Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Μήνυση και τελεσίδικη καταδίκη

 για απειλή

 και εξύβριση και τρομοκράτηση

και χρηματική ποινή

σε άτομο στο ελληνικό facebook
που ενήργησε εξ ονόματος τρίτου ατόμου από το ελληνικό facebook

εναντίον της λογοτεχνη και νομικού μας
το Νοέμβρη του 201+
και η αίτηση αναιρέσεως του στον Άρειο Πάγο της καταδικαστικής απόφασης του που δεν έγινε δεκτή και καταδικάστηκε το άτομο τελεσίδικα
(αποσπάσματα της αποφάσεως του δικαστηρίου δημοσιεύουμε)


Απόφαση 22873 / 201+    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
 Εξύβριση, Απειλή, Προσπάθεια Τρομοκράτησης



Περίληψη:
Απειλή και εξύβριση και τρομοκράτηση. Ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ότι απουσίαζαν από τον χώρο της πλατφόρμας που ήταν ο τρίτός εξ ονόματος του οποίου λειτούργησαν, δεν είναι αυτοτελής, και δεν γίνεται δεκτός αφού γίνεται δεκτό ότι ήσαν παρόντες και τέλεσαν τις πράξεις. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 201+, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) για να δικάσει την αίτηση των  ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους , περί αναιρέσεως της 94546/20 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου 


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα, στοιχείο του αδικήματος της απειλής είναι όχι η άσκηση βίας αλλά η απειλή ασκήσεως βίας ή τελέσεως άλλης παράνομης πράξεως, η οποία (απειλή) μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις και περαιτέρω η εκδήλωση αυτή της απειλής να περιήγαγε τον άλλο σε τρόμο ή ανησυχία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ίδιου Κώδικα, όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γ' αυτόν από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος "τιμή" λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση να μη τυγχάνει το άτομο από κάποιον άλλο αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας που να δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "α) Στην ..., στις (.).11.20(..),οι κατηγορούμενοι , απηύθυναν εκ προθέσεως προς την Ψ τις πρόσφορες να προσβάλουν την τιμή και υπόληψή της φράσεις " ρε κ**λόπαιδο, θες να σε γ**μήσ**;", ο δεύτερος και "θες να σε γ**μήσ**, έχεις φάει ψ**λ** στον κ**λο σου, θα σε γ***μήσ** όλους οικογενειακώς αν δεν τον αφήσεις ήσυχο κι αυτόν και πεις ξανά για αυτόν σε όποιον άλλο, θα σε σκοτώσει και θα σε κρεμάσει ανάποδα, αυτά μου είπε να σου πω, που τόλμησες και του έστειλες το βιβλίο σου. Το έκαψε ρε, το έκαψε να το ξέρεις, μπροστά μου", και ούτω προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή . β) στον αυτό τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος προκάλεσε εκ προθέσεως τρόμο και ανησυχία στην Ψ, ο μεν πρώτος απευθύνοντας προς αυτήν τις απειλητικές φράσεις  και απηύθυνε προς τον εγκαλούντα τις φράσεις "τον κοιτάς ακόμη; Δεν έβαλες μυαλό; Θες να σε γ***μήσ***;" και "εσύ θες πολλές κλοτσιές, δεν ξέρεις ποιος είμαι εγώ και ποιός είναι ο (ο τρίτος εξ ονόματος του οποίου λειτουργούσε). Δεν θα τον ξαναδεις ρε **** Μην τολμήσεις να προσπαθησεις να τον ξαναδεις". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της εξυβρίσεως, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείοντας, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 333 και 361 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. 
(...)
(...)
(...)

 το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη βαρύτητα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν, όπως ειδικά και εμπεριστατωμένα και με λεπτομέρειες περιγράφηκαν, σύμφωνα με τα παραπάνω και όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις που απαιτούνταν για την επιβολή των ποινών που επιβλήθηκαν. Επομένως, ο μοναδικός, με τις ανωτέρω αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την 2/4 Απριλίου 20++ αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου . Και
Καταδικάζει τον κάθε αναιρεσείοντα
 στην επιβαλλόμενη ποινή του Πλημμελειοδικείου και στα έξοδα της παρούσης ποινικής διαδικασίας 



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου