Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018


Μια μελέτη της Μυρσίνη Αναγνώστου, με τίτλο "H ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ" που λάβαμε, δημοσιευμένη στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Μυρσίνη Ἀναγνώστου







Ὀνομάζεται Μυρσίνη Ἀναγνώστου. Γεννήθηκε στὴ Λέσβο. Ὅσον ἀφορᾶ στὶς σπουδές της, ἀποφοίτησε τὸ 2006 ἀπὸ τὸ τμῆμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικῆς-Ψυχολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Κατὰ τὰ ἔτη 2006 – 2009 πραγματοποίησε τὶς μεταπτυχιακές της σπουδὲς τοῦ Α΄ κύκλου στὸν τομέα τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπὸ ὅπου ἀποφοίτησε μὲ τὸν βαθμὸ «Ἄριστα». Τὸ 2013 ὑποστήριξε τὴ διδακτορική της διατριβὴ μὲ θέμα: Νικηφόρος Χρυσοβέργης: Βίος καὶ ἔργο (μέσα 12ου-ἀρχὲς 13ου αἰ.), ἡ ὁποία βαθμολογήθηκε μὲ τὸν βαθμὸ «Ἄριστα». Ἀπὸ τὸ 2008 μέχρι καὶ σήμερα ἐργάζεται σὲ διάφορα ἐρευνητικὰ προγράμματα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 2009 ἐργάζεται καὶ ὡς ἐπιμελήτρια ἔκδοσης στοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους «Π. Κυριακίδης» καὶ «Ἁρμός». Ἔχει διδάξει ὡς πανεπιστημιακὴ ὑπότροφος στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸ μάθημα τῆς «Ἁγιολογίας» τοῦ Τομέα Βυζαντινῆς Φιλολογίας καὶ Λαογραφίας. Ἔχει ἐξειδικευθεῖ στὴν κωδικολογία-παλαιογραφία-παπυρολογία καὶ ἔχει συμμετάσχει σὲ πολλὰ σεμινάρια σὲ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενο. Ἐπίσης, ἔχει συμμετάσχει σὲ συνέδρια ἀνάλογα τῆς εἰδικότητός της. Γνωρίζει ἀγγλικά, γερμανικὰ καὶ ἰταλικά. Μέχρι σήμερα ἔχουν δημοσιευθεῖ οἱ ἐξῆς μελέτες της: 1) Ἡ Λέσβος τοῦ Ὅμήρου, Αἰολικὰ Γράμματα Σεπτεμβρίου-Ὀκτωβρίου 2017, 2) Μανουὴλ Κορινθίου τοῦ μεγάλου ρήτορος, Λόγος στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴ Ζωοδόχο Πηγή, Βυζαντιακὰ 30 (2012-2013), 365-380, 3) Μανουὴλ τοῦ μεγάλου ρήτορος, Λόγος στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, στό: Πρακτικὰ 6ης συνάντησης ἐργασίας μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν τοῦ τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν 13-15 Μαΐου 2011, Ἀθήνα 2012, 9-16, 4) Ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ τοῦ Σίμωνος τοῦ Κωνσταντινουπολίτου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν MΓ΄ (2012), 55-71, 5) Ἰωάννου Μαυρόποδος, Ἀνέκδοτος παρακλητικὸς κανὼν στὸν ταξίαρχο Μιχαήλ, Παρνασσὸς ΝΒ΄ (2010), 173-190 καὶ 6) Ἰωάννης Ἐλεήμων ὁ Νέος: Ἕνας νεοφανὴς ἅγιος, στό: Πρακτικὰ 5ης συνάντησης ἐργασίας μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν τοῦ τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, 29-31 Μαΐου 2009, Ἀθήνα 2010, 9-15.








Μυρσίνη Στ. Ἀναγνώστου

H ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Ἡ παρουσία τῶν ὁμηρικῶν ἡρωίδων εἶναι πάντοτε καταλυτικὴ μέσα στὰ ὁμηρικὰ ἔπη καὶ συνάμα ἕνα πολὺ ἑλκυστικὸ θέμα γιὰ τοὺς φιλολόγους, τοὺς ἱστορικοὺς καὶ τοὺς λογοτέχνες. Ὁ ἐπικὸς ποιητὴς ὑμνεῖ τὸ κάλλος, τὴ γοητεία καὶ τὶς ἀρετὲς τόσο τῶν θεϊκῶν ὅσο καὶ τῶν θνητῶν γυναικείων μορφῶν τοῦ ἔργου του. Παραχωρεῖ ρόλους σημαντικοὺς στὰ δρώμενα τῶν πεδίων τῶν μαχῶν στὶς ἡρωικὲς θεές, ἐνῶ γιὰ κάθε θνητὴ ἐπιλέγει ἐκείνη τὴ μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἰδανικό, τὸ πρότυπο. Μία ξεχωριστὴ λοιπόν, ἡρωίδα τῆς Ἰλιάδος, ἡ ὄμορφη Ἀνδρομάχη θὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο μελέτης καὶ μέσα ἀπὸ προσεκτικὴ ἀναζήτηση θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι κατέχει μία ἰδιαίτερη θέση ὄχι μόνο μέσα στὴν Ἰλιάδα ἀλλὰ καὶ στὴ μετέπειτα λογοτεχνικὴ παράδοση τοῦ ἀρχαίου καὶ βυζαντινοῦ κόσμου, τοῦ κόσμου τοῦ Εὐριπίδη ἀλλὰ καὶ τῶν Λιβανίου καὶ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης.
Στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία ἡ Ἀνδρομάχη[1] ὑπῆρξε σύζυγος τοῦ Ἕκτορα καὶ ὡς σύζυγός του παρουσιάζεται ὄχι μόνο στὴν Ἰλιάδα, ἀλλὰ καὶ στὶς δύο τραγωδίες ποὺ ὁ Εὐριπίδης τὶς ἀφιερώνει ἀποκλειστικὰ στὴν Ἀνδρομάχη.
Ἡ Ἀνδρομάχη ἦταν κόρη τοῦ Ἠετίωνα καὶ ἀδελφὴ τοῦ Πόδη, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τὸν Μενέλαο. Ὡστόσο,  σύμφωνα μὲ τὴ Ζ ραψωδία τῆς Ἰλιάδος οἱ ἐπτὰ ἀδελφοί της σκοτώθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα[2]. Γιὸς τῆς Ἀνδρομάχης καὶ τοῦ Ἕκτορα ὑπῆρξε ὁ Ἀστυάνακτας ποὺ μετὰ τὸ τέλος τοῦ Τρωικοῦ πολέμου οἱ νικητὲς τὸν γκρέμισαν ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Τροίας[3]. Ὁ Ἕκτορας, ὁ ἀγαπημένος της σύζυγος, δὲν ἄκουσε τὴ συμβουλή της νὰ μὴν μονομαχήσει δηλαδὴ μὲ τὸν Ἀχιλλέα καὶ ἔτσι ὁδηγήθηκε στὸν θάνατο. Ἡ Ἀνδρομάχη θρήνησε γιὰ τὸν θάνατό του καὶ ὅταν ὁ Ἀχιλλέας ἔσερνε τὸ ἄψυχο σῶμα τοῦ Ἕκτορα πίσω ἀπὸ τὸ ἅρμα του στὸ Ἴλιον Πεδίον καὶ ὅταν ὁ Πρίαμος, πατέρας τοῦ Ἕκτορα καὶ πεθερός της, ἔφερε τὴ σορὸ στὸ ἀνάκτορο, ὅπου πρώτη ἐκείνη, κρατώντας τὸ κεφάλι του μέσα στὶς χοῦφτες της, θρήνησε γι’ αὐτόν.[4]
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Τροίας, ἡ Ἀνδρομάχη πιάστηκε αἰχμάλωτη καὶ στὴ διανομὴ ἀνάμεσα στοὺς νικητές, ἔπεσε στὸν κλῆρο τοῦ Νεοπτόλεμου, γιοῦ τοῦ νεκροῦ Ἀχιλλέα[5]. Ὁ Νεοπτόλεμος τὴν πῆρε μαζί του στὴ Φθία, ὅπου τὴ νυμφεύθηκε καὶ ἀπέκτησαν μαζὶ τέσσερις γιούς, τὸν Μολοσσό, τὸν Πίελο, τὸν Πέργαμο καὶ τὸν Ἀμφίαλο[6].
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Νεοπτόλεμου, ἡ Ἀνδρομάχη ἔφυγε μὲ τὸν Ἕλενο, τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἕκτορα, στὴν Ἤπειρο, ὅπου ἔκτισαν μαζὶ τὴ νέα Τροία[7]. Λέγεται πὼς καὶ μὲ τὸν Ἕλενο ἀπέκτησε παιδί, τὸν Κεστρίνο[8]. Ἔζησε καὶ τὸν θάνατο τοῦ Ἕλενου καὶ κατὰ μία ἐκδοχή, μετέβη μὲ τὸν γιό της Πέργαμο στὴν Τευθρανία τῆς Μυσίας[9], ὅπου σύμφωνα μὲ τὸν Παυσανία σωζόταν μνημεῖο τῆς Ἀνδρομάχης μέχρι τὴν ἐποχή του.
Ἡ πρώτη ἀναφορὰ στὴν ὁμηρικὴ αὐτὴ ἡρωίδα γίνεται στὸ Ἔπος τῆς Ἰλιάδος. Ἐκεῖνο ποὺ τὴν χαρακτηρίζει ὡς γυναίκα εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀφοσίωση πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ συζύγου της Ἕκτορα. Ἔτσι, αὐτὸ ποὺ κυρίως παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον μέσα στὸ ὁμηρικὸ ἔπος εἶναι ἡ συνάντηση τῶν δύο συζύγων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν πιὸ ἀνθρώπινη καὶ ἀντιπολεμικὴ σκηνὴ τῆς Ἰλιάδας[10]. Ἡ Ἀνδρομάχη προσπαθεῖ νὰ πείσει τὸν Ἕκτορα νὰ μείνει μέσα στὸ κάστρο, διότι ἔχει τὸν φόβο ὅτι δὲν θὰ ἐπιστρέψει ποτὲ ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης[11]. Ὁ Ἕκτορας προσπαθεῖ νὰ τὴν παρηγορήσει, ἐνῶ γνωρίζει τὴ μοίρα τῆς Τροίας, ἔχει τὸ χρέος νὰ συνεχίσει τὸν πόλεμο[12].
Οἱ γυναῖκες τῆς Τροίας, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοὺς ἄνδρες ἀλλὰ παράλληλα εἶναι ἐλεύθερες καὶ δραστήριες ἀφ’ ἑαυτῶν. Ὁ Ὅμηρος τὶς παρουσιάζει νὰ ἐπιτελοῦν ἕνα σύνολο ρόλων ποὺ συμπληρώνουν τοὺς ρόλους τῶν ἀνδρῶν πολεμιστῶν καὶ πατέρων σὲ μία ὁλοκληρωμένη ἀνθρώπινη κοινωνία. Τὸ πεδίο εὐθύνης τῶν ἀνδρῶν συμπεριλαμβάνει τὶς δημόσιες δραστηριότητες τοῦ πολέμου καὶ τῆς λήψης ἀποφάσεων, ἐνῶ τὸ πεδίο δράσης τῶν γυναικῶν εἶναι κατὰ βάση ἡ οἰκία μὲ τὶς καθημερινὲς δραστηριότητες διαχείρισης τοῦ νοικοκυριοῦ.[13] Tὸ πόσο ὁλοκληρωτικὰ οἱ ζωὲς τῶν γυναικῶν ὁριοθετοῦνται ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῶν οἰκογενειῶν τους καὶ καθορίζονται ἀπὸ τοὺς συζύγους, ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν Ἀνδρομάχη ἡ ὁποία καλύπτεται πλήρως συναισθηματικὰ ἀπὸ τὸν σύζυγό της.[14]
Ὁ Ὅμηρος περιγράφει τὴν παραδοσιακὴ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὶς δραστηριότητες τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν στοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικούς τους ρόλους. Ἔτσι, χρησιμοποιεῖ τὸν Ἕκτορα καὶ τὴν Ἀνδρομάχη γιὰ νὰ παρουσιάσει περίπλοκες ἰλιαδικὲς καταστάσεις καὶ ἀντιφάσεις στὸ πλαίσιο τῆς παραδοσιακῆς δομῆς τῆς κοινωνίας.[15] Στὴν ἰλιαδικὴ σκηνὴ ἡ βασικὴ σημασία τῆς συνάντησης τοῦ Ἕκτορα καὶ τῆς Ἀνδρομάχης, ἀφορᾶ στὴ σχέση ὄχι ἁπλῶς δύο συζύγων ἀλλὰ δύο κόσμων ποὺ ἀντιμετωπίζουν διαφορετικὰ τὸ κυριότερο ζήτημα τῆς ζωῆς τους. Ἡ Ἀνδρομάχη εἶναι πολὺ συγκεκριμένη γυναίκα, ποὺ σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχαιοελληνικὰ πρότυπα τῆς ζωῆς, δομεῖται στὶς κατηγορίες κόρη, σύζυγος  καὶ μητέρα. Βασικὴ ἀρχὴ τῆς συζυγικῆς σχέσης στὰ κείμενα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς λογοτεχνίας εἶναι ἡ ὁμοφροσύνη, δηλαδὴ ἡ ὁμόνοια μεταξὺ τῶν δύο συζύγων. Ἐδῶ ὅμως ἡ ὁμοφροσύνη πλείτεται, διότι ἡ γυναίκα προβάλλει τὴν ἀπομάκρυνσή της ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς δόξας, καὶ τὸ μόνο ποὺ δείχνει νὰ τὴν ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ παρουσία τοῦ συζύγου της στὸ σπίτι καὶ ὄχι ἡ διάκρισή του στὸ πεδίο τῆς μάχης. Ὡστόσο, ἡ παρουσία τῆς γυναίκας λειτουργεῖ ὡς σύμβολο παρόλο ποὺ ἡ οἰκογένεια κινδυνεύει νὰ χάσει τὴ συνοχή της ἐξαιτίας τοῦ πολέμου. Μὲ τὸν πόλεμο παραβιάζονται οἱ ἀρχὲς τῆς ὀρθῆς λειτουργίας τῆς οἰκογένειας καὶ προβάλλεται ἔντονα ἡ πιθανότητα τῆς συζύγου νὰ παρουσιαστεῖ ὡς χήρα καὶ ὡς πενθοῦσα τὸν σύζυγό της ποὺ θὰ σκοτωθεῖ στὴ μάχη. Ἀκόμα ὅμως καὶ ἔτσι, ἡ ὁμοφροσύνη ἐπιτυγχάνεται μὲ πλάγιο τρόπο καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐντυπωσιακὰ γνωρίσματα τῆς ὁμηρικῆς περιγραφῆς ἀνάμεσα στὸν Ἕκτορα καὶ στὴν Ἀνδρομάχη ἐπειδὴ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο καθένας τους συμμετέχει στὶς δραστηριότητες τοῦ ἄλλου δὲν εἶναι ἄμεσος.[16]
Στὴν παρουσίαση τῆς συζυγικῆς σχέσης ἀναδεικνύονται οἱ διαφορετικοὶ ρόλοι τῶν δύο φύλων. Ἡ γυναίκα ἐκπροσωπεῖ τὸν ἰδιωτικὸ χῶρο καθὼς ὁ ρόλος τῆς ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ στὴν οἰκογένεια, ἐνῶ ὁ ἄνδρας ἔχει δημόσιο ρόλο καὶ ἡ ἀποστολή του εἶναι ἡ προστασία τῆς κοινωνίας. Ὅμως στὴν ἰλιαδικὴ αὐτὴ σκηνὴ ὑπάρχουν σημαντικὲς διαφοροποιήσεις. Στὴ Ζ ραψωδία ὁ Ἕκτορας ἀναζητεῖ τὴν Ἀνδρομάχη στὸ σπίτι του (χῶρος γυναίκας) καὶ μαθαίνει ὅτι ἔχει ὁρμήσει στὰ τείχη γιὰ νὰ τὸν παρακολουθήσει στὴν πεδιάδα ὅπου διεξάγεται ἡ μάχη[17]. Ὁ Ἕκτορας βρίσκεται σὲ δίλλημα ἀνάμεσα στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ρόλου του ὡς πολεμιστὴ καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ τρέφει γιὰ τὴν Ἀνδρομάχη. Ὅταν ἀντικρύζει τὸν γιό του νὰ κλαίει, παραδέχεται ὅτι δὲν τὸν ἐνδιαφέρει μόνο ὁ δημόσιος ρόλος ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδιωτικός. Ὁ διχασμὸς αὐτὸς τοῦ ἄνδρα πολεμιστῆ, καθορίζει τὴν ἔνταση τῆς σκηνῆς. Με τὸν τρόπο αὐτό, ὁ ἡρωικὸς κώδικας τιμῆς δὲν παρουσιάζεται μονότροπα ἀλλἀ συνυπάρχει μὲ τὸν οἰκογενειακὸ κώδικα μεταξὺ τῶν συζύγων καὶ τῶν παιδιῶν. Αὐτὴ ἡ βασικὴ σχέση δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι ἕνα δεινὸ ποὺ ἔχει στοιχεῖα ἀναπόδραστης ἀνάγκης γιὰ τὰ ἐπικὰ πρόσωπα.
Ἡ Ἀνδρομάχη τοῦ Εὐριπίδη εἶναι μία δύστυχη καὶ ταλαιπωρημένη γυναίκα ποὺ ἔχασε τὸν σύζυγό της Ἕκτορα καὶ τὸν γιό της Ἀστυάνακτα στὸν Τρωικὸ πόλεμο, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸν πατέρα της καὶ τὰ ἀδέλφια της νωρίτερα, στὸν ἴδιο πόλεμο μὲ τοὺς Ἀχαιούς[18]. Τώρα βρίσκεται σὲ κίνδυνο καὶ τὸ μοναχοπαίδι της. Διχάζεται ἀνάμεσα στὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν, καθὼς νιώθει ἀκόμα τὴν ἀνάγκη νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται τὸν Ἕκτορα, ἀλλὰ καὶ τὸν Νεοπτόλεμο, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν προστατέψει. Βιώνει τὴν τραγικὴ ἀντίφαση νὰ ἔχει παντρευτεῖ οὐσιαστικὰ τὸν φονιὰ τοῦ ἄνδρα της καὶ τοῦ πρώτου παιδιοῦ της, ἀλλὰ συνάμα καὶ πρέπει νὰ τὸν τιμᾶ, γιατί ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιβίωση τῆς ἴδιας καὶ τοῦ τωρινοῦ γιοῦ της, τοῦ Μολοσσοῦ.[19] Βιώνει ἐπίσης τὴν προσωπικὴ ἀντίφαση νὰ ἔχει ξεκινήσει τὴ ζωή της ὡς πλούσιο κορίτσι ποὺ ἐν συνεχεία παντρεύτηκε ἕνα βασιλόπουλο, τὸν Ἕκτορα, καὶ μετὰ βρέθηκε αἰχμάλωτη καὶ λάφυρο πολέμου, χωρὶς νὰ χαίρει σεβασμοῦ ὅπως παλιὰ ὡς μέλλουσα βασίλισσα τῆς Τροίας[20]. Ἔγινε σύνδουλος καὶ παλλακίδα, κάτι ποὺ τῆς τονίζει ἡ δεύτερη σύζυγος τοῦ Νεοπτόλεμου, ἡ Ἑρμιόνη. Σὰν σύζυγος τοῦ Ἕκτορα ἔδειξε ἀφοσίωση καὶ ὅπως λέει ἀνέθρεφε ἀκόμα καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ αὐτὸς εἶχε ἀποκτήσει μὲ τὶς ἀπιστίες του[21] -κάτι ποὺ τὸ ἐπικαλεῖται γιὰ νὰ δείξει καὶ ἡ Ἑρμιόνη ἔλεος πρὸς τὸν Μολοσσό, ποὺ στὸ κάτω-κάτω δὲν ἦταν παιδὶ ἀπιστίας καὶ εἶχε γεννηθεῖ πρὶν ὁ Νεοπτόλεμος νυμφευθεῖ τὴν κόρη τοῦ Μενέλαου. Ἡ Ἀνδρομάχη ἀναγκάζεται νὰ ἀντιμετωπίσει καὶ ἄλλη ἐσωτερικὴ σύγκρουση ὅμως: γιὰ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸν Μενέλαο καὶ τὴν Ἑρμιόνη καταφεύγει ὡς ἱκέτιδα στὸν ναὸ τῆς Θέτιδας, δηλαδὴ τῆς μητέρας τοῦ ἄνδρα ποὺ σκότωσε τὸν ἄντρα της καὶ ποὺ ἔγινε αἰτία νὰ χάσει καὶ τὸ παιδί της[22]. Μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνδρομάχη ὁ Εὐριπίδης γράφει οὐσιαστικὰ ἕνα ἀντιπολεμικὸ ἔργο, μὲ ἐνδόμυχη ἀναφορὰ στὶς τραγικὲς συνέπειες τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, ἀλλὰ μὲ ἄμεση ἀναφορὰ στὸν Τρωικό. Ἡ Ἀνδρομάχη λέει ὅτι ὅλα ὅσα στοίχισε ὁ πόλεμος αὐτὸς ἔφεραν ἀσήμαντα κέρδη καὶ ἔδειχναν ποταπὰ κίνητρα. Κατηγορεῖ τὴν Ἑρμιόνη ὅτι γιὰ ὅλα ἔφταιγε ἡ μητέρα της Ἑλένη. Ὁ Εὐριπίδης παρουσιάζει τὴν Ἀνδρομάχη σὰν τὴν ἰδανικὴ γυναίκα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ἑρμιόνη. Εἶναι ὥριμη, γενναία καὶ πάσχει ἀδίκως. Ἐντούτοις δὲν συμφωνοῦν ὅλοι ὅτι εἶναι ἡ πρωταγωνίστρια ἀλλὰ ὅτι ἁπλῶς χρησιμεύει ὥστε ὁ Εὐριπίδης νὰ θίξει πολλαπλὰ θέματα. Μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνδρομάχη ὁ Εὐριπίδης καταγγέλλει τὴν ὅλη πολιτικὴ τῆς Σπάρτης καὶ μὲ ἀφορμὴ τὸν Τρωικὸ πόλεμο μιλᾶ οὐσιαστικὰ γιὰ τὸν Πελοποννησιακό. Ἐπίσης μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνδρομάχη στρέφεται κατὰ τῆς βίας, τῆς ἀνομίας, τῆς ἔλλειψης δικαίου, ἐναντίον τῆς σκληρῆς ἐξουσίας, τῆς ἀπληστίας, τοῦ ἐγωισμοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ ρατσισμοῦ.
Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει κατὰ τοὺς πρώτους βυζαντινοὺς αἰῶνες ἡ ἠθοποιία τοῦ μεγάλου ρήτορα Λιβανίου, ἡ ὁποία φέρει τὸν τίτλο: Τίνας ἂν εἴποι λόγους Ἀνδρομάχη ἐπὶ
Ἕκτορι
;[23] Σὲ αὐτὴν παρουσιάζεται ἡ δύστυχη Ἀνδρομάχη νὰ μιλάει στὸν νεκρὸ σύζυγό της Ἕκτορα. Καταρχὴν ἀναφέρεται στὸ πλῆγμα ποὺ δέχεται ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἕκτορα, ἀφοῦ μὲ τὸν θάνατό του μένουν ἀπροστάτευτοι ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του καὶ τὰ ἀδέλφια του. Ἔπειτα, θρηνεῖ γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐφόσον χάθηκε ὁ Ἕκτορας, θὰ χαθεῖ καὶ ἡ Τροία.[24] Στὴ συνέχεια στρέφει τὸν λόγο στὸν ἑαυτό της θρηνῶντας γιὰ τὴν κακή της μοίρα. Ἐνῶ ἧταν κόρη πλουσίων καὶ ἐπιφανῶν γονέων, ὁ Ἀχιλλέας σκότωσε τὸν πατέρα της καὶ τὰ ἀδέλφια της καὶ πῆρε σκλάβα τὴ μητέρα της, ἡ ὁποία πέθανε ὡς δούλη[25]. Αὐτὰ ὅμως τὰ δεινὰ ἄντεξε ἡ Ἀνδρομάχη, διότι εἶχε σύζυγο τὸν Ἕκτορα τὸν πιὸ γενναῖο ἄνδρα μεταξὺ τῶν Τρώων, τὸν μέλλοντα βασιλιὰ τῆς Τροίας[26]. Ὅλοι τὴν ἀντιμετώπιζαν σὰν μελλοντικὴ βασίλισσα καὶ ξαφνικὰ ἡ μοίρα ἄλλαξε. Ὁ Ἕκτορας σκοτώθηκε ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα[27] καὶ τὸ μέλλον της παρουσιάζεται πλέον ζοφερό. Ἡ Τροία σίγουρα θὰ καταστραφεῖ, ὁ γιός της θὰ φονευθεῖ καὶ τὸ πιὸ τραγικὸ γι’ αὐτὴν θὰ εἶναι ἀν ἀναγκαστεῖ να γίνει σύζυγος τοῦ φονιᾶ τῶν ἀδελφῶν της καὶ τοῦ συζύγου της[28].
Φαίνεται ὅτι Λιβάνιος σὲ αὐτὴ τὴν ἠθοποιία ποὺ ἔχει καθαρὰ διδακτικὸ χαρακτήρα ἔχει ἀντλήσει στοιχεῖα κυρίως ἀπὸ τὸν Εὐριπίδη. Σημειωτέον ὅτι ἐδῶ παρουσιάζεται μία εἰκόνα ποὺ βεβαίως δὲν ἀπαντᾶται οὔτε στὴν Ἰλιάδα οὔτε στὶς τραγωδίες τοῦ Εὐριπίδη. Δηλαδὴ ἡ εἰκόνα τῆς Ἀνδρομάχης νὰ θρηνεῖ μπροστὰ στὸ νεκρὸ σώμα τοῦ Ἕκτορα καὶ νὰ ἀπευθύνει λόγια ἀπελπισίας ποὺ ταιριάζουν σὲ μία νεαρὴ γυναίκα, ἡ ὁποία ἔμεινε ἀδόκητα χείρα.
Λίγους αἰῶνες ἀργότερα ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ὁ σπουδαιότερος σχολιαστὴς τοῦ Ὁμήρου, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Βυζαντίου καὶ ὄχι μόνο, ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο τῆς Ἀνδρομάχης μὲ ἰδιαιτέρως κολακευτικὰ σχόλια. Δὲν ξεφεύγει καθόλου ἀπὸ τὸν κανόνα ποὺ θέλει ὅσους ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ αὐτὴν τὴν ὁμηρικὴ ἡρωίδα νὰ ἐκφράζονται μόνο μὲ ἐγκωμιαστικὰ λόγια γιὰ αὐτήν.
Ἔτσι, στὶς Παρεκβολές του ὁ βυζαντινὸς σχολιαστὴς δὲν διστάζει νὰ συγκρίνει τὶς δύο βασικὲς ὅμηρικὲς ἡρωίδες τῆς Ἰλιάδας, τὴν Ἀνδρομάχη μὲ τὴν Ἑλένη. Ἡ  Ἀνδρομάχη παρουσιάζεται νὰ ὑπερέχει σαφῶς τῆς Ἑλένης, καὶ χαρακτηρίζεται φίλανδρος δηλαδὴ γυναίκα ποὺ ἀγαπᾶ καὶ σέβεται τὸν σύζυγό της, ἐνῶ ἡ Ἑλένη ὅπως παρατηρεῖ ὁ Εὐστάθιος οὔτε τὸν Μενέλαο οὔτε τὸν Πάρη φαίνεται ὅτι ἀγαποῦσε: καὶ τοῦτο μὲν ὅμοιαί πως ἡ Ἑλένη καὶ ἡ Ἀνδρομάχη. ἀλλ’ ἡ μὲν φίλανδρος ὑπερλίαν, Ἑλένη δὲ
οὔτε τὸν Μενέλαον ἔστερξε καὶ τὸν Πάριν δὲ οὐ πάνυ τι φιλοῦσα φαίνεται[29].
Καὶ ἀπὸ τὸν σχολιασμὸ λοιπόν, αὐτό τοῦ Εὐσταθίου φαίνεται ξεκάθαρα ἡ ὑπεροχὴ τοῦ χαρακτήρα τῆς Ἀνδρομάχης. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν Παρεκβολῶν παρατηρεῖται ὅτι ἡ ἀγάπη τῆς ὁμηρικῆς ἡρωίδας γιὰ τὸν σύζυγό της Ἕκτορα ἦταν τόσο μεγάλη ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε μέχρι νὰ χαθεῖ ἀπὸ τὰ μάτια της: Ὅτι οὕτω φίλανδρος ἡ Ἀνδρομάχη, ὥστε καὶ ὑποχωροῦντι τῷ Ἕκτορι συνεφέπεταί πως καὶ οἷον συνεκδημεῖ τῇ ὁράσει ἐχομένη αὐτοῦ[30].
Λίγο παρακάτω ὁ Εὐστάθιος σχολιάζοντας τὴν ἕκτη ραψωδία παρατηρεῖ ὅτι τὰ λόγια τῆς Ἀνδρομάχης ξεχωρίζουν ἀπὸ τὰ λόγια ὅλων τῶν ἄλλων συγγενῶν ποὺ συναντᾶ ὁ Ἕκτορας πρὶν φύγει γιὰ τὴ μάχη, γιατὶ εἶναι γεμάτα ἀπὸ γλυκύτητα, τρυφερότητα καὶ ἐνδιαφέρον. Καὶ πάλι ἐδῶ ἡ Ἀνδρομάχη ἐγκωμιάζεται γιὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ χαρακτήρα καὶ τῆς συμπεριφορᾶς της.[31]
Τὸ σύνολο ὅμως τοῦ ὡραίου χαρακτήρα καὶ τῆς λεπτῆς συμπεριφορᾶς τῆς Ἀνδρομάχης, σύμφωνα μὲ τὸν Εὐστάθιο, ἔρχεται νὰ συμπληρώσει ἡ εὐγενικὴ καταγωγή της ἀλλὰ καὶ ὁ ὑλικὸς πλοῦτος, ἀφοῦ ὅπως παρατηρεῖ  ἦταν πολὺ καλὰ προικισμένη ἀπὸ τοὺς γονεῖς της: Ὅτι πολύδωρον ἄλοχον τὴν Ἀνδρομάχην λέγει ὡς πολύπροικον, ἐπίθετον
τοῦτο θέμενος αὐτῇ πρέπον περικαλλεῖ γυναικὶ καὶ ἐξ εὐγενῶν καὶ πλουτούντων καταγομένῃ καὶ οἵων τε δῶρα προικῷα πολλὰ διδόναι φίλῃ θυγατρί
.[32]
Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀξίζει νὰ γίνει ἀναφορὰ στὸ ἐπίγραμμα ὑπ’ ἀριθμὸν 9 τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας στὸν τόμο 14, τὸ ὁποῖο λέγει χαρακτηριστικά: Ἄνδρ’ ἐμὸν εἷλ’ ἑκυρός, ἑκυρὸν δ’ ἐμὸς ἔκτανεν ἀνὴρ
  καὶ δαὴρ ἑκυρὸν καὶ ἑκυρὸς γενέτην
.[33] Αὐτὸ τὸ κείμενο μὲ μία ἁπλὴ ἀνάγνωση δὲν παραδίδει κάποια σημαντικὴ πληροφορία. Ὅμως ἂν ἡ λέξη ἄνδρας ἀντικατασταθεῖ μὲ τὸ ὄνομα Ἕκτορας, ἡ λέξη ἐκυρὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀχιλλέας, ἡ λέξη ἐκυρὸν μὲ τὸ ὄνομα Πρίαμος, ἡ λέξη ἀνὴρ μὲ τὸ ὄνομα Νεοπτόλεμος, ἡ λέξη δαὴρ μὲ τὸ ὄνομα Πάρης, ἡ λέξη ἐκυρὸν μὲ τὸ ὄνομα Ἀχιλλέας, ἡ λέξη ἐκυρὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀχιλλέας καὶ ἡ λέξη γενέτην μὲ τὸ ὄνομα Ἠετίων, τότε γίνεται φανερὸ ὅτι τὸ ἐπίγραμμα ἔχει γραφτεῖ γιὰ τὴν Ἀνδρομάχη. Συνεπῶς, τὸν Ἕκτορα σκότωσε ὁ Ἀχιλλέας, τὸν Πρίαμο ποὺ ἦταν ὁ πεθερὸς τῆς Ἀνδρομάχης τὸν σκότωσε ὁ Νεοπτόλεμος ὁ δεύτερος σύζυγος τῆς Ἀνδρομάχης, ὁ Πάρης σκότωσε τὸν Ἀχιλλέα, ὁ Ἀχιλλέας εἶχε σκοτώσει τὸν Ἠετίωνα, τὸν πατέρα τῆς Ἀνδρομάχης. Ὁ ἀνώνυμος ἐπιγραμματογράφος μὲ ἕνα λιτὸ καὶ ὀλιγόστιχο ἐπίγραμμα περιγράφει τὴ ζωὴ τῆς Ἀνδρομάχης καὶ βεβαίως ὅλη τὴ δυστυχία της χωρὶς νὰ τὴν κατονομάζει σὲ κάποιο σημεῖο τοῦ ἐπιγράμματος, ἀφοῦ ὅλα τὰ περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρει ταιριάζουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο σὲ αὐτήν.
Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ ἦταν ὄμορφο νὰ κλείσουμε μὲ τοὺς στίχους τοῦ μεγάλου θεατρικοῦ συγγραφέα Ἰάκωβου Καμπανέλλη τοὺς ὁποίους ἀφιερώνει σὲ αὐτὸ τὸ παραδειγματικὸ ζευγάρι, στὸν Ἕκτορα καὶ στὴν Ἀνδρομάχη: Ἀπὸ τὸ Τρωικὸ τὸ κάστρο Ἀνδρομάχη/ στὸν Ἕκτορα ποὺ κίναε γιὰ τὴ μάχη/ φώναξε μὲ φωνὴ φαρμακωμένη:/ «Στρατιώτη μου, τὴ μάχη θὰ κερδίσει,/ ὅποιος πολὺ τὸ λαχταρᾶ νὰ ζήσει./ Ὅποιος στὴ μάχη πάει γιὰ νὰ πεθάνει,/ στρατιώτη μου γιὰ πόλεμο δὲν κάνει»[34].




[1] Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν Ἀνδρομάχη βλ. H. Hunger, Lexikon der griechischen und romischen Mythologie, Wien 1953, 30. – J. E. Zimmerman, Dictionary of classical Mythology, New York – Evaston - London 1964, 22-23. – B. Hederich, Gründliches mythologisches Lexikon, Darmstadt 1967, στ. 260-261. – D. Kravitz, The Dictionary of Greek and Roman Mythology, London 1975, 24. – P. Grimal, Dictionnaire de la Mythologie grecque et romaine, France 1982, 36. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology: a Biographical Dictionary, Oxford 1993, 39-40.– Ἀθ. Ἀγγελόπουλος, Νέο Λεξικὸ ἑλληνικῆς Μυθολογίας, Ἀθήνα 2000, 116.– S. Price – E. Kearns, The Oxford Dictionary of Classical Myth and Religion, Oxford 2003, 29.
[2] Ἰλιάδα 6, 421-423: Οἳ δέ μοι ἑπτὰ κασίγνητοι ἔσαν ἐν μεγάροισιν  οἳ μὲν πάντες ἰῷ κίον ἤματι Ἄϊδος εἴσω·  πάντας γὰρ κατέπεφνε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς  βουσὶν ἐπ᾽ εἰλιπόδεσσι καὶ ἀργεννῇς ὀΐεσσι.
[3] J. E. Zimmerman, Dictionary (ὅπως σημ. 1), 22. –P. Grimal, Dictionnaire (ὅπως σημ. 1), 36. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology (ὅπως σημ. 1), 39-40.– Ἀθ. Ἀγγελόπουλος, Νέο Λεξικὸ (ὅπως σημ. 1), 116.– S. Price – E. Kearns, The Oxford Dictionary (ὅπως σημ. 1), 29.
[4] Βλ. Ἰλιάδα 24, 725-745: τῇσιν δἈνδρομάχη  λευκώλενος ἦρχε γόοιο Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο κάρη μετᾶ χερσὶν ἔχουσα· ἆνερ ἀπαἰῶνος νέος ὤλεο, κὰδ δε με χήρην λείπεις ἐν μεγάροισι· πάϊς δἔτι νήπιος αὔτως ὃν τέκομεν σύ τἐγώ τε δυσάμμοροι, ουδε μιν οἴω ἥβην ἵξεσθαι· πρὶν γὰρ πόλις ἧδε κατἄκρης πέρσεται· γὰρ ὄλωλας ἐπίσκοπος, ὅς τέ μιν αὐτὴν ῥύσκευ, ἔχες δἀλόχους κεδνὰς καὶ νήπια τέκνα, αἳ δή τοι τάχα νηυσὶν ὀχήσονται γλαφυρῇσι, καὶ μὲν ἐγὼ μετὰ τῇσι· σὺ δαὖ τέκος ἐμοὶ αὐτῇ ἕψεαι, ἔνθά κεν ἔργα ἀεικέα ἐργάζοιο ἀθλεύων πρὸ ἄνακτος ἀμειλίχου, τις Ἀχαιῶν ῥίψει χειρὸς ἑλὼν ἀπὸ πύργου λυγρὸν ὄλεθρον χωόμενος, ᾧ δή που ἀδελφεὸν ἔκτανεν Ἕκτωρ πατέρἠὲ καὶ υἱόν, ἐπεὶ μάλα πολλοὶ Ἀχαιῶν Ἕκτορος ἐν παλάμῃσιν ὀδὰξ ἕλον ἄσπετον οὖδας. Οὐ γὰρ μείλιχος ἔσκε πατὴρ τεὸς ἐν δαῒ λυγρῇ· τὼ και μιν λαοὶ μὲν ὀδύρονται κατὰ ἄστυ, ἀρητὸν δὲ τοκεῦσι γόον καὶ πένθος ἔθηκας Ἕκτορ· ἐμοὶ δὲ μάλιστα λελείψεται ἄλγεα λυγρά. Οὐ γάρ μοι θνῄσκων λεχέων ἐκ χεῖρας ὄρεξας, οὐδέ τι μοι εἶπες πυκινὸν ἔπος, οὗ τέ κεν αἰεὶ μεμνῄμην νύκτάς τε καὶ ἤματα δάκρυ χέουσα.
[5] H. Hunger, Lexikon (ὅπως σημ. 1), 30. – D. Kravitz, The Dictionary (ὅπως σημ. 1), 24. – P. Grimal, Dictionnaire (ὅπως σημ. 1), 36. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology (ὅπως σημ. 1), 39. – S. Price – E. Kearns, The Oxford Dictionary (ὅπως σημ. 1), 29.
[6] Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις 1,11,1: ἐξ Ἀνδρομάχης δὲ Μολοσσὸς καὶ Πίελος καὶ νεώτατος Πέργαμος. Πρβλ. P. Grimal, Dictionnaire (ὅπως σημ. 1), 36. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology (ὅπως σημ. 1), 40.– Ἀθ. Ἀγγελόπουλος, Νέο Λεξικὸ (ὅπως σημ. 1), 116.
[7] J. E. Zimmerman, Dictionary (ὅπως σημ. 1), 22. – D. Kravitz, The Dictionary (ὅπως σημ. 1), 24. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology (ὅπως σημ. 1), 39-40. – S. Price – E. Kearns, The Oxford Dictionary (ὅπως σημ. 1), 29.
[8] Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 1,11,1: ἐγένετο δὲ καὶ Ἑλένῳ Κεστρῖνος. Πρβλ. D. Kravitz, The Dictionary (ὅπως σημ. 1), 24. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology (ὅπως σημ. 1), 39-40. – S. Price – E. Kearns, The Oxford Dictionary (ὅπως σημ. 1), 29.
[9] Βλ. P. Grimal, Dictionnaire (ὅπως σημ. 1), 36. – R. E. Bell, Women of Classical Mythology (ὅπως σημ. 1), 40.
[10] Γιὰ ἀναλυτικότερο σχολιασμὸ τῆς σκηνῆς βλ. D. Lohmann, Die Andromache- Szenen der Ilias, Hildesheim 1988, 34-47.– M. W. Edwards, Ὅμηρος ποιητὴς τῆς Ἰλιάδος, μτφρ. Β. ΛιάπηςΝ. Μπεζαντάκος, Ἀθήνα 2001, 285-291. – S. L. Schein, θνητὸς ἥρωας εἰσαγωγὴ στὴν Ἰλιάδα, μτφρ. Γ. Φιλίππου, Θεσσαλονίκη 2007.– N. Felson -  L. Slatkin, Κοινωνικὸ φύλο καὶ ὁμηρικὰ ἔπη, στό: ΟΜΗΡΟΣ εἴκοσι μία εἰσαγωγικὲς μελέτες, μτφρ. Β. Τσιάλας - Ν. Τζένου (ἐπιμ. R. Fowler -  Φ. Μανακίδου), Ἀθήνα 2013.
[11] Βλ. Ἰλιάδα 6, 408-432.
[12] Βλ. Ἰλιάδα 6, 440-465.
[13] S. L. Schein, θνητὸς ἥρωας (ὅπως σημ. 10), 210.
[14] N. Felson - L. Slatkin, Κοινωνικὸ φύλο καὶ ὁμηρικὰ ἔπη (ὅπως σημ. 10), 134.
[15] S. L. Schein, θνητὸς ἥρωας (ὅπως σημ. 10), 211.
[16] . π., 211.
[17] Ἰλιάδα 6, 386-389: […] ἀλλἐπὶ πύργον ἔβη μέγαν Ἰλίου, οὕνεκἄκουσε τείρεσθαι Τρῶας, μέγα δὲ κράτος εἶναι Ἀχαιῶν. Ἣ μὲν δὴ πρὸς τεῑχος ἐπειγομένη ἀφικάνει μαινομένῃ ἐϊκυῖα· φέρει δ’ ἅμα παῖδα τιθήνη. Πρβλ. M. W. Edwards, Ὅμηρος ὁ ποιητὴς τῆς Ἰλιάδος (ὅπως σημ. 10), 287.
[18] Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν Ἀνδρομάχη στὸν Εὐριπίδη βλ. E. M. Craik, Notes on EuripidesAndromache, The Classical Quarterly 29 n.1 (1979), 62-65.– M. van der Valk, Studies in Euripides: Phoenissae and Andromache, Amsterdam 1985. – W. Allan, The Andromache and Euripidean Tragedy, Oxford 2000. – M. Lloyd, Euripides. Andromache, Oxford 2005. – D. T. Stevens, Εὐριπίδου, Ἀνδρομάχη, μτφρ. Κ. Καβουνίδου, Άθήνα 2009.
[19] Εὐριπίδου, Ἀνδρομάχη, 399-403: ἥτις σφαγὰς μὲν Ἕκτορος τροχηλάτους κατεῖδον οἰκτρῶς τ’ Ἴλιον πυρούμενον, αὐτὴ δὲ δούλη ναῦς ἔπ’ Ἀργείων ἔβην κόμης ἐπισπασθεῖσ’· ἐπεὶ δ’ ἀφικόμην Φθίαν, φονεῦσιν Ἕκτορος νυμφεύομαι.
[20] Εὐριπίδου, Ἀνδρομάχη, 96-99: πάρεστι δ’ οὐχ ἓν ἀλλὰ πολλά μοι στένειν, πόλιν πατρώιαν τὸν θανόντα θ’ Ἕκτορα στερρόν τε τὸν ἐμὸν δαίμον’ ὧι συνεζύγην δούλειον ἦμαρ ἐσπεσοῦσ’ ἀναξίως.
[21] Εὐριπίδου, Ἀνδρομάχη, 222-225: ὦ φίλταθ’ Ἕκτορ, ἀλλ’ ἐγὼ τὴν σὴν χάριν σοὶ καὶ ξυνήρων, εἴ τί σε σφάλλοι Κύπρις, καὶ μαστὸν ἤδη πολλάκις νόθοισι σοῖς ἐπέσχον, ἵνα σοι μηδὲν ἐνδοίην πικρόν
[22] Εὐριπίδου, Ἀνδρομάχη, 42-44: δειματουμένη δ’ ἐγὼ δόμων πάροικον Θέτιδος εἰς ἀνάκτορον θάσσω τόδ’ ἐλθοῦσ’, ἤν με κωλύσηι θανεῖν.
[23] Λιβανίου, Προγυμνάσματα, ἔκδ. R. Foerster, Libanii opera, v. 8, Hildesheim 1963, 37611.
[24] . π., 37617-3773: […] τὸ δὲ ἐκεῖνον τεθνάναι τὸν Πρίαμόν ἐστιν ἀπολωλέναι, τὴν Ἑκάβην,
τοὺς ἀδελφούς, τουτὶ τὸ παιδίον, ἐμέ, τὴν πόλιν ὅλην. ἐκεῖνος ἔσωζε τὸ Ἴλιον. πόθεν οὖν ἔτι σωθήσεται;
[25] . π., 37713-16.
[26]  . π., 3778-9.
[27] . π., 37614-17.
[28] . π., 37814-15: […] τάχα που καὶ τὸ δεινὸν ἀναγκασθήσομαι, μίγνυ-
σθαι τῷ τὸν Ἕκτορα ἀπεκτονότι.

[29] Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα, ἔκδ.  M. van der Valk, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, v. 2, Leiden 1976, 3326-8.
[30] . π., 37220-21.
[31] . π., 3336-8: Τὰ δὲ τῆς Ἀνδρομάχης διαλάμπουσιν εὖ μάλα προς τε σεμνότητα ἱστορικὴν καὶ γλυκύτητα τὴν κατὰ ἀφέλειαν.
[32] . π., 33916-18.
[33] Βλ. Αnthologie Grecque anthologie palatine livre XIII-XV, ed. F. Buffiere [Les Belles Lettres], Paris 2002, 55.
[34] Τὸ τραγούδι γράφτηκε γιὰ τὸ θεατρικὸ ἔργο «Παραμύθι χωρὶς ὄνομα» τοῦ Ἰάκωβου Καμπανέλλη καὶ μελωποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μάνο Χατζηδάκη.