Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Ένα κείμενο της Ελευθερίας Σταυράκη, που λάβαμε, με τίτλο "ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ"  δημοσιευμένο σήμερα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.

 

Η Ελευθερία Σταυράκη γεννήθηκε στο Βόλο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως φιλόλογος σε σχολεία της ΔυτικήςΑττικής. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και ποίησης χαϊκού.Επίσης έχει επιμορφωθεί σε θέματα ιστορίας της τέχνης και εικαστικής θεραπείας. Η καταγωγή της από τη Ρεντίνα Καρδίτσας την ώθησε στημελέτη της τοπικής ιστορίας της περιοχής. Έχει εκδώσει το βιβλίο "Ο ιστορικός Δήμος Ρεντίνας-Οδοιπορικό στοχρόνο" (των Ελ.Σταυράκη -Φ. Κρικζώνη). Η "Ιθαγένεια " αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της.



                     «Αυτόπτης μάρτυρας»

της Ελευθερίας Σταυράκη

    Την ιστορία τους μου αφηγήθηκαν τα ίδια τα πουλιά -αρκετά χρόνια μετά το συμβάν. Γέρικα πια και με περίεργες συνήθειες, βυθισμένα σε μια ιδιόμορφη μοναξιά - ίσως λόγω της ψυχοσύνθεσης που διαμορφώνουν ζωικά είδη προορισμένα για μαζική κατανάλωση. Γαλοπούλες! Ποτέ μου δεν είχα σ’ εκτίμηση το κρέας τους. Τα Χριστούγεννα στο σπίτι τρώμε συνήθως κοτόπουλο με κουκουνάρια και κάστανα ή χοιρινό στο φούρνο. Έσπευσα να το διευκρινίσω εγκαίρως –προς αποφυγήν παρεξηγήσεως- αποσιωπώντας ωστόσο τα σνίτσελ και τα φιλέτα γαλοπούλας σε περιόδους δίαιτας. Φάνηκαν να ικανοποιούνται και να χαλαρώνουν λίγο.

     Εκείνη τη μέρα, θυμήθηκαν, όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει οριστικά. Ο μεγάλος αρσενικός κρεμασμένος ανάποδα, με τα πόδια σφιχτοδεμένα, ανέπνεε τις τελευταίες σταγόνες της εξοχής ιδρωμένης από την πρωινή ζέστη-ή έτσι νόμιζε, αν υποθέσουμε ότι οι οσμές αυτές δύσκολα θα μπορούσαν να διαπεράσουν την πηχτή ξινίλα του σκοτωμένου αίματος και να φτάσουν εγκαίρως μέχρι τη γραμμή παραγωγής. Λίγα μέτρα πιο πέρα μπορούσε να διακρίνει ήδη τα κορμιά σφαγμένα των δικών του, της γυναίκας και των παιδιών του – είχαν πολλά, τους άρεσε να γεννοβολούν. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια του τρεμόπαιξαν, το λεπίδι που πλησίαζε σταμάτησε ακριβώς δίπλα στο λαιμό του, το μαρτύριο έπαιρνε παράταση: πάνω που σφράγιζε τα βλέφαρα με προοπτική αιωνιότητας, ένιωθε να επιστρέφει σφοδρότερη η ζαλάδα του επικείμενου πόνου. Το κορμί του σφίχτηκε μια γροθιά απόγνωσης, τότε ήταν που συνάντησε το βλέμμα του γιου του, ένας απόμενε, τον έβλεπε καθαρά απέναντι, στην παράλληλη γραμμή παραγωγής, κρεμόταν ολοζώντανος ανάποδα - πλάι του σταματημένο το λεπίδι.

     Θα πέθαιναν μαζί λοιπόν μόλις ερχόταν το ρεύμα. Οι μηχανές ακούστηκαν πάλι βραχνιασμένες, η δουλειά ξεκινούσε, αυτό ήταν, τα δυο πουλιά κρατήθηκαν για τελευταία φορά από τα βλέμματά τους. Το ρεύμα κόπηκε ξανά. Κάτι σοβαρό συνέβαινε, οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν και φώναζαν. Ένας ανάμεσά τους, παχουλός με μαύρο λιπαρό κεφάλι, σκούπισε τα αίματα από τα χέρια στην ποδιά του, εσείς οι δυο, είπε μέσ’ από τα δόντια, κάποια δύναμη θέλει να ζήσετε. Κι έκοψε τα σχοινιά. Πρώτα ο ένας, μετά ο άλλος έβλεπαν ξανά τον κόσμο απ’ την καλή.

    Ο άνθρωπος μετέφερε στην αυλή του τα πουλιά. Εκείνα τα Χριστούγεννα προτίμησε να φάει ψάρι – κ ήταν ήσυχος με τη συνείδησή του γιατί, όπως υποστήριζε, κάτι διέκρινε αλλιώτικο στο βλέμμα τους, ολοένα καθαρότερα κοιτάζανε σαν άνθρωποι που επέζησαν από μια συμφορά μεγάλη, ένα ολοκαύτωμα, ενώ η σωτηρία τους αποδείκνυε τη στέρεη δύναμη των καλών προθέσεων της τύχης.

     Γιατί δευτερόλεπτα μετά το συμβάν η γραμμή παραγωγής συνέχισε απτόητη το ταξίδι της για μήνες, χρόνια, μέχρι σήμερα που μιλάμε. Όσο για τα δυο πουλιά, δεν έβγαλαν έκτοτε ποτέ τον ήχο αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό του είδους τους. Άσε που δεν παύουν να κοιτάζονται ακόμη και όταν τρώνε, ίσως και όταν κοιμούνται. Λες και ανά πάσα στιγμή μπορεί ν’ απειλήσει το λαιμό τους μια αόρατη λεπίδα στο μη μετρήσιμο χρόνο μιας μεταφυσικής γραμμής παραγωγής. Τα ίδια πάντως ισχυρίζονται πως δε φοβούνται πια το θάνατο αλλά τη μοναξιά, αν τύχαινε ετούτη τη φορά σ’ αυτή τη γραμμή παραγωγής η τύχη να πάρει πρώτα το κεφάλι τού ενός και έπειτα του άλλου.