Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018


Ένα διήγημα του Χρίστου Ρ. Τσιαήλη

 που λάβαμε, με τίτλο "Ο ΙΟΣ ΚΟΞΑΚΙ" 

δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Χρίστος Ρ. Τσιαήλης
Ο συγγραφέας Χρίστος Ρ. Τσιαήλης γεννήθηκε στη Λευκωσία, Κύπρο το 1974. Καθηγητής Αγγλικών, είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες είναι ενεργός αθλητής τριάθλου και μαραθωνοδρόμος. Ταξιδεύει πολύ, καταγράφει αναμνήσεις από παντού και μετουσιώνει αυτές τις αναμνήσεις μαζί με τις παρατηρήσεις του για την ανθρώπινη συμπεριφορά, σε όλα τα είδη (ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο). Η γραφή του τείνει προς ένα πλέγμα κοινωνικού, ψυχολογικού και φιλοσοφικού προβληματισμού.
Ποιήματα και πεζογραφήματά του στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα έχουν εμφανιστεί σε συλλογές, λογοτεχνικά περιοδικά, και σε ανθολογίες μετά από διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπως τα διεθνή λογοτεχνικά περιοδικά ‘ArtAscent’, ‘Poets and Dreamers’, ‘Parousia’, ‘In Focus’ ‘Diasporic Literature’, 4η Ομαδική Ποιητική Συλλογή εκδόσεων Διάνυσμα, postcard projectFrom Cyprus With Love’, κλπ.  Επίσης διηγήματά του παρουσιάζονται στην ανθολογία ‘Η Πόλη Αυτό Το Βράδυ: Αθήνα’, εκδόσεις Poema, στην ανθολογία ‘Φαντασμαγορία 2017: Αδιέξοδο’ και στην Πρώτη Κυπριακή Ανθολογία του Φανταστικού ‘Το Ποτάμι του Χρόνου’,  2017, όπου συμμετέχει με δύο διηγήματα. Επίσης μετά από διάκριση στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ‘Παράξενες Μέρες’, διήγημά του στην Ανθολογία ‘Παράξενοι Έρωτες’, 2017. Το θεατρικό του ‘Στρείδια’ πήρε έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΤΕΠΚ Κερατσινίου, Αθήνα 2017. Το θεατρικό του ‘Δοχεία’ πήρε έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, 2017. Το ποίημα του ‘Στο Ληξιαρχείο του Χρόνου’ πήρε διάκριση στον Διαγωνισμό Ulysses 2018.
Στα βιβλία του συγγραφέα περιλαμβάνονται η συλλογή διηγημάτων ‘Throwing Dice on a Chessboard’, 2010, η ποιητική συλλογή ‘The Green Divorce’, 2012, το ‘Klotho Surfaces’, και το πρώτο μυθιστόρημα από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας – ‘The Omniconstants Trilogy’, 2016. Το πιο πρόσφατό του βιβλίο, ‘Ψωμί’, 2017, αποτελεί μια σπονδυλωτή συλλογή διηγημάτων.
Ο συγγραφέας αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Έχει κληθεί ως κριτής σε διαγωνισμούς Λογοτεχνίας και εκπαιδευτής σε σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής.


Ο Ιός Κοξάκι
-------------------------------
Η Σ. ξύπνησε απότομα στον καναπέ. Δεν θυμότανε να είχε αποκοιμηθεί εκεί. Ο θόρυβος από το κλάμα του βρέφους στην κουζίνα ήταν πιο δυνατός από την ένταση της τηλεόρασης. Έπαιζαν ειδήσεις. Ανασηκώθηκε για να πάει στο μωρό, μα στην τηλεόραση έπιασε με την άκρη του βλέμματός της μια σκηνή που την μαγνήτισε - δεν μπόρεσε να πάρει δεύτερο βήμα. Κοκάλωσε. Ένιωσε το σβέρκο της να αγκυλώνεται προς τα δεξιά. Έμεινε εκεί. Ο παρουσιαστής την κοίταζε κατάματα. Έντονα. 
Ο ΙΟΣ ΚΟΞΑΚΙ ΈΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΠΕΙΛΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΕΥΑΛΩΤΕΣ ΟΜΑΔΕΣ.
Στην οθόνη εικόνες και βίντεο από παιδάκια επηρεασμένα από τον ιό. Ήταν αποκρουστικό. Βάναυσο. Μα δεν μπορούσε να κινηθεί. Κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει το μέτωπό της. Σταγόνες κύλησαν και της έκαψαν τα μάτια. Τα ανοιγόκλεισε αρκετές φορές αντιδρώντας ενστικτωδώς, έσφιξε τα βλέφαρά της να φύγει το υγρό, όχι τόσο γιατί πονούσε, αλλά κυρίως για να συνεχίσει να βλέπει. Να βλέπει τα κοκκινισμένα εξανθήματα στο δέρμα μικρών παιδιών, τις φλύκταινες στις πατούσες τους. Ήταν το πάγωμα εκείνο που αισθάνεται το θύμα μπροστά στον δολοφόνο που κρατάει απέναντί του το μαχαίρι. Που σιμώνει κι αυτή δεν μπορεί να κουνηθεί. Που την κοιτάει στα μάτια ψυχρά, έτοιμος, κι αυτή ζει όλη της τη ζωή απαρχής σε γρήγορη κίνηση, όλες τις μετάνοιες και τις χαρές, τη θλίψη και τις συγκινήσεις σε ένα μικρό δευτερόλεπτο, ανίκανη να αντιδράσει. Έτσι ένιωσε εκείνη τη στιγμή.
Ο παρουσιαστής ήταν κάπως ψυχρός στην ανακοίνωσή του, έτσι όπως εμφανιζόταν στο κουτάκι κάτω δεξιά στην οθόνη. Μα η Σ. δεν νοιαζόταν για το ύφος στη φωνή του. Μόνο το βλέμμα του. Το βλέμμα του που υπονοούσε κάτι απροσδιόριστο, κάτι διαφορετικό, κάτι που αφορούσε μόνο εκείνη. Το περιεχόμενο αυτού που άκουγε ήταν που δεν την άφηνε να μετακινηθεί. Το βαθύτερο περιεχόμενο. Όχι τα παιδιά, όχι το δέρμα τους.  Ήταν σαν να μην τα έβλεπε όλα αυτά. Ήταν σαν να μην άκουγε την ανακοίνωση. Βυθιζότανε γοργά σε μια απροσδιόριστη ανάμνηση. Και συνάμα αισθανόταν ότι ελάμβανε μιας μορφής απειλή, άμεση, στοχευμένη σ’ εκείνη την ίδια, μόνο για εκείνη, αποκλειστικά.
Η ανάμνηση, θολή, στο βάθος μια μορφή, ομίχλη, όδευε η ίδια προς τη μορφή εκείνη, μα με τρόμο, τεράστιο τρόμο, έπρεπε να πάει εκεί… έπρεπε να δει… έπρεπε…
ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ. ΜΗΝ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΣΤΕ ΣΕ ΚΛΕΙΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ. Ο ΙΟΣ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΜΕ ΑΟΡΑΤΑ ΣΤΑΓΟΝΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΠΟΥ ΕΚΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΟΥΝΤΕΣ.
Το δεύτερο μισό της ανακοίνωσης την έφερε για λίγο ξανά στην πραγματικότητα. Έβλεπε στην οθόνη τα κάτω χείλη και τα ούλα των μωρών με τα έλκη και φανταζότανε πόσο θα υποφέρανε, πόσο θα πονούσανε την ώρα που κλαίγανε για το φαγητό τους. Άκουγε ταυτόχρονα το κλάμα του μωρού στην κουζίνα και δεν ήξερε αν ένιωθε ανακούφιση στη σκέψη πως εκείνο το μωρό ήταν καλά ή τρόμο στην ιδέα ότι ίσως – από κάποια διαβολική σύμπτωση – το μωρό έκλαιγε επειδή το ίδιο είχε κολλήσει τον ιό.
Μα αφού δεν έχω μωρό!!!
Η ξαφνική διαπίστωση την τρόμαξε διπλά. Ήθελε να τρέξει να πάει στην κουζίνα, να δει. Να καταλάβει. Μα ήθελε να μείνει κι εκεί, μπροστά στην οθόνη. Μέχρι να τελειώσουν οι ειδήσεις. Για να ξαναβυθιστεί. 
Άγγιξε το σώμα της παντού. Απότομα ξυπνώντας από το πάγωμα της είδησης ένιωσε το αίμα της να κυλάει ξανά στις φλέβες της. Το σβέρκο της ξεκλείδωσε με ένα ξερό ‘κλικ’. Γρήγορα ξεγυμνώθηκε εκεί όπως ήταν. Δεν μπορούσε να μετακινηθεί από το λευκό στο μαύρο πλακάκι. Σαν μια μαύρη Βασίλισσα σε μια άδικη παρτίδα ένιωσε εκατοντάδες λευκά πιόνια να στριμώχνονται γύρω της και να την πνίγουν. Άρπαξε το τηλεχειριστήριο από το μπράτσο του καναπέ. Έκλεισε την τηλεόραση και κοιτάχτηκε στη μαύρη της οθόνη. Ήταν ο καθρέφτης της εκείνη τη στιγμή. Μικρή ελπίδα, μεγάλη ανησυχία. Ένας θολός καθρέφτης. Μα ήταν αρκετός. Ήταν ταιριαστός. Το μαύρο του ήταν ό,τι έπρεπε. Για να μην της δώσει ούτε ίχνος χαράς. Ούτε ψήγμα πλασματικής ελπίδας. Έπρεπε να ξέρει σίγουρα. Έπρεπε να παραδοθεί στο τελειωτικό αυτό ψάξιμο. Δεν υπήρχε χώρος για λογική, δεν υπήρχε θέληση για μετακίνηση. Δεν υπήρχε συναίσθημα. Μόνο ψυχρός, σαρωτικός τρόμος. Έπρεπε να ξέρει αμέσως, εκείνο το δευτερόλεπτο, αν είχε η ίδια προσβληθεί. Το κάθε επόμενο δευτερόλεπτο θα ερχότανε κάθε φορά «πολύ αργά». Ο χρόνος είχε σταματήσει. Η ίδια παγιδεύτηκε σε ένα περίεργο δίπλωμα του χρόνου. Η εικόνα της η ίδια μέσα στην οθόνη ερχόταν να την επιβεβαιώσει ότι ό,τι έχει ακούσει για τα παράλληλα σύμπαντα ήταν αλήθεια. Απέναντί της δεν ήταν η ίδια. Ήταν ένας ασθενής της, ξαπλωμένος, ανίσχυρος, βυθισμένος στον καναπέ.
Μίλα του!
Όχι! Αυτή τη φορά θα εξετάσω χωρίς να μιλάω. Χωρίς να ρωτάω. Χωρίς εξηγήσεις. Να μην μου εξηγήσει τίποτα! ΤΙΠΟΤΑ!!!
Μετακίνησε τα μαλλιά της εξετάζοντας πρώτα τα αυτιά της. Πέρασε το δάκτυλό της πίσω από τους λοβούς και πιο πίσω στο σώμα του τυμπάνου, μετά έβαλε το δάκτυλό της μέσα για να νιώσει χιλιοστό με χιλιοστό την παραμικρή ευαισθησία ή ανωμαλία στο λεπτό δέρμα, που θα σήμαινε το γέννημα ίσως ενός εξανθήματος. Δεν βρήκε κάτι. Γρήγορα κόντεψε το πρόσωπό της στην οθόνη για να δει καλύτερα τα μάγουλα, αλλά και τα καλά κρυμμένα σημεία ανάμεσα στις εμφανείς λακκούβες κάτω από το πηγούνι της. Το κλάμα του μωρού στην κουζίνα γινόταν όλο και εντονότερο. Άνοιξε προσεκτικά με τα ακροδάχτυλά της ρυτίδα τη ρυτίδα, αυτές τις αδιάκριτες ρυτίδες του χρόνου. Τα σημάδια της ακμής -χρόνια εκεί- της θύμισαν έντονες σκηνές τρόμου από την παιδική της ηλικία. Μα δεν ήταν κόκκινα. Μόλις που τα διέκρινε στη σκούρα αντανάκλαση, και ήταν ώριμα, ήταν γερασμένα πια. Είχαν υπηρετήσει τον σκοπό τους. Είχαν διενεργήσει μέσα της βαθιά την αυθυποβολή που χρειαζότανε εκείνη τη στιγμή – το σημάδι είναι σημάδι για πάντα, ο ιός έρχεται για να σε ξυπνήσει ξανά – Τέτοιες σκέψεις έκανε όσο έβλεπε τα παλιά σημάδια με το χρώμα της αιώνιας σήψης. Ξαφνικά πέρασε και η σκέψη για το παιδί, πώς θα την έβλεπε κάθε μέρα το παιδί με εκείνα τα σημάδια; Μα δεν ερχόταν η θλίψη να της αλλάξει το πάγωμα. Τίποτα δεν θα την αποσπούσε από τον σκοπό. Έπρεπε να ξέρει ότι δεν κόλλησε τον ιό. Εμβόλιμες σκέψεις εισέβαλλαν στο μυαλό της· παραπλανητικές· υποκινούμενες· μα αυτή θα έμενε εκεί – κολλημένη στην οθόνη· να εξετάζει το δέρμα της παντού.
Δεν έμεινε τίποτα στο κεφάλι της πια να εξετάσει. Κοίταξε ακόμη και το λευκό των βολβών της τραβώντας τις σακούλες των ματιών και μετά τις άνω βλεφαρίδες και μετά γυρίζοντας τα μάτια της δεξιά κι αριστερά ένα-ένα. Ήταν καθαρή κι εκεί, και κάτω από το πηγούνι, και τριγύρω από το πρόσωπό της, μα όχι σίγουρη ακόμη. Καθόλου σιγουριά δεν ένιωσε, ούτε ανακούφιση. Αν ήταν αρκετά θαρραλέα θα άρπαζε το μαχαίρι από το τραπεζάκι, λερωμένο με τις φλούδες των φρούτων που έκοβε για τους ασθενείς της πριν αποκοιμηθούν, θα έσκιζε το δέρμα της να δει αν είχε αρχίσει κάτι να ερεθίζεται από κάτω, η αλήθεια το κοίταξε για λίγο το μαχαίρι μα αμέσως ξέχασε. Γιατί μια φαγούρα είχε ήδη αρχίσει να γαργαλάει ελαφρά το τριχωτό της κεφαλής της και το αριστερό της μάγουλο κάτω χαμηλά. Τα δάκτυλά της ξεράθηκαν στη σκέψη ότι ίσως αυτό να είναι το πρώτο σύμπτωμα του ιού. Έριξε βιαστικά προς τα κάτω το βλέμμα της. Εξέτασε προσεκτικά τις παλάμες της – η γραμμή της ζωής. Η γραμμή της ζωής που της είχε εξηγήσει η μάντισσα είχε αλλάξει. Είχε γίνει διπλή. Ήταν δυο παράλληλες ζωές. Ήταν  η ίδια κι ήταν και μια άλλη – μια παραμορφωμένη άλλη. Μια μάνα, μια μάνα με ένα μωρό στην κουζίνα να κλαίει.
            Ίσως τελικά να έχω παιδί. Ίσως.
Κατάφερε και πήδηξε πίσω, στα δύο μέτρα από την τηλεόραση πάλι. Προσγειώθηκε σε ένα μαύρο τετράγωνο. Δίπλα της ένας πύργος. Ζώνη άνεσης. Ζώνη ανακούφισης. Ο πύργος κοίταζε αλλού, προς το κλειστό παράθυρο του φωταγωγού. 
Την άναψε πάλι. Ο παρουσιαστής μιλούσε ήρεμα για την καταιγίδα. Ήρεμα για την κατολίσθηση στο προάστιο. Ήρεμα για τους είκοσι-τρεις θανάτους. Ήρεμα για τον πόλεμο που ξεκινούσε στο Αρχιπέλαγος σήμερα.
Άγγιξε το αιδοίο της. Πόναγε. Αίμα. Αίμα και πύο. Κανένα κλάμα στην κουζίνα. Το αίμα στον καναπέ. Αίμα, πύο και σπέρμα. Το ανάλυσε λίγο: τόσα χρόνια το περιμένω, μήπως ξεκινάει επιτέλους; Ποιον είχα εψές στον καναπέ; Γαμώτο δεν θυμάμαι. Ίσως ο… Κοίταξε το τηλεχειριστήριο. Αίμα και πύο κι εκεί. Ίσως πάλι να μην ήταν έγκυος. Ίσως η ίδια από μόνη της να…
Έκλεισε τα μάτια πάλι με τρόμο.
Ο ΙΟΣ ΚΟΞΑΚΙ ΈΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΠΕΙΛΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΕΥΑΛΩΤΕΣ ΟΜΑΔΕΣ. ΕΝ ΤΟΙΑΥΤΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ Η ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΙΣ ΕΙΝΑΙ – ΔΥΣΤΥΧΩΣ – ΠΟΛΥ ΠΙΘΑΝΗ.
Βυθίστηκε ξανά σε εκείνη την απροσδιόριστη ανάμνηση. Πάντα ήταν εκεί, πάντα της έγνεφε να επιστρέφει. Πήγε προς τη μορφή. Η ομίχλη διαλύθηκε. Μια άλλη Σ. κοίταζε μια οθόνη και κρατούσε με δυο χέρια σφιχτά το τηλεχειριστήριο στραμμένο απειλητικά στην κοιλιά της.


Χρίστος Ρ. Τσιαήλης