Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Ένα κειμενο του 
Γεωργιου Φτερη
νομικός,  Έλληνας δημοσιογράφος, ανταποκριτής, κριτικός, συγγραφέας και ποιητής
με τίτλο
"Η ΓΙΑΓΙΑ"
δημοσιευμένα στην εφημερίδα 
"ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΝΕΑ"
 τα Χριστούγεννα του 1934


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΤΕΡΗΣ

 O Γιώργος Φτέρης - ψευδωνυμα του Γιώργος Τσιμπιδάρος- (14 Σεπτεμβρίου 1891 - 14 Σεπτεμβρίου 1967), ήταν νομικός,  Έλληνας δημοσιογράφος, ανταποκριτής, κριτικός, συγγραφέας και ποιητής.  που γεννήθηκε στη Λακωνία, στη Μάνη και πιο συγκεκριμένα στη Καρέα 14 Σεπτέμβρη 1891. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα κι εργάστηκε στις εφημερίδες ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΚΑΙΡΟΙ, ΠΑΤΡΙΣ, ΝΕΑ, ΗΜΕΡΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ, ΒΗΜΑ. Παρέμεινε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, αρχικά στη Ρώμη και κατόπιν ανταποκριτής του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε όλες τις πολιτικές, πνευματικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του μεσοπολέμου, τις οποίες ανέπτυξε σε σειρά ανταποκρίσεων. Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Ελλήνων Λογίων Καλλιτεχνών, στο Παρίσι.
     Δημοσίευσε τα βιβλία «Η θρυλική ζωή του Στρατηγού Βούρβαχη με πρόλογο του Στρατάρχου της Γαλλίας Φρανς ντ’ Έσπερε το 1947 και «Πρόσωπα και σχήματα» το 1954. Μετέφρασε θεατρικά έργα κι έγραψε μελέτες και ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποίημα - τραγούδι του της Κατοχής «Η χωριάτα» έγινε σύμβολο της ελευθερίας και εκινδύνευσε να συλληφθή από τους κατακτητές.
     Συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού θεάτρου, μέλος της Επιτροπής Σχολικών Βιβλίων του Υπουργείου Παιδείας, Ιδρυτικό και τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών 1930-1967, κριτικός του Λογοτεχνικού·Βιβλίου και θεάτρου στο «Βήμα». Δημιούργησε με τον Δημ,. Λαμπράκη τη λογοτεγνική επιφυλλίδα του «Βηματος», στην οποία εγραφε κάθε Κυριακή. Μέλος της Ενώσεως Συντακτών.
     Είχε 4 αδέρφια, τον Γιάννη (ή Γιάγκο) ο οποίος έμενε στη Μάνη. Ο Βασίλης πολέμησε στον Μακεδονικό Αγώνα ως αρχηγός ανταρτών και σκοτώθηκε σε μάχη. Ο Πότης, όπως και ο αδερφός του Γιώργος, σπούδασε νομική, αρθρογράφησε σε αρκετές εφημερίδες και έγινε αρχισυντάκτης σε μια. Αργότερα έγινε γραμματέας του Ελευθέριου Βενιζέλου και εξελέγη βουλευτής Αθηνών, Το 1963, έγινε σύμβουλος στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Είχαν επίσης μια αδερφή, την Όλγα, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Γιάννη Χαραμή από την Κρεμαστή Λακωνίας. Το 1931, ο Γιώργος Φτέρης παντρεύτηκε τη Ρέα Βραχίνου, και στις 13 Ιουλίου 1934, γέννησαν τη μοναδική τους κόρη Ελυάνα.
  Άρχισε τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία στο «Θάρρος» των Καλαμών. Κατόπιν συνεργάσθηκε στην «Ακρόπολη», «Πατρίδα», «Βαλκανικό Ταχυδρόμο», «Ελεύθερο Τύπο», Ελεύθερο Λόγο», «Αμάλθεια» της Σμύρνης με το ψευδώνυμο Ανατολίτης και, στα φιλολογικά περιοδικά «Νουμάς», «Καλλιτέχνης», «Χαραυγή» της Μυτιλήνης», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Νέα Εστία», «Νέο Πνεύμα», «Νεοελληνική Λογοτεχνία», «Παναθήναια», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά», «Διάπλασις των Παίδων», «Ανθολογία» με τα ψευδώνυμα Λανσελότος, Γκρέκο, Φτέρης.
     Διακρίθηκε ως σχολιαστής και φιλολογικός κριτικός, κράτησε δε σα  παρατσούκλι και  το "Τσιμπιδάρος" ή "Τσιμπιδάρας". Έγραψε τα έργα "Η Θρυλική Ζωή Του Στρατηγού Βούρβαχη" (1937), τα "Πρόσωπα Και Σχήματα" (1954), τις "Ελληνικές Μορφές" (1979) και το "Μάνη, Πατρίδα Μου" (1981) -εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Μετέφρασε θεατρικά έργα κι έγραψε μελέτες και ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποίημα-τραγούδι του της Κατοχής, "Η Χωριάτα" έγινε σύμβολο της ελευθερίας και κινδύνεψε να συλληφθεί από τους κατακτητές.
     Επίσης υπήρξε συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού θεάτρου, μέλος της Επιτροπής Σχολικών Βιβλίων του Υπουργείου Παιδείας, ιδρυτικό και τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1930-1967), κριτικός του Λογοτεχνικού Βιβλίου & Θεάτρου στο ΒΗΜΑ. Δημιούργησε με τον Δημ. Λαμπράκη τη λογοτεγνική επιφυλλίδα του ΒΗΜΑΤΟΣ, στην οποία έγραφε κάθε Κυριακή. Μέλος της Ένωσης Συντακτών.
     Η επί 52 συνεχή χρόνια, δημοσιογραφική και λογοτεγνική εργασία του, υπήρξε δημιουργική συμβολή στη προαγωγή των Ελληνικών Γραμμάτων κι ο θάνατός του άφησε μεγάλο κενό στο δημοσιογραφικό και πνευματικό τομέα της Ελλάδος. Τιμήθηκε με τις Ακαδημαϊκές Δάφνες της Σορβόνης (1930), τον Ταξιάρχη Του Φοίνικα (1965) και το Χρυσό Εύσημο Δημοσιογραφίας (1966).
     Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο Γιώργος Φτέρης, ήταν ανταποκριτής εφημερίδων στο εξωτερικό.  Παρέμεινε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, αρχικά στη Ρώμη και κατόπιν ως ανταποκριτής του «Ελεύθερου Βήματος» στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε όλες τις πολιτικές, πνευματικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του μεσοπολέμου, τις οποίες κι ανέπτυξε σε μακρά σειρά ανταποκρίσεων. Διετέλεσε Γενικός Γραμματεύς του Συλλόγου «ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΙΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ» στο Παρίσι. Περιόδευσε στην Ευρώπη για να συναντήσει αρκετά γνωστά πρόσωπα της εποχής, όπως ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι, από τον οποίο έλαβε συνέντευξη αρκετές φορέας. Κατα τη διάρκεια των ταξιδιών του, γνώρισε και σχημάτισε δεσμούς φιλίας με αρκετά γνωστά άτομα, όπως ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης, ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος, ο πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος, η ηθοποιός Έλλη Λαμπέτη, ακόμη κι ο Πάμπλο Πικάσο.
     Το 1954 εκδόθηκε το βιβλίο «Πρόσωπα Και Σχήματα»
 Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, διηύθηνε τα «Αθηναϊκά Νέα» 1933-1941 και συνεργάσθηκε έκτοτε στο «Βήμα», στα «Νέα» και στον «Ταχυδρόμο» 1924-1967. Στο Βήμα αρθρογραφούσε το κύριο άρθρο της εφημερίδας κάθε Κυριακή. Το 1930, έλαβε το Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας (Ακαδημαϊκές δάφνες), για τη μετάφραση του από τα γαλλικά στα ελληνικά των «Αθλίων» (Les Miserables). Το 1966, του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο Δημοσιογραφίας από το Βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄. Τιμήθηκε αρκετές φορές από την Ελληνική κυβέρνηση για το έργο του στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία.
     Η κατασκευή της βιβλιοθήκης της Αρεόπολης, υποστηρίχθηκε από τον ίδιο. Έγραψε αρκετά βιβλία κι άρθρα


ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ - 26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1934
Η ΓΙΑΓΙΑ
ΤΟΥ ΓΕΩΡ. ΦΤΕΡΗ
(…)
Σ' αυτό το περιβάλλον ετοποθέτησεν ο οικοδεσπότης για χάρη των παιδιών τη φάτνη της Γεννήσεως. Εκεί επρόκειτο να συμβούν όλα αυτά τα θαυμάσια, τα εξωτικά πράγματα, που συνδέονται με το θρύλο. Θα χιόνιζε -τουλάχι­στον για τη φαντασία των παιδιών. Τους είχαν υποσχεθεί αυτή την ευ­χάριστη έκπληξη. Θα χιόνιζε στο περιβόλι, σ' όλο το περιβόλι, και στο δρόμο μπροστά στο σπίτι και στα δέντρα και στα κεραμίδια α­πέναντι. Όπως χιονίζει στα χωρά­φια. Και κει μέσα, χωρίς να τους βλέπουν, πάλι με τη φαντασία τους, τα παιδάκια θα μπορούσαν να ξυπνήσουν τους μικρούς βο­σκούς που οδηγούν σφυρίζοντας το κοπάδι. Να ξεχαστούνε μέσα σε μακρινά χωριά που ποτέ τους δεν αντίκρυσαν. Σε βουνά που δεν είδανε παρά μόνο σε εικόνες βιβλί­ων. Και κατόπιν θα κατέβαιναν οι καλικάτζαροι από την καπνοδόχο -αυτό τους το είπε, τους το εβεβαίωσε μάλιστα, ένα άλλο παιδί, ότι συνέβη τον περασμένο χρόνο στο σπίτι του. Και οι Νεράιδες που παίρνουν τη μιλιά του ανθρώ­που. Θα περάσουν κι εκείνες από το χιονισμένο κήπο, αργά, τη νύ­χτα, με το δράκο του παραμυθιού, που καθώς λένε φυλάει στο δά­σος την Πεντάμορφη.
Στη μέση του σαλονιού ήτανε το δέντρο των Χριστουγέννων. Από τα κλαριά του είχαν κρεμάσει ένα σωρό παιχνίδια, γι' αγόρια και για κορίτσια. Τα λαμπρότερα, τα περιεργότερα μηχανήματα. Με τα κομμάτια τους μπορούσατε να σκαρώσετε τον πύργο του 'Αιφελ, το γεφύρι του Μπρούκλιν, έναν ολόκληρο ουρανοξύστη της Αμερι­κής. Ένα πλοίο με τους επιβάτες επάνω στη γέφυρα. Ένα τραίνο που να σφυρίζει με την καινούρ­για του ατμομηχανή περνώντας το τούνελ. Αεροπλάνα πού φτερουγούσαν με τους λεπτούς τους έλι­κες. Αυτοκίνητα με θορυβώδεις σειρήνες. Θαυμάσιες κούκλες για τα κορίτσια, ντυμένες στα μεταξω­τά, χτενισμένες, μακιγιαρισμένες, όπως οι βεντέτες του κινηματο­γράφου.
Όλα έλαμπαν. Κι ολόγυρα έλαμπαν τα πρόσωπα των παιδιών, που καρτερούσαν κάτι περισσότερο από τα δώρα τους, κάτι διαφορετικότερο από εκείνο πού ‘βλεπαν τα μάτια τους -το μυστήριο της νύχτας των Χριστουγέννων.
Δεν έγινε τίποτε. Την ώρα της διανομής, ένα-ένα επλησίαζε, έ­παιρνε το δώρο του και κατόπιν έτρεχε χαρούμενο να χαθεί μαζί με τ' άλλα.

Και οι Μάγοι; ερώτησε την οικοδέσποινα ο τελευταίος μικρός ανοίγοντας με απορία τα μεγάλα μάτια του. Και οι Νεράιδες;

Όλοι γελάσανε. Ένας μάλιστα, νομίζοντας ότι δίδει τη σοφότερη και τη βαθύτερη εξήγηση, είπε κά­τι για την αφέλεια της παιδικής η­λικίας. Ο μικρός δεν εννόησε βέ­βαια το σχόλιο. Αλλά και κανέ­νας από τους μεγάλους δε μπόρε­σε να καταλάβει ότι έλλειψε το σπουδαιότερο, εκείνη τη νύχτα, α­πό τη γιορτή.
(…)
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου