη ; Δεν έμαθα αν έδεσε καράβι σήμερα, είπε η χαριτωμένη δεσποινίδα τείνοντας προς το μέρος του το κατάλευκο χεράκι της και απιθώνοντας στην τραχιά παλάμη του δραχμές 3. Όλα μονορούφι τα είπε. Βιαζόταν, όπως καταλαβαίνετε. Την περίμεναν οι φίλες της στο σπίτι. Μαζί το διάβαζαν το περιοδικό.
Δεκαετία του 1920 .Τα κορίτσια ακόμα και αν δεν μπορούσαν εύκολα να πάνε σινεμά, είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν με τρεις δραχμές από το περίπτερο το «Μπουκέτο»  με τις «βιογραφίες» των αγαπημένων τους αστέρων του Χόλυγουντ, μα και με μυθιστόρημα ρομαντικό σε συνέχειες. Πράγμα πολύ σπουδαίο αν ήθελες να ζήσεις σαν κορίτσι λίγο έρωτα, έστω και με εκείνα τα φτερά της φαντασίας.
-   Το θέλω οπωσδήποτε. Έχει τη συνέχεια της «Προδομένης Αγάπης», συνέχισε να λέει η νεαρά με μια αφάνταστη αδημονία να ζωγραφίζεται στα ολόφρεσκα κύτταρα του προσώπου της. Μπορεί να ήταν υποχρεωμένη να υπακούει στις εντολές του πατέρα- αφέντη τον φώναζαν ακόμα- που απαιτούσε να βρίσκεται στο σπίτι στις 8.30 ακόμα κι αν ήταν εργαζόμενη σκληρά. Μπορεί η εργασία να μην ήταν το πρώτο σκαλί της ανεξαρτησίας της μια και κατέθετε όλο το μισθό της στο κοινό οικογενειακό ταμείο. Μα το «Μπουκέτο» το θεωρούσε τη μικρή της, αποδεκτή από όλους, ή σχεδόν απ’ όλους, επανάσταση. Την επανάσταση στο φόβο του « τι θα πει ο πατέρας , ο αδερφός κι ο κόσμος» .
Ο φόβος του πατέρα αφέντη, του αδερφού και του κόσμου δεν ανέστειλε σε όλες τις κοπέλες την επιθυμία να κάνουν παρέα με αγόρια για να γνωρίσουν το μεγάλο έρωτα. Αυτόν που όπως πίστευαν  θα τις απελευθέρωνε απ’ τις απαγορεύσεις και θα τις οδηγούσε στην ευτυχία. Αυτόν τον έρωτα που ζούσε στις σελίδες στα ρομάντζα του «Μπουκέτου» και στις μπομπίνες του σινεμά.
Δυστυχώς ο φόβος αυτός μήτε είχε αγγίξει τα κύτταρα της αδερφής του της Μυρσίνης. Εκείνη από μικράκι ήταν αγοροκόριτσο. Έτσι την θυμάται. Αγάπη μεγάλη της είχε ο Γιάννης. Λατρεία. Από μικρή, του κεφαλιού της, μα η λατρεία ήταν οικογενειακή και άνθρωπος δεν υπήρχε να τολμά να της χαλάσει το χατίρι. Γι’ αυτό όταν θέλησε να σπουδάσει όχι κανείς δεν είπε. Εξάλλου χρήματα αρκετά τότε. Όλα δικά της. Ήξερε να καταφέρνει τον πατέρα η Μυρσίνη. Κι αυτόν τον Γιάννη, το θεριό, που τον φοβόταν όλοι και τον σέβονταν συνάμα. Βλέπετε ήταν τραυματίας πολέμου. Με μια ιστορία ηρωισμού και μεγαλείου ψυχής στην πλάτη του. Στο μεγάλο πόλεμο κατέστρεψε τη μέση του και τη ζωή του. Μα έτσι ήταν που έσωσε τον πατέρα δυο παρ’ ολίγο ορφανών. Κι η πολιτεία πως τον πλήρωσε; Γνωρίζετε; Όχι, όχι. Δεν είχε συντάξεις αναπήρων τότε. Ανάπηρος πολέμου και το μόνο που εδικαιούτο ήταν άδεια περιπτέρου.
Ελληνική καινοτομία τα ξύλινα περίπτερα που η ιστορία τους φτάνει πίσω στα 1889 όταν άρχισε η χορήγηση των πρώτων αδειών σε τραυματίες πολέμου στο Ναύπλιο. Το 1922 όλα τα περίπτερα της χώρας παραχωρήθηκαν στην «Πανελλήνιον Ένωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921». Δεν μπορούσαν να πωληθούν, να μεταβιβαστούν, να υποθηκευτούν ή να υπομισθωθούν. Τα έσοδα της μίσθωσης  που ξεκινούσε από τις 20 δραχμές και έφτανε μέχρι τις 250, πήγαιναν στο ειδικό «Ταμείο προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου».
Ένα τέτοιο περίπτερο διατηρούσε ο Γιάννης στο κέντρο του Ρεθύμνου. Όλοι στο Ρέθυμνο τον γνώριζαν και τον εσέβοντο για τον ηρωισμό και τη μεγαλοψυχία του. Η μοίρα ομολογώ του φέρθηκε σκληρά κι όχι μονάχα στον μεγάλο πόλεμο. Μα και μετά. Παντρεύτηκε κόρη καλή και από σπίτι ο Γιάννης μα ατύχησε διότι η κόρη επέθανε τέσσερα χρόνια μετά τη γέννα των διδύμων. Δύσκολη γέννα μα τα κατάφερε. Η μαμή βοήθησε πολύ. Μα η κόρη η καλή, η μητέρα των παιδιών κι η αγάπη του ήρωα πολέμου δεν εκράτησε πολύ. Ασθενική σαν το κλαράκι της λεμονιάς που είχε στο περβόλι η Μυρσίνη. Μας άφησε χρόνους μόλις επήγε τα δίδυμα τεσσάρων. Είπε εμεγαλώσαν αρκετά κι έγειρε στο κρεβάτι κι έφυγε μακριά τους. Κι έτσι η μάνα ήρθε απ’ το χωριό στο Ρέθυμνο για να συνδράμει του γιου της του ήρωα.
Έμεινε μόνη η Μυρσίνη στο χωριό. Μόνη με τις αγάπες της. Την φανερή, ολοφάνερη και την κρυφή, απόκρυφη που μήτε η ίδια δεν εγνώριζε. Τους μαθητές και τον Στρατή της. Το «της» της ξέφευγε ενίοτε και της είχε φανεί παράξενο. Δεν πίστευε βλέπετε σε έρωτες ιδιόκτητους η Μυρσίνη. Είχε έναν χαρακτήρα ιδιαίτερο ετούτο το κορίτσι, για τα μέτρα της εποχής, βεβαίως βεβαίως. Γιομάτο ευαισθησία μα και δύναμη. Για ετούτη της τη δύναμη και την ευαισθησία την ελάτρευε ένα ολόκληρο χωριό. Γι’ αυτό και ήταν ήσυχος ο Γιάννης εις το Ρέθυμνο. Ήξερε πως η Μυρσίνη του δεν ήταν μόνη. Είχε ένα ολόκληρο χωριό πίσω της να την προστατεύει. Να τη φυλά. Να την προσέχει. Να την αγαπά.
Μα δεν την πρόσεξε καλά. Όχι !! Δεν την επρόσεξε!! Του είχε άχτι του χωριού για ετούτο!! Του είχε άχτι και του εαυτού του ο Γιάννης. Και της μάνας του. Και του αδερφού. Που αφήσανε κορίτσι μονάχο κι απροστάτευτο. Και όπως είχε πει κι ο ιατροδικαστής όχι κορίτσι πια μα μέλλουσα μάνα. Τι μέλλουσα δηλαδή...Παρελθούσα ίσως.
Γιατί «έφυγε» προτού ν’ ακούσει το πρώτο κλάμα του αγέννητου θανάτου.
Της είχε άχτι και της Μυρσίνης. Πώς ήταν δυνατόν αυτή η τόσο μορφωμένη να πέσει στα δίκτυα εκείνου του λιμοκοντόρου του Στρατή; Ο κομψευάμενος εκ Παρισίοις τον φωνάζανε στα γύρω τα χωριά. Ο Παριζιάνος λιμοκοντόρος της φακής. Κι ήτανε της φακής μια πέτρα όπως απεδείχθη. Μια πέτρα δυστυχώς που έσπαγε δόντι. Μιας πέτρας που μάτωνε μέχρι και λεμονιά ανθισμένη. Γιατί εκεί την βρήκανε να «κοιμάται» γαλήνια τη Μυρσίνη του, με αγκαλιά το θάνατο και το αγέννητο γιατί του.
Το πώς κατάφερε να αποποιηθεί όλες τις κατηγορίες τόσο γρήγορα ο Στρατής , ο Γιάννης ο ήρωας του μεγάλου πολέμου, μήτε που το κατάλαβε. Βλέπετε ο Γιάννης ήταν απλώς ένας ήρωας του μεγάλου πολέμου ενώ ο Στρατής ήτανε ήδη νικητής σε έναν πόλεμο με το που μπήκε. Όχι λόγω ηρωισμού μα λόγω τσέπης. Ήταν βαθιά η τσέπη του και ομολογώ ξεχείλιζε.
Έτσι ισχυρίστηκε πως βρέθηκε μεν στο χωριό το απόγευμα της κρίσιμης ημέρας μα όχι και το δείλι. Ως δια μαγείας βρεθήκαν μάρτυρες που είπαν πως τα πίνανε μαζί στο πανηγύρι του χωριού τους 3 χωριά πιο πέρα. Αλήθεια; Ψέμα; Δεν το γνωρίζω. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως η Μυρσίνη μας έγινε ένα με τη λεμονιά τη ματωμένη. Έτσι την εφωνάζαν από τότε στο χωριό. Η ματωμένη λεμονιά της Μυρσίνης.
Τρέκλιζε σαν βγήκε ο Γιάννης από το «Καφενείον Διεθνές». Παραπατούσε. Μουρμούριζε. Ψέματα δε μουρμούριζε. Μιλούσε του εαυτού του. Από μέσα του. Δεν άκουγε κανείς τι του έλεγε. Μονάχα ’βλέπαν χείλια να κουνιούνται. Χέρια να χορεύουνε. Σαν να μιλούσε σε αόρατο εαυτό αντίκρυ του μα δίχως λέξεις. Σα να τον εσυμβούλευε. Σαν να του έλεγε βήμα το βήμα τι να κάνει.
Κι όταν τον είδανε να πλησιάζει το τραπέζι του Στρατή δεν είχαν δύναμη μήτε να κινηθούν. Σαν να έβλεπαν ταινία του βωβού σε κίνηση αργή. Εξάλλου όλα ασπρόμαυρα είχαν γίνει. Ένα ασπρόμαυρο ανθρωπάκι με πλάτη μισερή να στέκεται εμπρός απ’ το μαύρο το τραπέζι εκεί που έπαιζε χαρτιά ο Στρατής με κάτι φίλους. Η κίνηση του χεριού αργή μες στο σακάκι. Έπειτα ο Στρατής με βήμα αργό να εξέρχεται από το «Διεθνές» το καφενείον. Τα χαρτιά να χορεύουν στον αέρα ένα αργό αργεντίνικο ταγκό και ο τρεκλίζων Γιάννης να στρέφει το περίστροφο αργά προς την κατεύθυνση του Στρατή του αποχωρούντος.
Έξι φορές. Έξι. Κι ακόμα ζούσε. Ο Γιάννης δεν εκούνησε. Άλλαξε γρήγορα το σκηνικό. Όλα στο fast forward. Μονάχα ο Γιάννης άγαλμα. Εκεί σταμάτησε ο χρόνος του. Κάθισε κατάχαμα πλάι στο χαμό των ανθρώπων που μαζεύτηκαν να δουν αν ζει ο Στρατής. Πλάι στο αίμα. Πλάι στο αίμα και το ματωμένο «Μπουκέτο» που είχε πέσει από τον κόρφο του.

Το ματωμένο «Μπουκέτο» με μια σταγόνα αίμα πάνω στα γράμματα : « Σήμερα το τέλος της Προδομένης Αγάπης.»