Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018


Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «ΑΜΦΙΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ»
Ποίηση
Της Καίτη Κουμανίδου
Εκδόσεις ΑΩ, 2017

Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ-Παρίσι)
Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRIZE FOR LITERATURE 2016
Διεθνές Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ 2018
Τιμητικό Αριστείο Ακαδημίας Αθηνών









«Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες» γράφει ο  Οδυσσέας Ελύτης στα  «Επτά νυχτερινά Επτάστιχα» του.

«Την αφρούρητη νυχτιά
Τη νύχτα χωρίς φεγγάρι»
Γράφει και η Καίτη Κουμανίδου στο ποίημα της «Νύχτα χωρίς φεγγάρι» που περιλαμβάνεται στην ποιητική της συλλογή «ΑΜΦΙΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ», στη σελίδα 22. 

Η «επιρροή» (ας το θέσουμε έτσι) από τον Ελύτη δεν αναφέρεται, όσο κι αν έψαξα μέσα στο βιβλίο. 

«το άλλοθι του ποιήματος διακονεύοντας»

όπως θα γράψει η ίδια στο ίδιο ποίημα (σελ.23). 




Η ποίηση πάντως της Καίτη Κουμανίδου στο βιβλίο αυτό ρέει σαν καταρράκτης με μικρούς βρόγχους ενδιάμεσα όπου σκαλώνει ο εκπαιδευμένος αναγνώστης συνειρμικά.









«Ο ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Μακρινό το ταξίδι
Άγνωστος ο προορισμός
Απέραντος ο δρόμος κι ο γυρισμός ξεχασμένος.
Μέσα στην αμφιλύκη
Τις δικές μου ν’  αγγίζεις
Ανέπαφες μνήμες
Κάθε που τις φιλήκοες
Θα σου στέλνω έγνοιες μου.
Μόνο στα δειλινά των ενοχών
Τις εσωτερικές ρωγμές
Ν’ αφουγκράζεσαι

Ιδέες κι αποκρίσεις άφησε για μένα
Στην ανύπαρκτη επιστροφή
ν’ αφομοιώνονται
σιωπηλά τα σύννεφα
στην κορυφή του βουνού

Η βροχή καλεί το σκοτάδι
Τα κλαδιά σφυρίζουν
Τα σκυλιά αλυχτούν
Γυμνιές ιτιές ψιθυρίζουν θλιβερά
Πάνω απ΄ τα νερά
Βογκάει ο άνεμος κι η βροχή
Η φουρτούνα δεν κοπάζει
Μούσκεψαν τα ρούχα
Από δάκρυα αποχωρισμού
Βροντά ο κεραυνός
Ήλιος πουθενά
Κι η ζωή ανάμνηση

Έφυγε ο ταξιδευτής
Πίσω δε θα ΄ρθει
Πικρό το ψωμί στο τραπέζι
Τα΄άρωμα του καλοκαιριού
Στενάζει κι αφανίζεται
Πώς να το σταματήσεις
Πριν πεθάνει

Σε συλλογίζομαι
Μέσα στη νύχτα μοναχή
Κλειδώνω την πόρτα

Εδώ θα χωριστούμε…. Είπες

(σελ. 35-36)




Λόγος απλός, πλασμένος για τα στενά της ανάγνωσης, με όρθια τα πλευρά του, που εξαγοράζει το ύφασμα της φαντασίας και τα μανίκια των θεωριών στο ξαπλωμένο παρτέρι των στίχων, λογαριάζοντας τα άφτερνα μπουσουλήματα της προσοχής του αναγνώστη σε ένα ζωηρό εφικτό  λυρισμό.



Το σχήμα των ποιημάτων μεγαλόπνοο και μακροσκελές, νοικιάζει τις πλεξούδες του ευχάριστου που κατοικεί με συντομία η έκπληξη. 

Έτσι εξαργυρώνει τη ζωή  η Καίτη Κουμανίδου με την κρεμασμένη γούρνα των ποιημάτων της στο στοίχημα των εαυτών μας, μπολιάζοντας το πινέλο των ανθρώπων έτσι που να συνεφέρνει την τάξη του υποφερτού στο μπατζάκι κάθε κρατημένου μέλλοντα.

Με μια συναρμολογημένη φανέλα εξακολούθησης βρεχει το διάνυσμα της αλήθειας που πασπατεύει την κορδέλα των στίχων της και απλώνει τη βεντάλια των ποιημάτων του βιβλίου αυτού σε ένα θρόμβο ικανού με το εκτεταμένο της γνώμης και το υπολογισμένο φαρί της της χρησιμότητας στη βρώση του αληθινού. 

Με φαγώσιμες χαράξεις λογικού.

«Ετούτη την άγρια σιωπή
Κανείς δεν την αντέχει»

(σελ. 31, από το ποίημα «Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ»)