Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018













ΦΩΤΗΣ ΜΠΙΜΠΙΖΑΣ

Ένα διήγημα του Φώτη Μπίμπιζα, που λάβαμε, με τίτλο "ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ" δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ









Ο Φώτης Μπίμπιζας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 02/08/1988. Σήμερα κατοικεί στο Περιστέρι Αττικής. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου "Σπασμωδικές Κινήσεις", μιας συλλογής διηγημάτων που γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 2016. Οι Σπασμωδικές Κινήσεις αποτελούνται από 14 διηγήματα κοινωνικοπολιτικού-φανταστικού χαρακτήρα. Διηγήματα του συγγραφέα φιλοξενούνται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ κάποια από αυτά έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και Ιταλικά. Το ιστορικό περιοδικό λογοτεχνίας Αιολικά Γράμματα του κυρίου Κώστα Βαλέτα δημοσίευσε δύο διηγήματα των Σπασμωδικών Κινήσεων. Ο Φώτης Μπίμπιζας είναι vegan ακτιβιστής υπέρ της ολικής απελευθέρωσης των ζώων. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Πολύχρωμο Όνειρο".


ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Ο ουρανός κράτησε το ετοιμόγεννο ξημέρωμα στην αγκαλιά του σαν μακρινό φυλαχτό, φτιαγμένο από σπάνιες χάντρες. Ο κήπος έπινε μονορούφι τις τελευταίες σταγόνες της νυχτερινής βροχής, που ο υπέροχος πλανήτης του χάρισε και απόψε το βράδυ. Τα φυτά χαμογέλασαν στην πρώτη ακτίνα του ήλιου, αφήνοντας το τραγούδι τους να χορέψει γυμνό στο πλακόστρωτο προαύλιο. Το ξημέρωμα μπουσούλησε πάνω στη μυρωδιά της ζωής τρεμάμενο. Ο δυόσμος έβαλε τα γέλια. 

Ο κύριος Ιάσονας ο κόκορας με τα κλειδιά στα χέρια και το ζεστό καφέ του παρέα, πλησίασε με μάτια μισάνοιχτα την πόρτα. Εδώ και τρία χρόνια είναι ο επιστάτης του σχολείου μας. Πάντα ευγενικός και πρόσχαρος μας υποδέχεται με ζεστό χαμόγελο και μας κερνάει γλυκιά καλημέρα. Ακούμπησε τον καφέ κάτω και ξεκλείδωσε την πόρτα. Οι μέλισσες έπαιζαν κρυφτό και τα μυρμήγκια έκοβαν βόλτες στα πεζούλια. Κοίταξε το ρολόι του, οχτώ παρά. Χαμογέλασε στη σκέψη της σημερινής ημέρας. Οι μαθητές και οι δάσκαλοι μαζεύονταν σιγά-σιγά. Η μητέρα μου με φίλησε και χάιδεψε την ουρά μου.


«Άντε ψυχή μου, να περάσεις όμορφα» μου τόνισε. Πέρασα την πόρτα τρέχοντας, η προσευχή όπου να ’ναι θ’ άρχιζε. Σταμάτησε μπροστά μου, χάιδεψε το κεφάλι μου και χαμογέλασε.


«Καλημέρα Οδυσσέα!»
«Καλημέρα κύριε Ιάσονα!»
«Σήμερα θα πάτε εκπαιδευτική εκδρομή. Πως νιώθεις;»
«Τέλεια! Είμαι πολύ χαρούμενος!»
«Μπράβο! Θα μάθετε πολλά πράγματα σήμερα». Σίγουρα, σκέφτηκα, είχα ακούσει τόσα γι’ αυτούς. Σήμερα θα είχα την ευκαιρία να τους δω κι από κοντά. Στη σκέψη αυτή η καρδιά μου ανέβασε παλμούς. Μπήκα στη σειρά μου, όλα ήταν έτοιμα για την προσευχή. Το μικρόφωνο άνοιξε και η διευθύντρια του σχολείου μας, η κυρία Μπέλα η αλεπού, έφτιαξε τα γυαλιά της φέρνοντας σοβαρό βλέμμα στο πρόσωπό της.
«Καλημέρα παιδιά!»
«Καλημέρα κυρίαααα!» 
«Ποιος θα μας πει προσευχή;» Τα μάτια της με είχαν ήδη διαλέξει πριν ακόμα τα χείλη της παραδώσουν την ερώτηση. «Έλα Οδυσσέα», ο τρόπος της δε μου άφησε κανένα περιθώριο επιλογής. Έπιασα το μικρόφωνο και κοίταξα τον ουρανό.

Βασίλισσα, 
γλυκιά Μητέρα μας μονάκριβη,
κόρη όλων των Θεών,
πανέμορφη ύπαρξη
εσύ που χορεύεις αγκαλιά με το φως
και τη σελήνη
εσύ μας γεννάς ανάσκελα
και μπρούμυτα μας παίρνεις
σ’ ευχαριστούμε από καρδιάς 
που αναπνέουμε και σήμερα.
Τα μάτια σου μυρίζουν γιασεμί
και η αγκαλιά σου μέλι,
τα βουνά εσύ κρατάς 
και στα βήματά σου μέσα όλοι ζούμε.
Χάρισε μας μια μέρα ακόμα
για να δεις πόσο σε αγαπάμε
και πόσο σε σεβόμαστε
γλυκό μας παραμύθι
μονάκριβη Μητέρα φύση.

Της έδωσα το μικρόφωνο και επέστρεψα στη σειρά μου. Εκείνη έσκυψε, φίλησε το χώμα και σηκώθηκε.
 
«Θέλω να παραμείνετε στις θέσεις σας, σε λίγο θ’ αναχωρήσετε με τη συνοδεία των δασκάλων σας για τον ανθρωπολογικό κήπο. Τα πούλμαν σε λίγο θα είναι εδώ. Να περάσετε όμορφα».


Και έτσι έγινε. Τραγούδια, φωνές ντυμένες με γλυκά νιαουρίσματα και μουγκρητά, αγκάλιαζαν το κελάηδημα αχώριστων φίλων όσο οι ρόδες κυλούσαν στην άσφαλτο. 


«Τώρα πες μου αν μπορείς τι γράφει Οδυσσέα». Ο φίλος μου ο Μπάμπης με προκαλούσε να διαβάσω την επόμενη πινακίδα που πλησιάζαμε.
«Είναι πολύ μακριά, τουλάχιστον μισό χιλιόμετρο Μπάμπη» απάντησα σηκώνοντας νευρικά τα μουστάκια μου. 
«Λαμία Αθήνα λέει» πρόσθεσε παίρνοντας το βλέμμα του νικητή. Δεν άργησε να επιβεβαιωθεί, τινάχτηκα. 
«Δε φταίω εγώ γι’ αυτό, δεν είναι δίκαιο. Είσαι γεράκι και είμαι λιοντάρι».
«Δεν ξέρεις να χάνεις Οδυσσέα» λύθηκε στα γέλια. Αδιαφόρησα. Άφησα το σώμα μου να ξαπλώσει αναπαυτικά στο κάθισμα και έκλεισα τα μάτια μου, επιτρέποντας στον εαυτό μου να απολαύσει το αγαπημένο μου τραγούδι που μόλις έτρεχε σαν δροσερό ρυάκι από τα ηχεία. Μετά από μισή περίπου ώρα, η δασκάλα μας στάθηκε στη μέση του πούλμαν, έτριψε το καβούκι της και χτύπησε παλαμάκια ρυθμικά. 
«Παιδιά! Παιδιά, θέλω την προσοχή σας. Όπου να ’ναι φτάνουμε. Θα κατέβουμε ήρεμα για να μετρηθούμε».

Στεκόταν έξω από την πόρτα του κήπου και κουνούσε την ουρά του ασταμάτητα. 
«Καλημέρα! Καλώς ήρθατε! Με λένε Ζορό και είμαι ο ξεναγός του ανθρωπολογικού κήπου» είπε γαβγίζοντας. Οι χτύποι της καρδιάς μου αυξήθηκαν απότομα, η στιγμή που θα έβλεπα άνθρωπο πρώτη φορά από κοντά πλησίαζε. Στο σχολείο είχαμε διδαχτεί από την πρώτη δημοτικού κιόλας τη δυσάρεστη ιστορία των ανθρώπων. 


Πριν πολλά χρόνια, οι άνθρωποι περιφέρονταν στους δρόμους ψάχνοντας την αγάπη, τρέχοντας ελεύθεροι αγκαλιά με τα πάθη τους. Ζούσαν δίπλα μας, μέχρι που μια σοβαρή ασθένεια του ψυχικού συστήματος με το όνομα εγωισμός, κατέστρεψε τον πολιτισμό τους ολοκληρωτικά, βυθίζοντάς τους σε μόνιμη ψυχική ανεπάρκεια. Τα τελευταία διακόσια εβδομήντα πέντε χρόνια, ο πολιτισμός μας τους φροντίζει και προσπαθεί να τους βοηθήσει να επανενταχτούν στην καρδιά τους. 


Πλησίασα τον ξεναγό μας όλος αυτιά, δεν ήθελα να χάσω λέξη. Το πρώτο κλουβί εμφανίστηκε μπροστά μας, τα μάτια μου πάγωσαν μπροστά στο θέαμα. Ο κύριος Ζορό ήπιε μια γουλιά νερό και χαμογέλασε, έβαλε το μπουκάλι του στην τσέπη με σπασμωδική κίνηση και ξερόβηξε.


«Παιδιά, εδώ έχουμε έναν αχάριστο. Όλη του τη ζωή κλαίγεται ασταμάτητα για ό,τι νομίζει πως του λείπει. Τα χείλη του ποτέ δεν είπαν ευχαριστώ σε κανέναν». Ήταν χοντρός, ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα πλαστικό γραφείο, μάσαγε χαρτονομίσματα και έκλαιγε με λυγμούς. Φορούσε περίεργα ρούχα και ένα ξεθωριασμένο καπέλο. Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ένα μακρύ μαύρο πανί, που κρεμόταν δεμένο γύρω από το λαιμό του υποχρεώνοντάς τον συνέχεια να το σφίγγει και να φωνάζει πως είναι άρχοντας. Τον κοιτάξαμε για τρία περίπου λεπτά και συνεχίσαμε. Προχωρήσαμε αργά αλλά σταθερά, όπως τα μυρμήγκια στο σχολείο μας.


Το δεύτερο κλουβί έκανε τα πόδια μου να μουδιάσουν. Ο κύριος Ζορό ήπιε άλλη μια γουλιά πριν μιλήσει. «Εδώ, το μπερδεμένο αγόρι κοιμάται σπάνια έως καθόλου και μισεί όποιον δεν αναπνέει με τους δικούς του πνεύμονες». Το κεφάλι του δεν είχε καθόλου τρίχες και τα μάτια του ήταν πρησμένα σαν κέικ. Ξαφνικά δάγκωσε τα κάγκελα και άρχισε να ξεστομίζει άγνωστες λέξεις· εξουσία, πόνος, σύνορα, κατάκτηση. Όλοι κάναμε πίσω ενστικτωδώς.


«Κύριε Ζορό, τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Τι εννοεί;» ρώτησα χωρίς να χάσω λεπτό. Η δασκάλα μου, η κυρία Μελίνα, τον πρόλαβε σαν πεταλούδα που ανοίγει τα φτερά της στην ευθύνη.
«Οδυσσέα, παιδί μου, θα τις διδαχτείτε σε μεγαλύτερη τάξη, όταν θα μάθουμε πιο πολλά για τους ανθρώπους. Είναι νωρίς ακόμα». Συμφώνησα σιωπηλά.


Φώτης Μπίμπιζας.