Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018



Ένα αφήγημα του Χριστόφορου Μπριστ, που λάβαμε, με τίτλο "ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ", δηοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Χριστόφορος Μπριστ: Ο Χριστόφορος Μπριστ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987  από Γερμανό πατέρα και Αλγερινή μητέρα, έχει σπουδάσει Γερμανική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως καθηγητής Γερμανικών σε φροντιστήριο.






ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ




Αγαπητή Ισαβέλλα,

Το νησί μου δεν έχει πια ταχυδρομείο, γι' αυτό θα βάλω το γράμμα μου σε ένα μπουκάλι και ελπίζω να το βρεις. Το νησί μου πια δεν έχει πολλά . Εκείνο το ένδοξο νησί που η μία του όχθη καθρεφτιζόταν στους γυάλινους ουρανοξύστες της Αθήνας και η άλλη του όχθη στην ακτή της λιμνοθάλασσας των Νυμφών. Στο νησί μου ζούσαν χιλιάδες κάτοικοι και η ζωή ξεχείλιζε από κάθε χαραμάδα κάθε σπιτιού και πλημμύριζε  τους δρόμους των μεγαλουπόλεων πλέον μετά βίας  χωρούν τα πόδια μου. Τα τρία κυκλάμινα  που φύτρωσαν λίγο μετά την μέρα που έφυγες καταλαμβάνουν τα λίγα τετραγωνικά του νησιού. Ήταν κόκκινα αλλά μου θυμίζουν αφόρητα τα χείλη σου γι' αυτό και τα έβαψα λευκά. Οι μέρες περνούν  το ίδιο δύσκολα με τις νύχτες, μάλλον επειδή ο ήλιος δεν φτάνει ποτέ εδώ, τα κυκλάμινα μου καλύπτουν τον ήλιο, τον ουρανό και το φεγγάρι.
Όσο σου γράφω αναρωτιέμαι τι θα θυμηθείς από το νησί. Άραγε θυμάσαι εκείνη την ημέρα που σε πρωτοείδα στις όχθες του  Έβρου που περπατούσες μέσα στην πυκνή βλάστηση σαν ξωτικό, εκεί όπου γινόσουν ένα με τις φυλλωσιές και τα μαλλιά σου μπλεγμένα μεταξύ τους και με την λάσπη σαν πλίνθινο ανάχωμα για τις ακτίνες του ηλίου που πάσχιζαν μέσα από τα κλαδιά και τα μαλλιά σου να φωτίσουν το πρόσωπό σου. Εκείνη τη μέρα σαν σήμερα ένιωσα πως βλέπω για πρώτη φορά, ένιωσα πως η ακοή μου δώθηκε για να σε ακούσω να γελάς, η γεύση για να γευτώ την υγρασία των χειλιών σου, η όσφρηση για να μυρίσω τον ιδρώτα των κροτάφων σου και η αφή για να χαρτογραφήσω τα όρη και τα δάση του κορμιού σου.
  Θα θυμηθείς τα παιδία που σκαρώναμε από άμμο και πανιά κάτω από τα αστέρια και ήταν όμορφα. Τώρα σαπίζουν στη ρίζα του δεύτερου κυκλάμινου. Δεν τους είπα πως έφυγες και δεν τους είπα πως θα μείνουν πάνινα για πάντα. Η τρυφερή τους αμμώδης σάρκα γίνετε όλο και περισσότερο λίπασμα για τα κυκλάμινα. Πόσο τα αγαπούσες, ειδικά το πρωτότοκο που ήταν περισσότερο δικό σου αλλά το αγάπησα σαν να το ήθελα από πάντα. Εκείνο το ασθενικό αγοράκι που θα έχτιζε μια σχεδία από τα πιο δυνατά πεύκα της λίμνης και για σχοινιά τα ίδια του τα νεύρα για να μην χάσει κανένα παλμό της θάλασσας και καμία ριπή από τον άνεμο. Είχαμε τόσα παιδιά, υιοθετήσαμε ο ένας του άλλου και τα αγαπήσαμε σαν να ήταν ολόδικά μας. Όλα εκτός από εκείνο που το φάσκιωσες με μετάξι και το έθαψες στην πίσω αυλή του σπιτιού κάτω από τη ροδακινιά που ξάπλωνες τα καλοκαίρια. Το ξέθαψα μόλις πριν από λίγα χρόνια.  Έπαιζε με τα κουβαδάκια του κάτω από το την  πίσω αυλή ολοζώντανο! Είχε ήδη χτίσει μια βίλα στα προάστια του Τορόντο, παιδιά με έναν εργολάβο κτιρίων, μία εξωτική οικιακή βοηθό και έναν ψυχρό περίγυρο. Γιατί δεν μου είπες ποτέ για  αυτό το παιδί;
Θέλω να ξέρω αν με τον άντρα σου μιλάτε, γιατί εγώ δεν θυμάμαι να μιλάμε. Τα χείλη σου άνοιγαν μόνο για να φιλήσουν τα δικά μου, αλλά τα μάτια σου δεν σώπαιναν ποτέ. Μου έλεγανγια τον έρωτα, την ζωή, ις τριανταφυλλιές που είχαν γεμίσει το παλιό σου νησί και τα αγκάθια τους ήταν τόσο πυκνά και αιμοβόρα που αναγκάστηκες να κολυμπήσεις ως το νησί μου.
Πριν χρόνια είχα κόψει το μοναδικό μου κυκλάμινο, έκανα το βλαστό του σαν κανό και ταξίδεψα ως το νησί σου, ή τουλάχιστον εκεί που μου είχες πει πως είναι. Ταξίδευα επί μέρες ώσπου έφτασα ένα δειλινό. Το νησί ήταν έρημο, οι τριανταφυλλιές σου απότιστες και απεριποίητες για καιρό και εσύ δεν ήσουν πουθενά. Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές της μπροστινής αυλής, κατακόκκινα σαν το αίμα κάτω από το πάλλευκο δέρμα των χεριών σου. Κλάδεψα τις τριανταφυλλιές , τις πότισα και γύρισα πίσω στο νησί μου, όπου έκπληκτος ανακάλυψα ότι είχαν φυτρώσει τρία κυκλάμινα και μετά βίας χωρούσα να ακουμπήσω και τα δύο μου πόδια σε στέρεο έδαφος.
Από τότε το μόνο που προσπαθώ είναι να βάζω το πόδι μου στο νερό καμιά φορά που η παλίρροια είναι ψηλά και το χέρι στα σύννεφα όταν αυτά κατεβαίνουν πολύ χαμηλά. Όταν μπλέκω τα δάχτυλά μου στα σύννεφα νιώθω σαν να παγιδεύεται το χέρι μου στα μαλλιά σου και να μην θέλει να ελευθερωθεί από την φυλακή του από μετάξι και θαλασσινό αλάτι αφημένο εκεί από κάποιο μακρινό καλοκαίρι. Ίσως εκείνο το καλοκαίρι, που σου έμαθα τη θάλασσα, που κυλιόμασταν στην καυτή άμμο και αυτή έμπαινε στα τυφλά μας μάτια, που πετούσαμε με τους γλάρους και κολυμπούσαμε με τα ψάρια και το βράδυ  είχαμε για σεντόνι ο ένας το γυμνό κορμί του άλλου. Τα σώματά μας ενώνονταν τόσο τέλεια, κάτω από το τρύπιο σάβανο της νύχτας, σαν να χτίστηκαν για να είναι μαζί, τα χείλη μου στις πληγές σου και οι παλάμες σου στις δικές μου. Το θυμάσαι άραγε εκείνο το καλοκαίρι;
Από τότε που το νησί μου μίκρυνε φοβόμουν πως όταν θα γυρνούσες δεν θα είχες χώρο για να βάλεις την αγαπημένη σου ξύλινη καρέκλα.  Η αλήθεια είναι πως στο νησί μου πλέον δεν χωράει ούτε δεύτερος άνθρωπος. Έτσι προσπάθησα να ξεριζώσω ένα από τα κυκλάμινά μου, αλλά αυτό ξαναφύτρωσε αμέσως. Προσπάθησα να χτίσω φράγματα από άμμο αλλά η παλίρροια πάντα τα καταστρέφει. Προσπαθούσα για πολλά χρόνια μέχρι που κατάλαβα πως δεν θα γυρίσεις, αν όμως γυρίσεις θα σου φτιάξω μια πλωτή εξέδρα για να βάλεις την καρεκλά σου.
Από το παλιό μας σπίτι δεν κράτησα τίποτα και τίποτα δεν διασώθηκε πέρα από ένα τριαντάφυλλο, από την μπροστινή περίφραξη. Το φύτεψα αναμεσά στα κυκλάμινα, μα το φως δεν έφτανε ως εκεί όσο κι αν προσπάθησα και το τριαντάφυλλο έγινε μαύρο και τα αγκάθια του μυτερά σαν αδράχτια. Το πέταξα στη θάλασσα και από τότε είμαι μόνος μου. Οι κάτοικοι του νησιού με θεώρησαν υπεύθυνο για την πλημμύρα και δεν μου ξαναμίλησαν από τότε.
Την ημέρα που έφυγες με ξύπνησαν τα κοράκια που μασουλούσαν το καλαμπόκι της πίσω αυλής. Έτρεξα στην πίσω αυλή και βρέθηκα να ακροβατώ στο κενό που είχε αφήσει η έλλειψη της εικόνας σου, να πλέκεις στεφάνια από αγριόχορτα πάνω στην ξύλινή σου καρέκλα. Στη θέση σου κάτω από την ροδακινιά υπήρχε ένας πίδακας νερού που μου μούσκευε τον παράδεισό (μας). Όλη η επιφάνεια του άρον άρον εγκαταλελειμμένου  νησιού είχε καλυφθεί με νερό εκτός από την στέγη του σπιτιού μας όπου είχε ήδη αρχίσει να φυτρώνει ένα κυκλάμινο. Η στέγη έγινε το νησί μου, ξεκόλλησε από το υπόλοιπο σπίτι και με παρέσυρε προς άγνωστα νησιά Λαιστρυγόνων. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε θυμάμαι. Και δεν έφτασα το νησί μου κόλλησε σε κάτι και παρασύρθηκε σε άγνωστη ρότα.
Από τότε που γύρισα από το νησί σου άρχισα να πιστεύω πως αυτό το κάτι είναι ζωντανό. Είναι ένα κήτος. Κρύβεται κάτω από τα θολά νερά αλλά νιώθω τα κίτρινα ολοστρόγγυλα μάτια του καρφωμένα επάνω μου. Τα δόντια του λάμπουν κάτω από το νερό στο φεγγαρόφωτο σαν δρεπάνια και η ουρά του σαλεύει σαν επιδέξιά γλώσσα πεινασμένου θηρευτή.
Αύριο θα φύγω απ' αυτό το νησί. Αύριο θα γίνω 42 χρονών από την ημέρα που έφυγες. Το δέρμα μου είναι πολύ φαρδύ για τα κόκαλά μου και δεν βρίσκεται μοδίστρα να μου το στενέψει. Αν με φάει το κήτος δεν θα λυπηθώ για την ζωή μου, δεν την έχω εδώ και πολύ καιρό οπότε δεν μπορώ και να την λυπηθώ.
Πάνε πέντε μέρες από τότε που έπεσα στο νερό. Έπεσα σαν να βουτούσα στα τάρταρα, για να φτάσω όσο πιο βαθιά και πιο μακριά μπορούσα και για πρώτη φορά δεν φοβόμουν. Το κήτος δεν ήταν εκεί. Υπήρχαν μόνο μερικοί ευγενικοί κύριοι με τα ψάθινα καπελάκια τους και τα παχιά τους μουστάκια, που έκαναν σχολαστικά τέλειους κύκλους  στο νερό και παιδιά με γλυφιτζουρένια κοκοράκια στα χέρια.
Το νερό ήταν ψυχρό αλλά διάφανο. Έβλεπα το σπίτι και τον κήπο μας κάτω από τα πόδια μου σα να μην είχε αλλάξει τίποτα πέρα από το άγγιγμα του χρόνου. Και όμως τόσα χρόνια δεν είχα κουνηθεί εκατοστό, ήμουν ακόμα στην αρχή του τέλους.
Κολύμπησα με δύναμη αψηφώντας τον πόνο του αλατιού στις δύο βαθιές ουλές της πλάτης μου προς ένα τρεμάμενο φως. Κολυμπούσα δύο μερόνυχτα και ένιωθα τόσο ελεύθερος και άτρωτος. Το νησί μου μ 'ακολουθούσε διστακτικά από απόσταση. Την τρίτη μέρα έφτασα στο φως. Ένα κρίνο. Ένα πέταλο τέλεια τυλιγμένο γύρω από έναν αδύναμο, σαν ψυχή, μίσχο. Στρατοπέδευσα το κορμί μου γύρο από το κρίνο. Ένιωθα την ευθύνη να το προστατεύσω.
Το νησί του άλλωστε βρίσκεται μονίμως σε κίνδυνο. Στα βόρεια υπάρχει η Σκύλα, που αρπάζει με τα τρομερά της πλοκάμια κάθε πλήρωμα του χρόνου που περνάει και έτσι καμία στιγμή δεν καταφέρνει να φτάσει εδώ, ούτε καν τολμά να πλησιάσει. Ενώ στα νότια είναι η αδερφή της η Χάρυβδη , χλωμή και κοκαλιάρα , κρυμμένη πίσω από την φραγκοσυκιά του μικρού της σκοπέλου , ρουφάει κάθε μέρα το γάργαρο νερό και κάθε μέρα το ξερνάει πίσω σκοτεινό και αμίλητο.
Την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου , ο ήλιος έφτασε τόσο χαμηλά που σχεδόν ακουμπούσε τη θάλασσα και καθρεφτιζόταν στον ουρανό και τότε σε είδα! Είχες τα χρυσόξανθα μαλλιά σου μαζεμένα με φιλέ και τα μάτια σου μουτζουρωμένα με κιμωλία. Τα χέρια σου λεπτά κι αδύναμα προσπαθούσαν να κρύψουν την λερωμένη από ρόδια και τα πόδια σου σκάβανε αυλάκια ασταμάτητα. Έτρεχες  μέσα τους σαν βρόχινο νερό με τη γνωστή παθιασμένη ορμή σου. Ήταν σαν όνειρο. Ήθελα να φτάσω την εικόνα σου, να την αγγίξω. Πάλεψα με το νερό για να σε φτάσω μα μόλις τα ακροδάχτυλά μου πήγαν να αγγίξουν τη μορφή σου, αυτή έσβησε σαν τα φώτα της πόλης στις πρώτες ακτίνες του ήλιου.
Νομίζω αυτό είναι το τέλος του γράμματός μου. Αυτού του γράμματος που ποτέ δεν αποφάσιζα να σου στείλω και που συνεχώς προσθέτω κάτι. Θα σκάψω έναν λάκκο αρκετά μεγάλο και θα βάλω μέσα το μυαλό μου και την καρδιά μου με τα σκουλήκια τους και από δίπλα θα αφήσω αυτό το γράμμα σαν επικήδειο. Επιτέλους θα ξεκουραστώ από το να σε αγαπώ.

Χριστόφορος Μπριστ