Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018



Μια κριτική προσέγγιση του 
ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ
ε. Προέδρου Εφετών
για το βιβλίο της 
Χριστίνα Αντ. Βρεττού, «Η αιχμηρή κριτική ως συνταγματικό δικαίωμα»
δημοσιευμένη στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ


Ο Βελισσάριος Καράκωστας γεννηκε το 1937 . Σπούδασε νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνταξιοδοτήθηκε ως Πρόεδρος Εφετών.

******

Ποια η σημασία της ελευθερίας του λόγου και του τύπου σε μία δημοκρατική κοινωνία; 
Ποια είναι τα όρια της επιτρεπτής αιχμηρής κριτικής; Καθίσταται δημόσιο πρόσωπο ο δικηγόρος γνωστής υπόθεσης, η εξωσυζυγική σύντροφος ΤΟΥ, ο επιστήμονας ο οποίος εκφέρει δημοσίως τις επιστημονικές του απόψεις; 
Είναι επιτρεπτή η χρήση, από τον τύπο, χαρακτηρισμών όπως «ηλίθιος», «τρελός», «τραμπούκος», «επίορκος», «καραγκιόζης»; 
Τα παραπάνω ερωτήματα αποτελούν μερικά από τα ζητήματα τα οποία αποσκοπεί να επιλύσει το βιβλίο της Τριπολίτισσας νομικού Χριστίνας Αντ. Βρεττού με τίτλο «Η ΑΙΧΜΗΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΩΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ» (σελ. 356, εκδόσεις «ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ», http://www.nb.org/). Το βιβλίο, το οποίο προλογίζει ο πολύ γνωστός Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, εξετάζει τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουάσιγκτον και του Δικαστηρίου του Στρασβούργου σε σύγκριση με την ελληνική νομολογία, ώστε να διαπιστωθεί εάν η τελευταία ακολουθεί τις γενικές αρχές που έχει υιοθετήσει η νομολογία τών ως άνω ανωτάτων δικαστηρίων για την προστασία της ελευθερίας του λόγου και του τύπου και την εξασφάλιση της απρόσκοπτης διεξαγωγής του δημοσίου διαλόγου. 
Η Χριστίνα Βρεττού γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Τρίπολη, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της και στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και κάτοχος των μεταπτυχιακών διπλωμάτων Αστικού και Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής. 
Είναι ανεξάρτητη δικηγόρος με κύριο αντικείμενο απασχόλησης υποθέσεις αστικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου, καθώς και συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο του Καθηγητή της Νομικής Σχολής Ιωάννη Κ. Καράκωστα. 
Έχει επισκεφθεί, ως ερευνήτρια, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, ενώ το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά, σχόλια σε δικαστικές αποφάσεις και σε αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών, καθώς και συμβολές σε συλλογικούς τόμους, πάνω σε διάφορα θέματα. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του νομικού περιοδικού «Δίκαιο Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας (ΔiMEE)» (εκδ. «Νομική Βιβλιοθήκη») και επιστημονική συνεργάτης στο νομικό περιοδικό «Εφαρμογές Αστικού Δικαίου (ΕφΑΔ)» (εκδ. «Νομική Βιβλιοθήκη»). Έχει συμμετάσχει ως προσκεκλημένη ομιλήτρια σε διάφορες επιστημονικές ημερίδες και συνέδρια.

**********


Βελισσάριος Κ. Καράκωστας


 Χριστίνα Αντ. Βρεττού, «Η αιχμηρή κριτική ως συνταγματικό δικαίωμα» Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη


Ουσιώδης η συμβολή της ελευθερίας του λόγου στις σύγχρονες δημοκρατίες. 

Η κοινή γνώμη στην πατρίδα μας, όπως εκφράζεται μέσα από τον τύπο, μπορούμε να πούμε ότι έχει ωριμάσει σχετικώς και ίσως να προτρέχει της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, τη μεταβολή της οποίας είθε να υποδέχεται. Ενδεικτική είναι η εξής παραπομπή στoν πρόσφατο τύπο. Αφορά τους προβληματισμούς του δημοσιογράφου και διανοούμενου Τάκη Θεοδωρόπουλο στην εφημ. Καθημερινή της 14.03.2014, σελ. 10. Ο προβληματισμός αφορά την έκδοση του βιβλίου του Κουφοντίνα, επειδή ο συγγραφέας ήταν δολοφόνος κατά συρροήν (17ης Νοέμβρη) και στο βιβλίο του περιγράφει τα ... «κατορθώματά του». Ο κ. Θεοδωρόπουλος μας λέει, μεταξύ άλλων, ευλόγως ότι «σε μια Δημοκρατία ο καθένας έχει το δικαίωμα να αρθρώνει το δημόσιο λόγο. Από τον καθηγητή συνταγματικού δικαίου που δίνει τις δικές του ερμηνείες, τον οικονομολόγο που προλέγει το μέλλον, τον σεισμολόγο ... τον οδηγό ταξί ... τον φαρμακοποιό. 

Η πρόσβαση στο δημόσιο βήμα είναι ελεύθερη...
και για να το πω ακόμη μία φορά: ο καθένας έχει δικαίωμα να γράφει και να εκδίδει ό,τι θέλει. Η ηθική και η αισθητική είναι πολύ σοβαρές και πολύπλοκες υποθέσεις ώστε να τις εμπιστευθεί το σύνολο σε νομοθεσίες και αστυνομίες». 

Στην εφημ. Τα Νέα της 15.05.2014, σελ. 6, σε άρθρο του ο καθηγητής της Φιλοσοφίας, Αριστείδης Χατζής αναφέρει: «Η Wikipedia έχει την έδρα της στις ΗΠΑ και είναι, ευτυχώς, αδύνατον ένα δικαστήριο να την αναγκάσει να αυτολογοκριθεί, εφόσον κάτι τέτοιο θα παραβίαζε ένα ιερό για το αμερικανικό Σύνταγμα δικαίωμα, το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, της έκφρασης και του Τύπου. Η προστασία αυτών των δικαιωμάτων είναι τόσο ισχυρή, ώστε σε καμία περίπτωση να μην επιτρέπει το είδος της λογοκρισίας η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία προσωπικών δεδομένων που ένα δικαίωμα σε λήθη απαιτεί. Το ενδιαφέρον είναι ότι και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή είναι ένα «αμερικανικό» δικαίωμα που γεννήθηκε ουσιαστικά το 1890 ... Ελπίζω σύντομα να γίνει αντιληπτό από τα κρατικά όργανα: η τεχνολογία μειώνει τη δυνατότητά τους να περιορίζουν την πληροφόρηση και τις ελευθερίες». 

Ναι, αλλά στην περίπτωση αυτή και σε πολλές άλλες διαφόρων αποχρώσεων, λειτουργεί στη δημοκρατία και το αντίστροφο δικαίωμα, μας λέγει με το προκείμενο λαμπρό βιβλίο της η κυρία Βρεττού, το δικαίωμα κάθε άλλου να ασκήσει ακόμη και αιχμηρή κριτική σε κάθε κείμενο που εκείνος νομίζει ότι του αξίζει αυτή η κριτική για να είναι (αντιστρόφως) ανάλογη προς το κείμενο αλλά και αποτελεσματική. 

Η αιχμηρή αυτή κριτική ενυπάρχει παραλλήλως σε αυτό τούτο το ως άνω κείμενο του κ. Θεοδωρόπουλου «...Πίστευα ότι το έργο αυτό είναι ανήθικο γιατί ο μόνος λόγος που μας απασχολεί είναι επειδή ο συγγραφέας του, έχει σταδιοδρομήσει ως δολοφόνος κατά συρροήν. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η εμπορική του επιτυχία δεν οφείλεται σε τίποτα παραπάνω από μία περιέργεια του κοινού αντίστοιχη με αυτήν που ενεργοποιείται στις περιπτώσεις της καθαρής πορνογραφίας ...». 

Κατά τον καθηγητή Στ. Τσακυράκη «Η Ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ», έκδοση Π. Ν. Σάκκουλας 1997, σελ. 302, η μεγαλειοδέστερη εγγύηση ελευθερίας είναι αυτή που περιέχει το Σύνταγμα των ΗΠΑ, στην Πρώτη Τροποποίηση η οποία κατηγορηματικά και απόλυτα ορίζει ότι «Το Κογκρέσσο δεν δύναται να θεσπίσει κανένα νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του τύπου». Το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ (ΑΔ) συνακόλουθα τα τελευταία τριάντα χρόνια παρέχει συστηματικά μια τόσο ισχυρή προστασία στην έκφραση, που λίγο απέχει από το να είναι απόλυτη και επιλέγει εκεί ο καθηγητής Τσακυράκης ότι οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι ο λόγος αξίζει και ως σκοπός και ως μέσο. Ως σκοπός η ελευθερία του λόγου είναι συνδεδεμένη με την τελείωση του ανθρώπου, με την ανάπτυξη των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων του. Ως μέσον η ελευθερία του λόγου είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πλάστιγγα όμως του ευρωπαϊκού και του ελληνικού δικαίου δεν είναι σαφής η υπεροχή της ελευθερίας του λόγου έναντι του ιδιωτικού βίου, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης προσωπικότητας (βλ. την παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ καθώς και τα άρθρα 5, 5Α, 9Α και 19 του Συντ.). Εκ πρώτης αναγνώσεως προϊδεάζεται ο εφαρμοστής των διατάξεων αυτών στην κατά περίπτωση στάθμιση. Μεγάλη όμως υπόθεση είναι και το συγκριτικό βέβαια δίκαιο, αλλά και η επιστημονική και σε βάθος μελέτη της νομολογίας των αλλοδαπών σε σύγκριση με τα ημεδαπά δικαστήρια.

 Στο προκείμενο έργο της η κυρία Βρεττού έχει προβεί σε αυτήν την σε βάθος μελέτη και σύγκριση της νομολογίας του Α.Δ., των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και ιδίως του Στρασβούργου και της ελληνικής νομολογίας. Πιστεύω ότι τα ελληνικά δικαστήρια πολύ έχουν να ωφεληθούν από το μόχθο της κυρίας Βρεττού. Η κυρία Βρεττού ορθότατα διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι η ανάπτυξη προστατευτικού κλίματος υπέρ της προσωπικότητας και ειδικότερα της συνταγματικά προστατευμένης ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου είχε ανάλογη επίπτωση στην αντιμετώπιση εκ μέρους της ελληνικής νομολογίας των υποθέσεων δυσφήμησης. 

Η εύλογη αντίδραση έναντι του κίτρινου τύπου οδήγησε σε μια συλλήβδην αντιμετώπιση των υποθέσεων προσβολής προσωπικότητας διά του τύπου και ειδικότερα στην καταδίκη του τελευταίου, ακόμα και στις περιπτώσεις που κρινόταν η άσκηση κριτικής στους κυβερνώντες και εν γένει στα δημόσια πρόσωπα για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτοί ήταν εύλογοι παράγοντες επιβράδυνσης της νομολογιακής εξελίξεως υπέρ της κυριαρχίας, της ελευθερίας του λόγου και της κριτικής. 

Και γιατί τώρα η συγγραφέας μας, θέλει «αιχμηρή» κριτική; Μα το σημειώσαμε και ανωτέρω, για να είναι αποτελεσματική η κριτική αυτή. Ας προβούμε και εις «...ονομάτων επίσκεψιν...». Αιχμηρός είναι ο καταλήγων εις αιχμήν. Ο μυτερός. Ο οξύς. Ο πειρακτικός. Το αντίθετό του είναι ο αμβλύς. Αμβλεία λοιπόν αποτελεσματικότητα θα είχε και η αμβλεία κριτική. Πειρακτικός είναι και ο σκωπτικός με συνώνυμά του, τον δηκτικό και τον προσβλητικό. Ίσως κατάλληλος να ήταν και ο όρος δηκτικός (δηλαδή αυτός που δαγκώνει από το ρήμα δάκνω).

Το θαυμάσιο βιβλίο της κυρίας Βρεττού οδηγεί σε στέρεα και υποστηρίξιμα σοβαρώς συμπεράσματα κατόπιν διεξοδικής επιστημονικής ανάλυσης και κατάταξης κατά τρόπον θα λέγαμε «Αριστοτελικό». 

Έχει λοιπόν χωριστά κεφάλαια: – Για το κριτήριο του δημοσίου προσώπου (σελ. 117 επομ.), – Για το κριτήριο του θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος (σελ. 131 επομ.), – Για το κριτήριο της καλής πίστης (σελ. 187 επομ.) και – Για το κριτήριο της φύσης της επίδικης δήλωσης (σελ. 239 επομ.). Ακολουθεί συνεκτικός των επί μέρους συμπερασμάτων επίλογος (σελ. 291) και Βιβλιογραφία, Ελληνική και Ξενόγλωσση (σελ. 299 επομ). Προηγείται ένας ενδιαφέρον, όπως ήταν επόμενο, πρόλογος του Καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου. Η συγγραφέας κυρία Βρεττού, είναι συνεπώς άξια θερμών συγχαρητηρίων και ευχαριστιών για το ωραίο βιβλίο της. 

ΔiMEE 2/2014, 301

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου