Δευτέρα 8 Απριλίου 2019


Ένα κείμενο -μελέτη


της ΡΟΜΙΝΑ ΠΡΙΦΤΗ


με τίτλο


"Η παρουσία της τρέλας σε δυο θεωρητικά 


δοκίμια του Παύλου Νιρβάνα"


στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Η Ρομίνα Πρίφτη γεννήθηκε το 1993 και ζει στο Μόναχο.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ 2015-2018: Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή Π.Μ.Σ. Νεοελληνικής Φιλολογίας Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας,  Θέμα Διπλωματικής εργασίας: «Η παρουσία της τρέλας στο έργο του Παύλου Νιρβάνα». 2011-2015: Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή Πτυχίο Φιλολογίας , «Άριστα», (8.5/10) Τομέας: Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών. ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ 9/2014 - 2/2015: Διδασκαλία και Γραμματειακή Υποστήριξη στο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Πανεπιστημίου Κρήτης. Διάρκεια: 6 μήνες.
 ΒΡΑΒΕΙΑ-ΥΠΟΤΡΟΦΙΕΣ 11/9/2017 - 14/9/2017: Επιχορήγηση για Summer School στο Σπίτι της Λογοτεχνίας, στο χωριό Λεύκες Πάρου. Φορέας: Institut für Byzantinistik, Byzantinische Kunstgeschichte und Neogräzistik του Ludwig-Maximilians-Universität München Διάρκεια: 1 εβδομάδα. 3/2017 - 7/2017: Υποτροφία Erasmus γ ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ Αγγλικά: Edexcel Level 3 Γερμανικά: Ζertifikat der deutschen sprachkenntnisse B2 Γαλλικά: Βασική γνώση (Ανάγνωση και κατανόηση) 
ΓΝΩΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ 2008: Cambridge International Diploma in IT Skills(Πιστοποιητικό Γνώσης Χειρισμού Η/Υ). Γνωστικά Αντικείμενα: Επεξεργασία κειμένου(word), Υπολογιστικά φύλλα(excel),Υπηρεσίες Διαδικτύου( Internet Explorer). 
EΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2016: «From classic to modern: Charting the formal evolution of the Modern Greek short story in literary periodicals (1880-1930)», σε συνεργασία με την Επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης, Aναστασία Nάτσινα και μεταπτυχιακούς φοιτητές του προγράμματος ( Β. Πετικά, Π. Γιαννακάρα, Χ. Mιχαηλίδου, E. Φιλιππάκη, M. Πρωτόπαπα, Γ. Κοντοειδή Δ. Παραδουλάκη). Παρουσιάστηκε και συζητήθηκε από την Αναστασία Νάτσινα, στο συνεργαζόμενο Literary Lab, Stanford University, τον Απρίλιο του 2017. 
ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ 2017: Συμμετοχή σε πρόγραμμα μερικής απασχόλησης μεταπτυχιακών φοιτητών Φιλολογίας Κρήτης. Ανάθεση καθηκόντων από τους επόπτες καθηγητές:  Διεξαγωγή φροντιστηρίων και εργαστηριακών ασκήσεων  Εποπτεία εξετάσεων  Διόρθωση ασκήσεων  Αναζήτηση βιβλιογραφίας. 2015: Προετοιμασία ενήλικα για τις εισαγωγικές εξετάσεις του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. 2013-2015: Υποστήριξη και προετοιμασία φοιτητών για τις εξετάσεις. Αντικείμενα: Λογοτεχνία, Γραπτός Λόγος(Έκθεση), Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. 2012-: Παράδοση ιδιαίτερων φιλολογικών μαθημάτων σε μαθητές ΔημοτικούΓυμνασίου-Λυκείου και προετοιμασία για τις εξετάσεις. 
ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ 2013-2015: Παροχή βοήθειας στην οργάνωση επιστημονικών συνεδρίων του Πανεπιστημίου Κρήτης 2011-2017: Επιτηρήσεις κατά την διάρκεια των εξετάσεων του τμήματος Φιλολογίας Κρήτης. 2011-2017: Επανατοποθέτηση βιβλίων στην Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης




ΡΟΜΙΝΑ ΠΡΙΦΤΗ


Η παρουσία της τρέλας σε δυο θεωρητικά 

δοκίμια του Παύλου Νιρβάνα



Περιεχόμενα
Εισαγωγή                                                                                                                                2
Κύριο μέρος                                                                                                                            3                                                         
·         Τα νοσήματα της προσωπικότητος(1893)                                                                   3
·         Τέχνη και φρενοπάθεια(1905)                                                                         15
Συμπεράσματα                                                                                                                        28
Βιβλιογραφία                                                                                                                          29
 ---------------------------------------------------------------------------------------------------

Εισαγωγή

Ο Παύλος Νιρβάνας εκτός από δημοσιογράφος και λογοτέχνης,  ήταν και γιατρός. Από το 1882 έως το 1890 φοίτησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Αμέσως μετά κατατάχθηκε ως πολιτικός γιατρός στο Πολεμικό Ναυτικό, όπου παρέμεινε έως το 1922[1]. Ο Νιρβάνας έτρεφε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ψυχολογικής και ψυχιατρικής φύσεως ζητήματα. Ο ίδιος φαίνεται ότι παρακολούθησε τα ιατρικά συνέδρια του 1901 και 1903 στην Αθήνα και μάλιστα το 1903 παρενέβη στην συνεδρία για τη Νευρολογία και τη Ψυχιατρική, κάνοντας λόγο για τις διάφορες μορφές ψυχασθένειας. Μάλιστα, στο ίδιο συνέδριο πρότεινε την ίδρυση Ειδικού Ψυχολογικού Εργαστηρίου στην Ελλάδα[2].
 Η τρέλα και το παρόλογο απασχόλησαν ανέκαθεν την ανθρωπότητα. Η αοριστία που περιβάλει την έννοια της «τρέλας» δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο της νεότερης εποχής αλλά προκύπτει από την ευμετάβλητη σημασία του όρου  ήδη κατά την εποχή της αρχαιότητας. Η «μανία» εμφανίζεται σε αρκετά φιλοσοφικά και θρησκευτικά κείμενα της αρχαιότητας[3], ενώ τα παραδείγματα διαφορετικών τύπων μανίας στην αρχαία τραγωδία αφθονούν. Ο Ιπποκράτης στην πραγματεία Περί αέρων υδάτων τόπων[4] κάνει λόγο για την επίδραση του  φυσικού περιβάλλοντος στον άνθρωπο, προκρίνοντας μια φυσική αιτιολόγηση της τρέλας. Κατά τη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων η τρέλα  αποκτάει ξανά μεταφυσική χροιά. Ο μεσαιωνικός άνθρωπος ανήμπορος να ανταποκριθεί στις περιστάσεις, συσχετίζει τα πάντα με το θείο και οτιδήποτε διαφέρει από τις καθιερωμένες νόρμες, θεωρείται επικίνδυνο και βλαβερό[5]. Από τον 19οαιώνα, τη «χρυσή εποχή της φρενολογίας», έως τις μέρες μας, οι ψυχίατροι θα ξεκινήσουν μια αέναη αναζήτηση των αιτιών που διαταράσσουν την ψυχική υγεία του ατόμου, χωρίς ακόμη να μπορούν να δώσουν σίγουρες απαντήσεις για αρκετά ζητήματα.
Τα δοκίμιά του «Τα νοσήματα της προσωπικότητος» και «Τέχνη και φρενοπάθεια» δημοσιεύονται κατά τα τέλη του 19ου με αρχές 20ου αιώνα. Πρόκειται για δυο κείμενα που είναι απόλυτα εναρμονισμένα με το κλίμα της εποχής τους, αν δεχτούμε την άποψη ότι εκείνη την περίοδο η ψυχιατρική επιστήμη αρχίζει να αναπτύσσεται ιδιαίτερα και αυτονομείται ως κλάδος τόσο κοινωνικά όσο και επιστημονικά[6]. Το περιοδικό Νευρολογική και Ψυχιατρική Επιθεώρησις, στο οποίο δημοσιεύει ο Νιρβάνας το δοκίμιο «Φυσιολογική Αισθητική. Τέχνη και φρενοπάθεια», αποτέλεσε το πρώτο εξειδικευμένο έντυπο ψυχιατρικής και νευρολογίας, που εκδόθηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1902, με πρωτοβουλία του ψυχίατρου και νευρολόγου Σιμωνίδη Βλαβιανού. Ο διευθυντής του περιοδικού σημειώνει στο πρώτο τεύχος ότι στόχος είναι η «παρακολούθηση της ραγδαίας και καταπληκτικής προόδου της Επιστήμης, και της παγκόσμιας πνευματικής κίνησης, την οποίαν ο κάθε επιστήμονας δεν δύναται να παρακολουθήσει με άλλο τρόπο»[7].
Παράλληλα, την ίδια εποχή τίθεται στο επίκεντρο της συζήτησης μεταξύ των φιλολογικών κύκλων η σχέση της τέχνης και του καλλιτέχνη με τη «φρενοπάθεια». O Νιρβάνας με δυο πρωτοποριακά για την εποχή τους δοκίμια, θα συμβάλλει με τον τρόπο του στη συζήτηση. Το  δοκίμιο «Τα νοσήματα της προσωπικότητος» προέρχεται από διάλεξη που πραγματοποίησε το 1893 ο Νιρβάνας στον Παρνασσό[8], ενώ το δοκίμιο «Φυσιολογική Αισθητική. Τέχνη και φρενοπάθεια» δημοσιεύτηκε  σε συνέχειες από τον Φεβρουάριο του 1905 στο περιοδικό Νευρολογική και Ψυχιατρική Επιθεώρησις του Σιμωνίδη Βλαβιανού[9]. Πρόκειται για δυο  σημαντικά  ψυχιατρικά και αισθητικά μελετήματα που διέπονται από τη διπλή οπτική του  γιατρού και του λογοτέχνη. Πίσω από τη συγγραφή τους κρύβεται ένα τεράστιο επιστημονικό, ψυχιατρικό και αισθητικό υπόβαθρο, που αναδεικνύει «το πολυμερέστατο, εγκυκλοπαιδιστικού χαρακτήρα πνεύμα»[10] του Νιρβάνα, ο οποίος ενημερωνόταν άμεσα για τις εξελίξεις της εποχής του, εντός και εκτός Ελλάδας.

Κύριο μέρος
«Τα νοσήματα της προσωπικότητος» (1893)

Ο Νιρβάνας, σε μια εποχή κατά την οποία η ψυχιατρική επιστήμη μόλις έχει ξεκινήσει να κάνει τα πρώτα της βήματα, μελετάει τα ψυχικά νοσήματα.  Το δοκίμιό του αποτελεί προϊόν του ενδιαφέροντος του νεαρού συγγραφέα για τη λογοτεχνία σε συνδυασμό με την ενασχόλησή του με ψυχιατρικής και ψυχολογικής φύσεως ζητήματα. Ο συγγραφέας παρουσιάζει μια σειρά από ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, όπως η υποχονδρία, η λιπομανία, η μελαγχολία, η προϊούσα παράλυση(σύφιλη), η κυκλική φρενοπάθεια(μανιοκατάθλιψη), ο διχασμός της προσωπικότητας, η υστερία, οι εμμονές και η σχιζοφρένεια, σύμφωνα με τις οποίες το άτομο υφίσταται, είτε ριζικές, είτε παρωδικές μεταβολές στην προσωπικότητά του. Ο Νιρβάνας μελετάει τα ψυχοπαθολογικά  νοσημάτα, μέσα από τα οποία βρίσκει την αφορμή να συζητήσει αναλυτικότερα τα ζητήματα παθογένειας στη λογοτεχνία. Σε όλη την έκταση του έργου παρακολουθούμε τη συνδυαστική οπτική και τον διττό χαρακτήρα του, που συνδυάζει το ιατρικό με το λογοτεχνικό κομμάτι. Η πρωτοτυπία του δικιμίου έγκειται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για ένα ψυχιατρικό εγχειρίδιο, που μελετάει καθαυτά τα ψυχικά νοσηματα και τα συμπτώματά τους, αντιθέτως ανατρέχει για κάθε ψυχοπαθολογική κατάσταση σε παραδείγματα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής λογοτεχνίας. Κατά μια άποψη η παραδοσιακή ιατρική, η οποία θεωρείται επιστημονική, γνωρίζει λιγότερο την ανθρώπινη ψυχολογική ζωή από όσο τη γνωρίζει ο μυθιστοριογράφος. Την άποψη αυτή φαίνεται να συμμερίζεται και ο Νιρβάνας γράφοντας ότι:
[…]εάν τας ψυχικάς ταύτας καταστάσεις [τα νοσήματα της προσωπικότητος] εμελέτησαν οι ψυχολόγοι και οι ιατροί, εις τα φωτογραφικάς πλάκας της δημιουργικής φιλολογίας και της ιστορίας απετυπώθησαν αι μάλλον ασύλληπτοι και φευγαλέαι μορφαί της ανθρωπίνης ψυχής[11].
Επικαλούμενος το δόγμα του ρεαλισμού περί φωτογραφικής αποτύπωσης της πραγματικότητας και χωρίς να παραβλέπει τον παράγοντα της δημιουργικότητας, ο Νιρβάνας θεωρεί ότι η σύγχρονη ψυχολογία αντί να βγάζει τα πορίσματα της ψυχικής υγείας στο εργαστήριο και τα φρενοκομεία, δεν θα αργήσει να στραφεί «προς την αναζήτησιν των γραπτών τεκμηρίων αυτής εις την φιλολογίαν, την ζώσαν αυτήν ψυχολογίαν»[12]. Η άποψη αυτή είναι συνδεδεμένη με το δόγμα του ρεαλισμού του 19ου αιώνα, σύμφωνα με το οποίο η τέχνη οφείλει να απεικονίζει πιστά την πραγματικότητα και την κοινωνία της εποχής της. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι σκοπός του ήταν μέσα από αυτές τις σελίδες να παρουσιάσει «το απέραντον χρονικόν της ανθρώπινης ψυχής», γνωρίζοντας ότι «θα αποτελέσουν μιαν μέραν τους πολυτιμότερους παράγοντας εις την επιστημονικήν και πρακτικήν μελέτην των φαινομένων της ανθρώπινης ψυχής»[13].
Η απόφαση του Νιρβάνα το 1893 να πραγματοποιήσει διάλεξη για «Τα νοσήματα της προσωπικότητος» αξίζει να ιδωθεί σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση των ψυχικά νοσούντων εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα. Σύμφωνα με μαρτυρία του 19ου αιώνα (1861), η αντιμετώπιση των ψυχικά νοσούντων παρουσιάζεται ως έργο των μοναστηριών ή των συγγενών των πασχόντων, με μεμονωμένες περιπτώσεις μελών εύπορων οικογενειών  να παραπέμπονται στο εξωτερικό:
«Των δυστυχών τούτων ανθρώπων οι μεν τοποθετούνται εν ταις μοναίς, κακώς πάσχοντες και ουδεμίας θεραπείας απολαύοντες, οι δε διατηρούνται μετά μόχθου και θλίψεως παρά τοις οικείοις, οι δε περιφέρονται εις κοινόν σκάνδαλον και ζημίαν της τάξεως και της ασφάλειας εις τα οδούς και τέλος ολίγοι, οι μάλλον εύποροι πέμπονται εις φρενοκομεία της αλλοδαπής»[14].  
Όπως υποστηρίζει ο Δημήτρης Πλουμπίδης στο βιβλίο του Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα:
[…]Η ανεξάρτητη Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών ήταν μια χώρα κατεστραμμένη, με ελάχιστο αστικό πληθυσμό και χωρίς άλλη, εκτός της εκκλησιαστικής, παράδοση της περίθαλψης των ψυχοπαθών. […] Μόνο το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας που ‘κληρονομήθηκε’ από την ένωση των Ιόνιων νήσων το 1864, συντηρήθηκε και βελτιώθηκε γύρω στο 1880-1890 με κρατικά έξοδα[15].
Παρά τη ραγδαία αύξηση του αστικού πληθυσμού κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο αριθμός των ψυχικά νοσούντων  συνεχίζει να μην θεωρείται τόσο μεγάλος ώστε να αποτελέσει σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Ο πρώτος νόμος για τη σοβαρή αντιμετώπιση των φρενοπαθών και την ίδρυση δημόσιων φρενοκομείων ψηφίστηκε το 1862[16] και στην εισηγητική έκθεση του νόμου περιγράφεται λεπτομερώς η θέση των φρενοπαθών στον ελλαδικό χώρο και η πρώτη στατιστική σύμφωνα με την οποία υπολογίζονταν 322 άτομα, εκ των οποίων 295 άνδρες και 127 γυναίκες[17]. Κατά τις αρχές του 20ου αιώνα τα μόνα ψυχιατρικά ιδρύματα που λειτουργούσαν στο ελληνικό κράτος ήταν το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, από το 1838[18], και το Δρομοκαΐτειο  Ψυχιατρείο, από το 1887[19]. Τα δυο ιδρύματα ήταν ανεπαρκή, καθώς κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ο αριθμός των ψυχικά νοσούντων φαίνεται να αυξήθηκε δραματικά ακολουθώντας την ανάλογη αύξηση του πληθυσμού των πόλεων.
Οι χρονογράφοι της εποχής, μέσω  των έργων τους, που μπορούν να θεωρηθούν πιο αξιόπιστα όσον αφορά την απόδοση των κοινωνικών αντιλήψεων της περιόδου, φαίνεται να αναπαρέστησαν αρκετές φορές το κλίμα στον ελληνικό χώρο[20]. Συγκεκριμένα, βλέπει κανείς τη βίαιη και απάνθρωπη μεταχείριση των ψυχικά νοσούντων από τον κοινωνικό τους περίγυρο και την έλλειψη κοινωνικής μέριμνας. Όπως αναγράφεται στο χρονογράφημα «Εις τρελλός»:
Ένας τρελλός μέσα εις την κοινωνίαν των γνωστικών αποδεικνύει…-και ειδικώτερον δια την Ελλάδα- [την] ανεπάρκεια της φιλανθρωπικής αντίληψεως, έξω από τας συμβατικάς αυτής και τυπικάς εμφανίσεις[21].
Ο Νιρβάνας συνεχίζει με παραστατικότερες περιγραφές:
Και ο τρελλός εσήκωσεν, από την στιγμήν αυτήν, εις τους σκεβρωμένους του ώμους όλην την βαναυσότητα των γνωστικών. Την εσήκωσεν εις καφέδες χυμένους επάνω στα κολάρα του, εις βρώμικα νερά αδειασμένα επί της κεφαλής του, εις καβαλίνας καλλημένας επί της ξεβαμμένης ρεδιγκότας του –τελευταίο λείψανο του γραφειοκράτου- εις υπολείμματα τεντερέδων πασαλειμμένων επί του τριχώματός του[22].
Ένας ακόμη λογοτέχνης της εποχής, ο Μιχαήλ Μητσάκης, που είχε την κακή τύχη να βιώσει κα προσωπικά τα συμπώματα ψυχικής διαταραχής, τον εγκλεισμό στο Δρομοκαΐτειο και την χλεύη του κόσμου, στηλιτεύει τη αντιμετώπιση των ψυχικά νοσούντων από τον σκληρό περίγυρο στον «Οίκο των τρελλών», περιγράφοντας παρόμοιες εικόνες με τον Νιρβάνα:
Η σύντομος βιογραφία του ταλάιπωρου τούτου θα ηδύνατο να θεωρηθεί ως κοινή των εν Ελλάδι φρενοβλαβών.Την οικτράν ταύτην ζωήν διανύουν και εις το άθλιον τέλος καταλήγουν όλοι σχεδόν όσοι έχουν ατύχημα να περιπέσουν εις το πάθημά του…[Ο φρενοβλαβής] σύρεται εις τας οδούς, βασανίζεται παντοιοτρόπως υπό των φρονίμων, λιμώττει, γυμνητευεί, παγώνει εις τον άνεμον, ψήνεται υπό τον ήλιον, αποκτηνούται ή αποθηριούται και τελειώνει εκ συμβεβηκότος τινός ελεεινώς τας πολυπαθείς του ημέρας στερών τους συμπολίτας του , οίτινες τότε μόνο ενθυμουνται να τον λυπηθώσι, του αθύρματος και της διασκεδάσεως αυτών. Διότι η συμφορά αυτή, η φοβερωτέρα όλων όσας δύναται να πάθει τις και ήτις έπρεπε μάλλον οιασδήποτε άλλης να ελκύει τον οίκτον, ως επί το πλείστον κινεί κατά προτίμησιν μάλλον πάσης άλλης τον γέλωτα και τη φαιδρότητα[23].
Ο Νιρβάνας εκφράζει την ίδιο άποψη και στα «Νοσήματα της προσωπικότητος»:
Πόσοι δυστυχείς τοιούτοι, εν μέσω της απιστίας και της ειρωνείας των οικείων και των συγγενών τους, θεωρούμενοι απλώς ιδιότροποι, ως απαιτητικοί, ως τύραννοι, δεν κατέληξαν εις την αυτοκτονίαν[24].
Στο παράθεμα διαφαίνεται το αίτημα σοβαρότερης αντιμετώπισης των ψυχικά νοσούντων από τους κατάλληλους κοινωνικούς φορείς, καθώς οι συγγενείς δεν έχουν γνώση επί του θέματος και είναι συχνή η κατάληξη των  ψυχικά ασθενών στην αυτοκτονία. Ωστόσο ακόμη και αν δεν κατέληγαν στην αυτοκτονία ήταν σαν να πήγαιναν στην κόλαση. Είναι ενδιαφέρων στο δοκίμιο ο τρόπος που περιγράφει ο Νιρβάνας το μέρος όπου βρισκόταν ο Βιζυηνός κατά τον εγκλεισμό του: «Κλεισμένος τώρα μεταξύ των πένθιμων τοίχων πνευματικού νεκροταφείου»[25]. Ωστόσο παρόλο που η αρνητική εικόνα του ψυχιατρείου δεν φαίνεται να τον τάσσει υπέρ της ασυλοποίησης και του εγκλεισμού των ψυχικά διαταραγνώμενων ατόμων, στο χρονογράφημα «Ένας τρελλός», που δημοσιεύεται πολλά χρόνια αργότερα, το 1917, θεωρεί τον εγκλεισμό ως καλύτερη λύση από την περιπλάνηση των «τρελών» στους δρόμους. Στο χρονογράφημα ακούγεται σε μια συζήτηση η φράση: «Εχάθηκε ένα φρενοκομείο να τον πάνε, τον άνθρωπο;»[26]. Έπειτα ο Νιρβάνας εμφανώς ειρωνικός συζητάει το ζήτημα της γραφειοκρατίας μέχρι να λυθεί το θέμα εισαγωγής του ήρωα στο φρενοκομείο, με αποτέλεσμα  ο πάσχων να δεχτεί τη σκληρή αντιμετώπιση του κόσμου και στο τέλος να πεθαίνει:
Δυο μήνες πέρασαν και ο Κοκόλης εξακολουθούσε να μοιράζει εκατομμύρια στους δρόμους και να δέχεται λεμονόκουπες. Τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν διεκπεραιωθή ακόμη […] Την τελευταίαν φοράν που τον είδα δεν του απέμενε πλέον παρά μισό πανταλόνι, μια ξεσχισμένη φανέλλα και ένα αιωρούμενον κολλάρο, αναμολογήτου χρώματος, γύρω από τον λαιμόν του… Εφαίνετο όμως να πάσχει σοβαρα. Έβηχεν ήσθμαινεν, έτρεμε σύσσωμος[…] Προχθές, όπως μας πληροφορεί ο Πειραιώτης χρονογράφος, μια νεκροφόρος εθεάθη καλπάζουσα…Έφερεν τον νεκρόν Κοκόλη…Την τελευταίαν στιγμήν πληροφορούμαι, ότι το ζήτημα της εισαγωγής του εις το φρενοκομείον ελύθη κατ’ευχήν, και ότι η σχετική άδεια εξεδόθη. Ο ανόητος αυτός άνθρωπος, που εβιάσθη τόσον πολύ ν’αποθάνη, είναι διπλασίως ασυχώρητος. Γραφειοκράτης αυτός, έπρεπε να γνωρίζη ότι τα πράγματα αυτά απαιτούν διατυπώσεις και ότι δεν τελειώνουν από μιαν στιγμήν εις άλλην, όπως ετελείωσεν αυτός[27].
Προφανώς στα 1917 ο αυξημένος αριθμός ψυχικά διαταραγμένων ατόμων σε συνδυασμό με την αντιμετώπισή τους από τον κοινωνικό περίγυρο χρήζει  επίλυσης από το κράτος, κάτι που δεν φαίνεται να συμβαίνει.  Επιπλέον, ο κοινωνικός περίγυρος αποδεικνύεται πολύ σκληρότερος από τα ψυχιατρεία με τον συγγραφέα να φαίνεται υπέρ του εγκλεισμού των ασθενών.
Περνώντας στον σχολιασμό των θυμικών εκδηλώσεων του ατόμου, που επιχειρεί στο δοκίμιο «Τα νοσήματα της Προσωπικότητος» ξεκινάει με μια τριπλή διάκριση. Οι θυμικές εκδηλώσεις χωρίζονται σε αυτές που συνδέονται με τη συντήρηση του ατόμου(θρέψη και άμυνα οργανισμού), σε αυτές που σχετίζονται με τη διατήρηση του είδους και στις αισθητικές, ηθικές, θρησκευτικές, επιστημονικές εκδηλώσεις του θυμικού, που προϋποθέτουν την ανάπτυξη της  ανθρώπινης νόησης[28].
Στην πρώτη κατηγορία, της θρέψης και της άμυνας του ανθρώπινου οργανισμού, αναφέρει ότι αποτελεί το κύριο μέλημα των ανθρώπων από την παιδική ηλικία και στη μετέπειτα πορεία τους, ειδάλλως μπορεί να προκληθούν ψυχοπαθητικές νόσοι, όπως η υποχονδρία, η λυπομανία και η μελαγχολία[29]. Τέτοιου είδους νοσήματα χαρακτηρίζονται από συμπτώματα άγχους, κούρασης, στενοχώριας, δυσθυμίας κτλ.  Η μη διατήρηση της θρέψης επιφέρει αλλοίωση της προσωπικότητας του ατόμου, που μπορεί να οδηγήσει και σε πλήρη μεταμόρφωσή του[30]. Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, επέρχεται η απουσία κάθε συγκίνησης στους πάσχοντες καθώς «η πηγή πάσης συγκινήσεως στερεύει»[31]. Ξαφνικά η ζωή μεταβάλλεται και χάνει την αξία της, ενώ ο άνθρωπος  αλλάζει, γίνεται κάποιος άλλος, «ουδέν  τον ενδιαφέρει, αίσθημα αδράνειας και αποθαρρύνσεως τον κατακυριεύει. Το βλέμμα του εσβεσμένον, η φυσιογνωμία άνευ εκφράσεως. Παραμελεί τας υποχρεώσεις του»[32]. Μάλιστα η κατάσταση γίνεται δυσβάστακτη όταν εμφανίζονται «αι ψευδαισθήσεις, αι ιδέαι της καταδιώξεως, αι αναίτιοι τύψεις του συνειδότος»[33], που μετατρέπουν τη ζωή «ανώφελο βάρος»[34]. Τη συχνότερη λύση για να αποβάλουν αυτό το βάρος, αποτελεί η αυτοκτονία. Σε αυτή την κατηγορία νοσημάτων το λογοτεχνικό παράδειγμα που φέρνει ο συγγραφέας αποτελεί η μελαγχολία του σαιξπηρικού Άμλετ, ο οποίος παρουσιάζει την κατάστασή του ως εξής:
Έχασα εσχάτως, αλλά πως και διατί δεν γνωρίζω, έχασα όλην μου την ζωηρότητα, άφηκα τας συνηθισμένας μου διασκεδάσεις και αληθώς έχω τόσον βάρος εις την ψυχή μου, ώστε η μεγαλοπρεπής αυτή πλάσις, η γη, μου φαίνεται άγονον ακρωτήριον…[35].
Ωστόσο ο Άμλετ αποτελεί ένα  παράδειγμα ανάμεσα στα πολλά έργα των καλλιτεχνών που αποφάσισαν να αποτυπώσουν αυτές τις «ψυχικές αλλοιώσεις» σε «φιλολογικά προϊόντα μελαγχολικής και πεισιθανάτου μούσης»[36], κάτι το οποίο ο Νιρβάνας γνωρίζει. Σε αντιδιαστολή με την κριτική της εποχής που διακρίνει σε αυτά μόνο τη νοσηρότητα[37], ο Νιρβάνας θεωρεί ότι «το νοσηρόν δεν παύει να είναι αληθές. Και ό,τι είναι αληθές έχει απερίγραπτα δικαιώματα επί της τέχνης»[38].  Αλλίως σύμφωνα με την απόψή του δεν θα έμεναν αθάνατες στον χρόνο:
Αι αγωνιώδεις κραυγαί της Βυρωνείου λυπομανίας, η στυγνή απελπισία του Βερθέρου, και του Ιακώβου Όρτις, η μαύρη απαισιοδοξία του Σοπεγχάουερ[39].
Είναι εμφανές ότι ο Νιρβάνας γνωρίζει πολύ καλά τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα της ρομαντικής περιόδου, που επηρέασαν τόσο την ξένη όσο και την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή. Ο συγγραφέας εκφωνεί τη διάλεξη σε μια περίοδο κατά την οποία ο ρομαντισμός έχει παρακμάσει και έχει χαρακτηριστεί ως «ασθένεια του αιώνα» σε ολόκληρη της Ευρώπη[40] και στην Ελλάδα. Παρολαυτά υπερασπίζεται την παθογένεια των έργων, καθώς και τη νοσηρότητα στην τέχνη, από την στιγμή που είναι και αυτή μια πραγματική και αληθινή όψη της ανθρώπινης ζωής. Ο συγγραφέας φαίνεται να τάσσεται φανερά υπέρ του Κινήματος της Παρακμής (Decadence), σύμφωνα με το οποίο η νοσηρότητα αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της τέχνης αλλά το σημαντικότερο «έχει εγγενή  σχέση με τη φυσιολογία και τη βιολογία του ανθρώπου»[41]. Τα δικαιώματα της νόσου στην τέχνη ενισχύονται με το επιχείρημα ότι και η «ανεξάντλητος ευθυμία» και «ο ολύμπιος γέλως» που επιδέχονται θετικής κριτικής, υπάρχει πιθανότητα να προέρχονται από μια από τις χειρότερες νόσους, αυτήν της «Προϊούσας Παράλυσης», η οποία εμφανίζεται με τη μορφή γέλιου, ευθυμίας και υπερκινητικότητας. Όπως σημειώνει:
[…[εισβάλλει πολλάκις υπό την μορφήν ευθυμίας, του γέλωτος και της μακαριότητος. Πολλοί εκ των μελλόντων τούτων παραλυτικών, προ πάσης υποψίας ακόμη, παρουσιάζουσι ασυνήθη πνευματικήν υπερενεργητικότητα. Καθίστανται φαιδροί, αεικίνητοι, άλλοι εξ άλλων[42].
Με τον όρο «προϊούσα παράλυση» ο συγγραφέας αναφέρεται στην σύφιλη, κατά το τρίτο στάδιο της νόσου. Ως  «θλιβερό» παράδειγμα στον λογοτεχνικό χώρο, σημειώνει κάποιον «πολύτιμο έτερο του «Παρνασσού», του οποίου η φωνή «πολλάκις αντήχησεν από του βήματος αυτού, πλέκουσα εις γλυκείς στίχους των δημοτικών μύθων και παραδόσεων την παρθένον ποίησιν»[43]. Ο Νιρβάνας κάνει λόγο για τον Γεώργιο Βιζυηνό, «του οποίου η όψις [είναι] φαιδρά και μειδιώσα πάντοτε. Έχει κτήματα, επαύλεις, άμαξας, εξοχάς».[44] Ο συγγραφέας φαίνεται να τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση προς τον ποιητή Βιζυηνό, ο οποίος βρέθηκε να έχει αυτή την κατάληξη.
Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση  των ψυχικών νοσημάτων που σχετίζονται με το ίδιο το άτομο ως υλική υπόσταση, ο Νιρβάνας μεταβαίνει στην κατηγορία της ψυχικής κατάστασης, η οποία σχετίζεται με το είδος:
Ο χαρακτήρ του φύλου διαγράφεται ζωηρώς. Νέον άθροισμα ενστίκτων, εικόνων, αισθημάτων και ιδεών βλαστάνει αίφνης επί του ουδετέρου εδάφους της προσωπικότητος του παιδιού[45].
Ακόμη και στις μέρες μας είναι γνωστή η ψυχική μεταβολή που υφίσταται το άτομο κατά το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Ο συγγραφέας επισημαίνει για μια ακόμη φορά ότι αυτή η μεταβολή δεν είναι ανάγκη να αναζητηθεί στα ψυχολογικά βιβλία, καθώς «η φιλολογία όλων των αιώνων, η ζώσα αυτή ψυχολογία, κατά τον Ταίν, εις πάσαν σελίδα ζωγραφίζει την μεγάλην αυτήν μεταμόρφωσιν της προσωπικότητος»[46]. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της μεταβολής φέρνει το Παράπονον της Πεθαμένης του Μαρκορά και την Αρετούσα στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου[47].
Τέλος, αναφέρεται στο σημαντικότερο και συνάμα «σκοτεινότερο» μέρος των ψυχικών νοσημάτων. Πρόκειται για τα νοσήματα που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του ατόμου και του ανθρώπινου  νου. Αποτελούν το δευτερογενές στάδιο ψυχικών εκφάνσεων, που τις καθιστά και πιο σύνθετες από τις πρωτογενείς της θρέψης και του είδους[48]. Τα νοσήματα της προσωπικότητας που συνδέονται με τη διατήρηση του ατόμου και του είδους διέπονται από συγκεκριμένα συμπτώματα, σε αντίθεση με τις εκδηλώσεις διανοητικών, ηθικών και αισθητικών τάσεων, που προκύπτουν κατά την εξελικτική πορεία του ατόμου και δεν είναι τόσο εύκολα προσδιορίσιμες. Σε αυτό το σημείο ο συγγραφέας φέρνει το παράδειγμα της αυτοπαρατηρησίας, μέσω του οποίου βλέπει κανείς την ευμετάβλητη φύση της ανθρώπινης υπόστασης αλλά και τον διχασμό του ατόμου. Ο ίδιος χρησιμοποιεί ένα χαρακτηριστικό χωρίο από τον Φάουστ του Γκαίτε[49] για να δείξει τον διχασμό της ανθρώπινης φύσης:
Δυο ψυχάς εγκλείω εις το στήθος μου
Κι εκάστη τούτων προσπαθεί να χωρισθή
της άλλης. Η μεν μια ερωτοφλεγής
συνδέεται τω κόσμω, δια συναφών
αυτώ οργάνων, η δε άλλη ίπταται
διψώσα σφοδρά προς τας υψηλάς μονάς
των προπατόρων.
Mέσα μου εμένα ζούνε δυο ψυχές,
Που η μια θέλει απ’την άλλη να χωρίσει.
Η μια με αγάπη δυνατή σφιχτά
σφιχτά στον κόσμο αυτόν καρφώνεται,
η άλλη με ορμή απ’ τη σκόνη υψώνεται
στις σφαίρες τρανών προγόνων ψηλά[50].
Ωστόσο εκτός από το παράδειγμα του Φάουστ, αναφέρεται σε γνωστούς συγγραφείς όπως ο Γκυ Ντε Μωπασσάν σε έργα των οποίων γίνεται εμφανής ο διχασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας και ακόμη περισσότερο της προσωπικότητας των καλλιτεχνών[51]. Επιπλέον,σημειώνει την άποψη του ψυχίατρου Γκρίσιγκνερ, o οποίος υποστηρίζει όχι μόνο τη θεωρία της διπλής προσωπικότητας αλλά ότι:
Κατά τας διαφόρους ηλικίας, κατά τα διάφορα καθήκοντα της ζωής, τα συμβεβηκότα, τους διαφόρους στιγμιαίους ερεθισμούς, αθροίσματα τινά ιδεών, άτινα εις δεδομένην στιγμήν εκπροσωπούσι το ημέτερον εγώ, αναπτύσσονται πλειότερον των άλλων και καταλαμβάνουσι την πρώτην θέσιν. Μεταβαλλόμεθα και είμεθα συγχρόνως οι αυτοί. Το εγώ μου το ιατρικόν, το εγώ μου ως σοφού, το εγώ μου το αισθητικόν δύνανται ν’αντιτίθενται και ν’αποκρούωσιν άλληλα εν δεδομένη στιγμή[52].
Ο Γερμανός ψυχίατρος Βίλχελμ Γκρίσιγκνερ ήταν εκείνος που συντέλεσε στην ανάπτυξη μιας οργανικής κατεύθυνσης ψυχοπαθολογίας, η οποία διέκρινε τις εγκεφαλικές βλάβες ως αιτία των ψυχικών διαταραχών. Μέχρι τότε το κυρίαρχο μοντέλο ήταν η «ρομαντική ψυχιατρική» των Χάινροθ και Ίντελερ, οι οποίοι θεωρούσαν την ψυχική ασθένεια ως ένδειξη απουσίας ηθικής[53].
Με την αναφορά στον διχασμό και την αντιφατικότητα της ανθρώπινης φύσης, κάτι που στους καλλιτέχνες είναι ακόμη πιο έντονο, βλέπει κανείς ότι ο Νιρβάνας διαμορφώνεται σε ένα κλίμα που τέτοιου είδους απόψεις είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς και έχουν μεγάλη απήχηση στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Από πολύ νωρίς ο ο Φρήντριχ Σλέγκελ είχε υποστηρίξει ότι ο άνθρωπος επιθυμεί ταυτόχρονα "να έχει και να μην έχει ένα σύστημα"[54].  Με πιο απλά λόγια, ο άνθρωπος, ενώ επιθυμεί να φτάσει στην αλήθεια, να καταφέρει να διατυπώσει μια θεωρία ερμηνείας του κόσμου, μόλις το καταφέρει  είναι στη φύση του να αποστασιοποιείται από αυτό και να το καταστρέφει, για να δημιουργήσει ένα καινούργιο[55]. Στη φύση, λοιπόν, του ανθρώπου συνυπάρχουν δύο αντιφατικά αιτήματα, το αίτημα για δημιουργία, ασφάλεια, σιγουριά και τάξη και το αίτημα για καταστροφή, ανασφάλεια, αμφιβολία και χάος που είναι αλληλένδετα και το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο· η καταστροφή προϋποθέτει κάποια δημιουργία, όπως και η εκ νέου δημιουργία προϋποθέτει την καταστροφή. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι:
Υπάρχει μια περίπτωση, μια μόνο, που ο άνθρωπος μπορεί σκόπιμα, συνειδητά, να επιθυμεί κάτι βλαβερό, παράλογο, ακόμη κι εξωφρενικό· είναι όταν θέλει να έχει το δικαίωμα να επιθυμεί και το εξωφρενικό ακόμη, και να μην είναι υποχρεωμένος να επιθυμεί μόνο εκείνο που είναι λογικό[56].
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, αν οι απλοί άνθρωποι είναι μια φορά αντιφατικοί, οι καλλιτέχνες θα πρέπει να είναι πολύ περισσότερες, καθώς διαφορετικά δεν μπορούν να ονομάζονται καλλιτέχνες, διότι τους λείπει η φλόγα της έμπνευσης και της δημιουργίας. Ο συγγραφέας με τη μεγαλύτερη επιρροή στη Σχολή της Παρακμής, Τσάρλς Μπωντλαίρ, έχει υποστηρίξει ότι αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους και  αποτελεί πηγή έμπνευσης και ζωής για εκείνους είναι η αντιφατικότητά τους. Στη φύση του ανθρώπου υπάρχει το αίτημα για δημιουργία και καταστροφή ταυτόχρονα, τα οποία αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Η θεωρία της διπλής προσωπικότητας και η αντιφατικότητα της ανθρώπινης ψυχής γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής στον ελληνικό χώρο, μέσω της Σχολής της Παρακμής. Ο Τέλλος Άγρας περιέγραψε την «παρακμή» ως μια εποχή «ομολογημένου διχασμού της προσωπικότητας, εγκεφαλισμού, αυτοανάλυσης, αυτεπίγνωσης, αυτοπαρατηρησίας»[57]. Ένα βασικό γνώρισμα της παρακμιακής τέχνης είναι ο «εγκεφαλισμός» η αλλιώς η «αυτοπαρατηρησία». Το 1918 ο Κώστας Ουράνης αναγόρευσε τον Μπωντλαίρ ιδρυτή μιας νέας σχολής, αυτής του «εγκεφαλισμού».[58] Ο Νιρβάνας κάνει αναφορά σε έναν νεότερο παρακμιακό, τον Αρθούρο Ρεμπώ, ο οποίος  «ομιλών κρίνει αυτός εαυτόν»[59]. Ωστόσο, παρ’ ότι φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά τη μέθοδο της αυτοπαρατηρησίας και όσους ασχολήθηκαν με αυτήν, δεν την ασπάζεται, όπως σημειώνει, διότι τη θεωρεί ανακριβή. Αντλώντας από τον Ιπόλλυτο Ταιν και το «Περί Διανοίας» αναφέρει:
[…]το αληθές εγώ, το πλήρες εγώ είναι το αισθανόμενον, το σκεπτόμενον, το δρων χωρίς να αυτοθεωρήται· δια να καταστή αντικείμενον πρέπει να σμικρυνθή και να προσαρμοσθή εις την διανοητικήν, ούτως ειπείν, οπτικήν, ήτις το μεταβάλει και το παραμορφοί[60].
Επομένως το εγώ για να υποβληθεί σε παρατήρηση, καθιστάται αυτόματα αναληθές ή παραμορφωμένο.  Το απόσπασμα που επιλέγει ο Νιρβάνας από το έργο του Ταιν υποστηρίζει ότι οτιδήποτε υποβάλλεται προς παρατήρηση την ίδια στιγμή εξαρτάται λίγο ή πολύ από τον υποκειμενισμό αυτού που το παρατηρεί Ως εκ τούτου ο ίδιος ο άνθρωπος αν μπει στη διαδικασία να παρατηρήσει τον εαυτό του(αυτοπαρατηρησία) έχει εξ αρχής αποτύχει λόγο της υποκειμενικής οπτικής. 
            Ο συγγραφέας συνεχίζει το δοκίμιο επισημαίνοντας ότι διχασμό της προσωπικότητας υφίστανται και οι ψυχοπαθείς που κατέχονται από παραισθήσεις και ωθούνται να δράσουν κατά συγκεκριμένο τρόπο. Αρκετά τέτοια παραδείγματα μπορεί να βρει κάποιος στην παγκόσμια ιστορία, δηλαδή στην πραγματική ζωή, από τα οποία εμπνεύστηκαν και οι καλλιτέχνες. Ο Νιρβάνας αναφέρει την Ιωάννα της Λωραίνης, γνωστής και ως Ζαν Ντ’Αρκ, με βάση την οποία ο Φρίντρικ Σίλλερ  έγραψε το «Jungfrau von Orleans»(Η Παρθένος της Ορλεάνης) και τη  Μαρούλα της Λήμνου, κόρη του  Ισαάκιου Κομνηνού, για την οποία έψαλε το ποίημα «Η κόρη της Λήμνου» ο Κωστής Παλαμάς[61]. Για ακόμη μια φορά ο συγγραφέας τονίζει ότι η λογοτεχνία δεν λειτουργεί αποκομμένη από την πραγματικότητα αλλά αντικατοπτρίζει την ίδια την πραγματικότητα, στην οποία η υγεία και η νόσος συμπορεύονται και εναλλάσονται.
Παρακάτω προβαίνει σε έναν ακόμη διαχωρισμό των ψυχικών νοσημάτων, χωρίζοντάς τα σε αυτά που προκαλούν βλάβες στη μνήμη και σε αυτά που δεν επηρεάζουν τη μνήμη. Όπως αναφέρει, ο Ρεμπώ χωρίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα σε δυο μέρη, σε σώμα και μνήμη. Όταν διαταράσσεται το σώμα πρόκειται για παρωδική διαταραχή,  που προκαλεί στο άτομο μερική μεταβολή, ενώ όταν προσβάλλεται η μνήμη, τότε η αλλοίωση της προσωπικότητας είναι πλήρης[62]. Ως παράδειγμα φέρνει την υστερική ηρωίδα του ποιήματος «La Femme-Enfant» του Γάλλου ρομαντικού «Κατούλου Μανδές», η οποία χάνει τη μνήμη των χρόνων που υπέπεσε σε «ατιμία» και όταν η μνήμη της επανέρχεται δεν το αντέχει και πεθαίνει.  Από την ιατρική πλευρά του θέματος, η ιστορία του υστερισμού αποτελείται από τα πιο περίεργα παραδείγματα αστάθειας και ρευστότητας της προσωπικότητας.
Η σημασία της ιδεοληψίας μπορεί να θεαθεί από διπλή οπτική, από εσωτερικές διεργασίες του ανθρώπινου οργανισμού που καταλήγουν στον εγκέφαλο, αλλά και από τις ιδέες που ξεκινούν από τον εγκέφαλο. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι εμμονές, που είναι γνωστές ακόμη και σήμερα ως διαταραχή που εμφανίζουν αρκετοί άνθρωποι, κατά τις οποίες «όλη μας η προσωπικότητα συγκεντρούται πολλάκις εις μιαν ιδέαν»[63]. Ο Νιρβάνας αναφέρει και πάλι το παράδειγμα του Άμλετ που «ορκίζεται εις την σκιάν του πατρός του, ότι η ανάμνησις του και η ιδέα της εκδικήσεως θα δεσπώζωσιν εις το εξής της ψυχής του…»[64].
Στην κατηγορία των ιδεών που ξεκινούν από τον εγκέφαλο περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις λυκανθρωπίας, ζωανθρωπίας και υπνοβασίας. Ωστόσο σημαντικότερη κρίνεται η επίδραση των ιδεών στην προσωπικότητα, που οδηγούν στην εξαφάνιση της ίδιας της προσωπικότητας. Ο Νιρβάνας φέρνει το παράδειγμα του Ερρίκου, ο οποίος στο «Ψυχικό Ημερολόγιό[65] αναφέρει: «Νομίζω, ότι μετεβλήθην εις άγαλμα επί των οχθών του ποταμού του χρόνου, μάρτυς του μυστηρίου από του οποίου θα εξέλθω γέρων, ή άνευ ηλικίας…»[66]. Από αυτή την διαταραχή εμπνέεται ένα ποίημα του ο Λεκόντ Δελίλ[67] λογοτεχνικοποιώντας το φαινόμενο.
Για το τέλος αφήνει ο συγγραφέας τη διαταραχή που προκαλεί τις βαθύτερες αλλοιώσεις της προσωπικότητας και την οδηγεί στην πλήρη αποσύνθεση. Πρόκειται για την «προϊούσα γεροντική άνοια, την άνοια των τελευταίων σταδίων της γενικής παραλύσεως»[68]. H πρώιμος άνοια(dementia praecox) διαδόθηκε από τον  Γερμανό ψυχίατρο Emile  Kraepelin και μετονομάστηκε σε «σχιζοφρένεια» το 1911 από τον Ελβετό ψυχίατρο Eugene Bleuler στο έργο του Dementia Praecox oder Gruppe der Schizophrenien[69]. Παρ’ ότι ο Νιρβάνας αφήνει τη σχιζοφρένεια για το τέλος, θεωρώντας τη τη χειρότερη αλλίωση που μπορεί να υποστεί η ανθρώπινη προσωπικότητα, δεν αφιερώνει πολύ χώρο στο σχολιασμό της διαταραχής ή σε αντίστοιχα λογοτεχνικά παραδείγματα. Ωστόσο είναι άξιο αναφοράς ότι ήδη από εκείνη την περίοδο η σχιζοφρένεια, προβληματίζει ιδιαίτερα τους επιστημονικούς κύκλους όσον αφορά τις αιτίες πρόκλησής της, πράγμα που συνεχίζει να συμβαίνει ακόμα και στην εποχή μας χωρίς να έχει προκύψει ακόμα κάποια ολοκληρωμένη απάντηση.

«Τέχνη και φρενοπάθεια»(1905)
Ο 19ος αιώνας, ως αιώνας της ραγδαίας επιστημονικής προόδου έθεσε νέα θεμέλια στον μέχρι τότε κόσμο, προκαλώντας ριζικές ανακατατάξεις. Εκείνη την περίοδο ξεκινούν να αναπτύσσονται οι θεωρίες της εξέλιξης του Λαμάρκ και του Δαρβίνου, οι νόμοι της κληρονομικότητας του Μέντελ, η εκλαϊκευτική θεωρία του Μορώ ντε Τούρ για τη νευροπάθεια των συγγραφέων, ταυτόχρονα με τις θεωρίες του Ιπόλλυτου Ταιν, του Βίλχελμ Βούντ, του Ρεμύ ντε Γκουρμόντ. Παράλληλα διατυπώνονται κι άλλες θεωρίες που συσχετίζουν τη μεγαλοφυή διάνοια με την τρέλα, όπως αυτή του Καίσαρα Λομπρόζο περί κληρονομικής εγκληματικότητας και η θεωρία του εκφυλισμού του Μαχ Νορντάου. Όλες αυτές οι θεωρίες φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό της εποχής, παρόλο που υπάρχει και ο αντίλογος.
Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα δημιουργούνται ερωτήματα για τις σχέσεις της νεότερης επιστήμης με την τέχνη,  και για τις συγκλίσεις της τέχνης, του καλλιτέχνη και του έργου τέχνης με τη φρενοπάθεια. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν τελικά υπάρχει κριτήριο που να καθορίζει πού σταματούν τα όρια της τέχνης και πού ξεκινάει η φρενοπάθεια[70]. Ο Νιρβάνας  απόλυτα ενημερωμένος για τις εξελίξεις, αποφασίζει το 1905 να δημοσιεύσει το δοκίμιο «Τέχνη και φρενοπάθεια», με κύριο στόχο να αντιτεθεί στην «ατέλεια των μεθόδων», τη «μονομέρεια της σκέψεως» και τη «στενότητα της παρατηρήσεως»[71], που θεωρεί και προσπαθεί να αποδείξει ότι χαρακτηρίζουν τις παραπάνω θεωρίες. Στην εποχή μας τέτοιου είδους θεωρίες θεωρούνται παρωχημένες όμως στα 1905, που δημοσιεύει το δοκίμιό του ο Νιρβάνας, εκφράζει αρκετά προοδευτικές απόψεις για την εποχή, που αν είχαν κάποια απήχηση ήταν πολύ μικρότερη από τις απόψεις στις οποίες αντιτέθηκαν.
Ο συγγραφέας διευκρινίζει ήδη από τον «Πρόλογο» του δοκιμίου ότι δεν πρόκειται για ένα έργο που μελετάει τα ψυχολογικά φαινόμενα καθαυτά. Αντιθέτως το κείμενο αφορμάται από την επέμβαση της ψυχιατρικής επιστήμης στις φιλολογικές εκδηλώσεις της εποχής. Ο συγγραφέας επιθυμεί να συμμετέχει στη συζήτηση περί κριτηρίου μεταξύ καλλιτεχνικής μεγαλοφυίας και παραφροσύνης, εκθέτοντας την δική του άποψη, η οποία αποσκοπεί αποκλειστικά στην ανακάλυψη της αλήθειας, σε αντίθεση με την φιλολογική και επιστημονική κριτική της εποχής του[72].
Το κείμενο είναι αρκετά εκτενές, περίπου 45 σελίδων και χωρίζεται σε πέντε υποκεφάλαια: «Καλλιτέχναι και φρενολόγοι», «Τα όρια φρενοπάθειας και τέχνης», «Ψυχοφυσιολογία και ψυχοπαθολογία του καλλιτέχνου», «Η παθολογική αντιμετώπισις του καλλιτεχνήματος» και «Το κριτήριον». Σε όλη την έκταση του δοκιμίου ο βασικός στόχος του συγγραφέα είναι να αποδείξει ότι τα όρια μεταξύ της νόσου και της υγείας είναι πολύ ρευστά και ακαθόριστα, με αποτέλεσμα η συζήτηση αυτή να οδηγείται είτε σε λανθασμένα συμπεράσματα είτε σε αδιέξοδα.
Σύμφωνα με τον Νιρβάνα, η σχέση των καλλιτεχνικών φαινομένων με τον τομέα της φρενολογίας αποτέλεσε ένα νέο φαινόμενο που εισήλθε από την Ευρώπη  και στον ελλαδικό χώρο. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα οι έρευνες των φυσιολόγων οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας  επιστημονικής-πειραματικής ψυχολογίας[73]. Με τη σειρά της η ανάπτυξη της νεότερης φυσιολογικής ψυχολογίας οδήγησε στην εξέταση των καλλιτεχνικών φαινομένων ως ψυχοφυσιολογικές και ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις. Το έργο αυτό ανέλαβαν τόσο οι ψυχολόγοι, όσο και οι καλλιτέχνες, που εναρμονισμένοι με το κλίμα της εποχής τους, ως πρεσβευτές της αλήθειας και της αντικειμενικότητας, δέχτηκαν να υποβληθούν σε εξετάσεις στα διάφορα ψυχολογικά εργαστήρια, με γνωστότερο παράδειγμα τον Εμιλ Ζολά[74]. Σημαντική κρίθηκε και η συμβολή της Αισθητικής στο παραπάνω εγχείρημα, με αποτέλεσμα να συναντηθούν στη μελέτη των καλλιτεχνικών φαινομένων επιστήμονες διαφορετικών κλάδων, μεταξύ των οποίων «φυσιοδίφαι, ψυχολόγοι και αισθητικοί»[75].
Ωστόσο το κοινό δέχεται πάντοτε αργά τις νέες εξελίξεις, με κάποιους να εκμεταλεύονται τη καινοφοβία του πλήθους, διαστρέβλωνοντας την πραγματικότητα και στέλνοντας τους καλλιτέχνες και τα έργα τέχνης στην πόρτα του φρενοκομείου. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η συμπόρευση της τέχνης με την φυσιολογική και παθολογική ψυχολογία, μεταδόθηκε εντελώς στρεβλωμένα στο κοινό. Ενώ στην αρχαιότητα ο χαρακτηρισμός «ιερά μανία» θεωρούνταν τίτλος τιμής και ο Σωκράτης διακήρυσσε υπερήφανος το «δαιμόνιον, το ενθρονισμένον εν τη ψυχή του»[76], εμφανίστηκαν ο Λομπρόζο, ο Νόρνταου και οι μαθητές τους, που οδήγησαν την καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα και την τέχνη στα σύνορα της φρενοπάθειας. Ο Mαξ Νορντάου στο έργο του Εκφυλισμός «απεπειράθη να σύρη, με σοφιστίαν επιστημονικήν, προ ολίγον στερεάν, τας υψηλοτέρας εκδηλώσεις της ανθρωπίνης ψυχής μέχρι του φρενοκομείου»[77]. Το έργο και ο όρος «εκφυλισμός» μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα από τον Άγγελο Βλάχο, παρόλο που είχε προηγηθεί το έργο του Σίμωνα Αποστολίδη, Ψυχώσεις[78], από το οποίο ο κόσμος είχε αποκτήσει ήδη μια συγκεχυμένη ιδέα περί εκφυλισμού.
Ο Νιρβάνας σχολιάζει τη λανθασμένη χρήση και κατανόηση του όρου, που αποτέλεσε συνώνυμο «πάσης ύβρεως», με τον Τύπο και ορισμένους επιστήμονες, να παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη:
[…]Του λυπηρού αυτού φαινομένου, παντού και πάντοτε, ο κυριώτερος συντελεστής υπήρξεν η καινοθηρία του τύπου, η διαθρύπτουσα την διεστραμμένην, ράθυμον και επιπόλαιαν φιλομάθειαν και την ελαφράν περιέργειαν του κοινού, κι εκείνοι των επιστημόνων, όσοι υπόκειντες, εις τας ορέξεις του είδους αυτού ή θηρεύοντες λαϊκήν φήμην…κατήλθον μέχρι της εκλαικεύσεως της καθαράς επιστήμης από του δημοσιογραφικού βήματος, είτε δημοσιογραφούντες εις ελαφρόν και ευχάριστον ύφος, είτε παρέχοντες εις πάσαν περίστασιν την σοφίαν των μετημφιεσμένην εις την κενοσπουδίαν των πευθήνων[79].
Σύμφωνα με τον μελετητή, αυτός ήταν ο ρόλος του Τύπου και ορισμένων επιστημόνων στο εξωτερικό, τα χνάρια των οποίων ακολούθησε και ο Τύπος στην Ελλάδα. Ο ίδιος υποστηρίζει πως οτιδήποτε στην κοινή αντίληψη φαινόταν «ασύνηθες, νεόν, παράδοξον, ανεξήγητον» [80] εντασσόταν άμεσα στη σφαίρα της φρενολογίας.  Για να τεκμηριώσει την άποψή του, φέρνει ως παράδειγμα τις νέες φιλολογικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στα ελληνικά γράμματα με κύριο όργανο το περιοδικό Τέχνη, στο οποίο οι συγγραφείς δημοσίευαν στη δημοτική γλώσσα και ασπάστηκαν κυρίως την τεχνοτροπία των συμβολιστών[81]. Ο Νιρβάνας αναφέρει τους σημαντικότερους συνεργάτες του περιοδικού, όπως ο Παλαμάς, ο Πορφύρας, ο Προβελέγγιος, ο Γρυπάρης, ο Ξενόπουλος, ο Καρκαβίτσας, ο Μαλακάσης και ο Βλαχογιάννης. Έπειτα σημειώνει ότι τα έργα των καλλιτεχνών θεωρήθηκαν «παραδοξοφανή» στα μάτια του κοινού, με αποτέλεσμα να προκύψει η λέξη «μαλλιαρός»[82] και  «η νόσος του Μαλλιαρισμού», που δεν άργησαν να οδηγήσουν τόσο τους καλλιτέχνες όσο και τα έργα τους «στο πραιτώριο της φρενολογικής επιστήμης»[83]. Η δημοτική συνδέθηκε με κάθε «καλλιτεχνικήν υπερβασίαν, ατέλειαν ή ακαλαισθησίαν, η σύγχυση προσώπων, πραγμάτων και αντιλήψεων» και η ομάδα των «μαλλιαρών» θεωρήθηκε ότι πάσχει από «κοινόν μεταδοτικόν παραλήρημα, επικίνδυνο να εξαπλωθή, ως αι επιδημικαί φρενοπάθειαι των δαιμονικών του μεσαίωνος»[84]. Το ζήτημα πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε να ζητηθεί η γνώμη φρενολόγων και ψυχιάτρων για τα έργα τους, οι οποίοι παρόλο που είχαν άγνοια περί του θέματος, έσπευσαν να δώσουν «πρόχειρες γνωματοδοτήσεις»[85]. Ο δημοτικισμός και οι οπαδοί του δημιούργησαν παθολογικό φόβο και παραληρηματικές αντιλήψεις στους επικριτές τους, φτάνοντας σε ακρότητες όπως τα «Ευαγγελικά» και τα «Ορεστειακά», και οδηγώντας τον Ιωάννη Κονδυλάκη να πει ότι:
Αφού πρόκειται περί πέντε παραφρόνων, των οποίων τα έργα ούτε διαδίδονται, ούτε αναγινώσκονται…ούτε έχουσιν επομένως καμμίαν επίδρασιν, προς τι ο φόβος της κακοποιού και εθνοφόρου σημασίας των προσώπων και των κινημάτων αυτών;[86]
Αυτή φαίνεται να ήταν η κυριότερη αφορμή που οδήγησε τον Νιρβάνα να υποστηρίξει τόσο το περιοδικό Τέχνη όσο και το κίνημα του Δημοτικισμού, για τα οποία η γνώμη των ψυχιάτρων ήταν άστοχη και αντιεπιστημονική. Λόγω των διαστάσεων που πήρε το θέμα αποφάσισε να επιχειρηματολογήσει υπέρ της ασάφειας  των ορίων μεταξύ τέχνης και φρενοπάθειας. O ίδιος προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι τόσο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ μεγαλοφυίας και «φρενοπάθειας», που το ερώτημα που προκύπτει είναι πού τελειώνει η πρώτη και που ξεκινάει η δεύτερη.
Ως εκ τούτου θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να εξετάσει κανείς την ψυχοφυσιολογία της τέχνης, δηλαδή την «ψυχολογία» των αισθητικών αισθημάτων, που παράγονται από τα έργα τέχνης[87]. Ξεχωριστή μνεία κάνει ο Νιρβάνας στον Άγγλο ψυχολόγο Σάλλυ[88] και στον Καναδό συγγραφέα Γκράντ Άλλεν[89]. Έπειτα παραθέτει την άποψη του Σπένσερ και γενικώς της Αγγλικής Σχολής ότι η  αισθητική ηδονή παράγεται αποσπασμένη από κάθε είδους ωφελιμισμό,  παρόλο που παράγεται μέσω της μίμησης ωφέλιμων πράξεων της ζωής. Αυτός είναι ο λόγος που κρίνεται ανώτερη των ηδονών, οι οποίες παράγονται από οργανικές ενέργειες. Συνεχίζοντας τον συλλογισμό του σχολιάζει την παραγωγή αισθητικών αισθημάτων  στις τέχνες του χορού, της μουσικής, της ποίησης και της ζωγραφικής[90], για να καταλήξει στον ψυχοφυσιολογικό ορισμό της τέχνης, όπως διατυπώθηκε από τον Σάλλυ:
Έργον τι είναι καλλιτεχνικόν, όταν διά των εντυπώσεων της οράσεως και της ακοής παράγει ωρισμένας ευαρέστους καταστάσεις και ανταποκρίνεται προς παγκοσμίους τινάς νόμους διέποντας τας ευαρέστους εντυπώσεις, είναι δε καλλιτεχνικόνν είς τον ανώτατον βαθμόν, όταν παράγει μέγαν αριθμόν των ευάρεστων τούτων εντυπώσεων και όταν αι εντυπώσεις αυταί, επί πλέον, είναι ή σταθεραί ανάγκαι της ανθρωπίνης καρδιάς ή τελειοποιημένα και περίπλοκα προϊόντα της διανοητικής αναπτύξεως[91].
Ο Σάλλυ υποστηρίζει ότι ένα «υψηλό» έργο τέχνης πρέπει να παράγει βαθιά συναισθήματα, που μπορεί να αποτελούν περίπλοκα προιόντα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Ο Νίτσε θεωρεί ότι για την παραγωγή του καλλιτεχνήματος απαιτείται να βρεθεί ο καλλιτέχνης σε κατάσταση «ειδικής μέθης»[92]. Αυτό που προκύπτει λοιπόν είναι ότι το καλλιτέχνημα συνδέεται άμεσα με την παραγωγή συγκίνησης, μέσω της οποίας προκύπτουν τα αισθητικά αισθήματα. Ωστόσο η παραγωγή των αισθημάτων φαίνεται να πλησιάζει επικίνδυνα τις διάφορες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, είτε πρόκειται για απλές ψυχασθενικές καταστάσεις είτε για τις «βαρύτερες μορφές της διανοητικής διαταράξεως». Επομένως, η κατάσταση μπορεί να μην είναι αναγκαστικά ψυχοπαθολογική. Όπως σημειώνει ο Νιρβάνας:
[…]προς παραγωγήν καλλιτεχνήματος απαιτείται ήδη φυσιοψυχολογική τις κατάστασις έκρυθμος, εγγίζουσα προς τα ψυχοπαθολογικά όρια, χωρίς να είναι πάντοτε αναγκαίως ψυχοπαθολογική η κατάστασις[93].
Αυτή η κατάσταση φτάνει πολύ κοντά στα όρια της φρενοπάθειας, καθώς «τα όρια της υγείας και της νόσου εν τη ζωική ζωή, πολλώ δε μάλλον εν τη ψυχική, είναι λίαν συγκεχυμένα και δυσδιάκριτα»[94]. Είναι σημαντικό ότι η έκφραση  δυνατών δυσάρεστων ή ευχάριστων αισθημάτων στον άνθρωπο πλησιάζει πολύ τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του παραλληλισμού του εξοργισμένου με τον μανιακό, των οποίων τα όρια δεν είναι καθόλου ευδιάκριτα[95]. Ο συγγραφέας τονίζει ότι είναι άδικο οι παροδικές διαταραχές της ψυχικής υγείας, που βιώνει το κάθε άτομο, να χαρακτηριστούν νοσηρές, καθώς «ο προσδιορισμός της απολύτου υγείας» στο άτομο είναι εξ αρχής ανέφικτος[96]. Δεν υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος να είναι πάντοτε υγιής και να υπερισχύει πάντοτε η λογική του έναντι του συναισθήματος και αυτό αποδεικνύεται από την ιστορία της ανθρωπότητας[97].
Επιπλέον, τα συμπτώματα, τα οποία λαμβάνουν υπόψιν τους οι γιατροί για να βγάλουν τα ιατρικά πορίσματα, μπορεί αφενός να προέρχονται από οργανικές ή λειτουργικές βλάβες του οργανισμού ή από κάποια βλάβη των κυττάρων, αφετέρου μπορεί να εμφανιστούν παροδικά σε κάποιο «φυσιολογικό άτομο», επειδή υποβλήθηκε σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, που του προκάλεσε σύγχυση[98]. Ο ίδιος θεωρεί ότι μπορεί να συγκρίνει κανείς επ’ άπειρον «παροδικές διταράξεις τις φυσιολογικής αρμονίας της ψυχικής ζωής» με πραγματικά «νοσηρές καταστάσεις»[99]. Ειδικότερα όπως αναφέρει:
Η δε φιλολογία και ιδία η δραματική φιλολογία, εν τη πάλη μεταξύ αισθημάτων και καθηκόντων (εγκεφαλικής εικόνος και ανασταλτικών ιδεων) από των κλασσικώτερον μορφών της ελληνικής τραγωδίας μέχρι του σύγχρονου δράματος, παρουσιάζει εις ευρυτατην και επιβλητικήν κλίμακα το φυσιοψυχολογικόν τούτο φαινόμενον[100].
Την άποψη αυτή έχει ήδη υποστηρίξει το 1893 στα «Νοσήματα της προσωπικότητος», τονίζοντας το πλούσιο υλικό που προσφέρει η λογοτεχνία για τη μελέτη των ψυχοπαθολογικών καταστάσεων. Ο συγγραφέας φέρνει το παράδειγμα της αρχαίας τραγωδίας, στην οποία, παρόλο που οι ήρωες δεν είναι τρελοί, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις στις οποίες «υπό το κράτος ισχυρών αισθημάτων, υπό την βίαν των οποίων αι μεν κινητικαί εικόνες του εγκεφάλου δεσπώζουσιν, αι δε ανασταλτικαί δυνάμεις αναστέλλονται και η βούλησις νικάται κατά κράτος»[101]. Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο κεφάλαιο, οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας δεν είναι τρελοί αλλά αρκετοί από αυτούς βρίσκονται λόγω των συνθηκών σε μανιώδη κατάσταση και στη συνέχεια επανέρχονται.
Επιπρόσθετα ο Νιρβάνας σχολιάζει ένα ακόμη χαρακτηριστικό των φρενοπαθών, το οποίο δεν τους διαφοροποιεί ιδιαίτερα από τον υπόλοιπο κόσμο. Πρόκειται για  την «μανία» τους να χρησιμοποιούν σύμβολα και  μεταφορές για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Σύμφωνα με το πόρισμα του Ζανέ[102], διευθυντή του ψυχιατρικού εργαστηρίου της Σαλπετριέρης:
Ούτοι (οι ιδεοληπτικοί και οι διαστακτικοί) παρουσιάζουσιν επίφασίν τινα ψευδαισθήσεων, ήτοι τας συμβολικάς ψευδαισθήσεις … Η μανία του συμβόλου αποτελείται εκ της ανάγκης της εικονικής παραστάσεως των αισθημάτων και των ιδεών. Εντύπωσιν εμποιεί η κατάχρησις, εκ μέρους των πασχόντων, της μεταφοράς προς έκφρασιν της καταστάσεώς των: «Είμαι ένα πτωχό πουλάκι, χωρίς πτερά… είμαι μέσα σ’ένα λαβύρινθον με αναρίθμητους στενούς δρόμους…είμαι σαν ένα σακκί ριμμένο στο χώμα και η ανθρωπότης χορεύει αποπάνω μου[103].
Ωστόσο, ο Νιρβάνας επισημαίνει ότι η τάση εικονικής αναπαράστασης των αισθημάτων υπάρχει  γενικώς στους ανθρώπους όταν βρίσκονται κάτω από συγκινησιακή φόρτιση, ενώ την ίδια στιγμή η τέχνη και η ποίηση όλων των αιώνων εξ ορισμού εκφράζονται μέσω των συμβόλων. Βέβαια, ακόμη πιο έντονα το βλέπει κανείς στην τεχνοτροπία των συμβολιστών οι οποίοι στιγματίστηκαν ιδιαίτερα ως ψυχικα διαταραγμένοι. Κατακρίνοντας τη χρήση μιας απλής ένδειξης για να στιγματοποιηθεί κάποιος, όπως έκαναν οι θεωρητικοί του εκφυλισμού, ο συγγραφέας σημειώνει ότι οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι θα εξετάσουν την ένδειξη σε συνδυσμό με τη συνολική εικόνα του ατόμου για να δώσουν σωστή γνωμάτευση, χωρίς να προβούν σε ασάφειες και αοριστολογίες[104].
Στο σημείο αυτό ο γιατρός Νιρβάνας, παραδέχεται τον βαθμό ακρίβειας που έχει πετύχει η γενική ιατρική στον προσδιορισμό και την κατάταξη των διάφορων νόσων, μέσω «μικρογραφικής και  «βακτηριδιολογικής» παρατήρησης του ατόμου. Αντιθέτως η ψυχιατρική, όπως λέει, δεν λειτουργεί ούτε μέσω της μελέτης μικροβίων, ούτε μέσω πειραματικών μεταδόσεων, ούτε μέσω «παθολογικοανατομικών» δεδομένων», ενώ την ίδια στιγμή η κατάταξη των «φρενικών νόσων» βασίζεται «επί του εδάφους, της αιτιολογίας, της συμπτωματολογίας και των παθολογικοανατομικών αλλοιώσεων»[105]. Ο συγγραφέας παραδέχεται ότι η πρόοδος της ψυχιατρικής εκείνη την περίοδο βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και αυτό έχει ως αποτέλεσμα η φρενολογική ύλη να βρίσκεται ακόμη σε χάος[106]. Επιπλέον, δηλώνει ότι η αδυναμία της ψυχιατρικής επιστήμης να προσδιορίσει και να κατατάξει  με ακρίβεια τις τυπικές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, καθιστά ακόμη πιο περίπλοκο  τον προσδιορισμό «των άπειρων ελαφρών αποκλίσεων από του ιδανικού τύπου ψυχικής υγείας- ενός δηλονότι απροσδιορίστου, και συμβατικού μαθηματικού σημείου»[107]. Ο Νιρβάνας υποστηρίζει ότι μελετώντας κανείς τις αποκλίνουσες από του μαθηματικού σημείου περιπτώσεις αντιλαμβάνεται ότι είναι άπειρες, καθώς «η ανωμαλία αποτελεί ομαλότητα και ανάγκην ζωικήν και κοινωνικήν»[108].
Στο τρίτο υποκεφάλαιο του δοκιμίου μεταβαίνουμε από το έργο τέχνης στον καλλιτέχνη και στην ψυχοπαθολογία του. Ο συγγραφέας ξεκινάει με τη παρατήρηση ότι δεν υπάρχει άτομο, που να μην εκφράστηκε ποιητικά[109], έστω μια στιγμή της ζωής του, ενώ βρισκόταν κάτω από βαθιά συγκινησιακή φόρτιση, κάτι που, όπως αναφέρθηκε, στους ψυχοπαθείς και τους νευροπαθείς παρατηρείται συχνά. Εκτός από το παράδειγμα των ψυχασθενών του Ζανέ, o Νιρβάνας χρησιμοποιεί το πείραμα του Μπινέ[110] σε έναν υπνωτισμένο, σημειώνοντας τις πλούσιες ψυχολογικές παρατηρήσεις που προσφέρει ο υπνωτισμός. Το πείραμα του Μπινέ εξέταζε την ένταση της εγκεφαλικής εικόνας σε έναν υπνωτισμένο και σε έναν «φυσιολογικό», όταν τους υποβάλλουν την ιδέα ενός ευχάριστου και ενός δυσάρεστου αντικειμένου. Ο πρώτος φαινόταν να έχει έντονη την εικόνα του αντικειμένου ενώ ο δεύτερος περιοριζόταν στην απλή ιδέα του αντικειμένου. Επομένως, βλέπει κανείς τη διαφορά της εντάσεως της εγκεφαλικής εικόνας, δηλαδή της φαντασίας σε κατάσταση αυξημένης ερεθισιμότητας και υπό φυσιολογικές συνθήκες. Μάλιστα ο Νιρβάνας, παρόλο που δεν έχουμε παραπάνω στοιχεία για αυτό, φαίνεται να έχει και προσωπική εμπειρία σε τέτοιου είδους πειράματα, καθως αναφέρεται σε α΄ πληθυντικό λέγοντας:
Πολλάκις εδόθη εις ημάς η ευκαιρία εις τα νοσοκομεία, τα άσυλα, και την ιδιαιτέραν πράξιν, να σημειώσωμεν επί νευροπαθών και φρενοπαθών την εικονικότητα της εκφράσεως, φθάνουσαν μέχρι ποιητικής ωραιότητος, θα ηδυνάμεθα δε να ειπώμεν, ότι οι πλείστοι τούτων παρουσιάζουσιν εις τον λόγον ή το παραλήρημα αυτών ό,τι ονομάζομεν εν τη φιλολογία ύφος(style)[111].
Παρακάτω μάλιστα αναφέρεται στο παράδειγμα που είδε στο «εν Πατησίοις Υγιαστήριον του αγαπητου [τ]ου συναδέλφου κ. Βλαβιανού»[112]. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Πλουμπίδης παραθέτει μια διαφήμιση του ιατρείου από τον Βλαβιανό στο περιοδικό Ψυχολογική και Νευρολογική Επιθεώρησις, σύμφωνα με την οποία οι μέθοδοι που εφαρμόζονταν για την θεραπεία των ασθενών ήταν «Η Ψυχοθεραπεία, η Ηλεκτροθεραπεία, η Υδροθεραπεία, η Αντιτριψιθεραπεία(massage), η Μουσικοθεραπεία, η Ιατρική Γυμναστική, η δια κατακλίσεως(alitment) και απομονώσεως(isolement) θεραπεία…»[113]. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το αν όλες οι μέθοδοι εφαρμόζονταν στην πράξη αλλά σίγουρα έχει ενδιαφέρον η συνύπαρξη αρκετά πρωτοποριακών μεθόδων με σκληρές μεθόδους, όπως η απομόνωση.
Ο Νιρβάνας συνεχίζει τον συλλογισμό του λέγοντας ότι η διαφορά από το άτομο που μπορεί υπό ορισμένες συνθήκες να εκφραστεί καλλιτεχνικά μέχρι τον ίδιο τον καλλιτέχνη και το καλλιτέχνημα είναι τεράστια[114]. Εξετάζοντας την ψυχοπαθολογία του καλλιτέχνη, συνάγεται το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πολλαπλά ευαίσθητη ψυχή που δέχεται πολύ έντονα τις επιδράσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος και για να φτάσει στη δημιουργία του έργου τέχνης προηγείται μια συνθετότατη διαδικασία:
[…]Είναι προ παντός άτομον, παρά τω οποίω η ερεθισιμότητα είναι ανεπτυγμένη εις ισχυρόν βαθμόν και κατά συνέπειαν η παρ’αυτώ έντασις των εγκεφαλικών εικόνων ανωτέρα, αι ψυχικαί επισυνδέσεις ταχείαι και πλούσιαι, τα αντανακλαστικά φαινόμενα ευκίνητα ιδιαιτέρως, αι ψυχοκινητικαί ιδιότητες εντεταμέναι[115].
Οι ψυχοσωματικές λειτουργίες των απλών ανθρώπων, στον καλλιτέχνη βρίσκονται σε συνεχή λειτουργία και μάλιστα σε οξυμένο βαθμό, που οδηγούν τα νευρικά του  κύτταρα στην κόπωση, την καταβολή και την εξάντληση[116]. Αλλά ακόμη και αν προσεγγίσει κανείς γενικότερα την καλλιτεχνική οντότητα, θα αντιληφθεί ότι  το αίσθημα και η φαντασία είναι που καθιστούν τον καλλιτέχνη καλλιτέχνη. Για να παραχθεί το αίσθημα και η φαντασία απαιτείται «συνθήκη ζωηράς οργανικής ευαισθησίας»[117]. Επομένως, και πάλι παρατηρείται ένας υψηλότερος βαθμός  ευαισθησίας και συγκινησιακής φόρτισης του καλλιτέχνη σε σχέση με τον απλό άνθρωπο.  Ο Νιρβάνας αναφέρει ότι αυτή είναι μια άποψη που έχει διατυπωθεί ήδη από την αρχαιότητα, από τον  Πλάτωνα και έχει υιοθετηθεί από νεότερους μελετητές όπως ο Φίχτε, ο Χέγκελ και ο Βίσσερ, που θεωρούν τον καλλιτέχνη ένα μυστηριώδες πλάσμα, το οποίο αγγίζει τα όρια της θεότητας[118]. Όπως επισημαίνει και έχει σχολιαστεί στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας παρόμοια ήταν η άποψη των ανθρώπων και για τους φρενοπαθείς, οι οποίοι θεωρούνταν ιερά, μυστηριώδη και υπεράνθρωπα πλάσματα[119]. Ο Νιρβάνας καταλήγει στο ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η μεγαλοφυία, σε όλες της τις εκδηλώσεις και ιδιαιτέρως στην καλλιτεχνική, εφάπτεται των ορίων της φρενοπάθειας. Αν λάβει κανείς υπόψιν του τις δυο έννοιες που ορίζουν τον καλλιτέχνη, το «αίσθημα» και τη «φαντασία», καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα[120]. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε υποστηρίξει ότι «οι ποιηταί, αι καλλιτέχναι, οι φιλόσοφοι, ήταν μελαγχολικοί και ότι δεν υπάρχει μέγα πνεύμα, εν τω οποίω να μη λωφάζει κόκκος παραφροσύνης[121]. Ο  συγγραφέας συνεχίζει  λέγοντας ότι αν πάρουμε ως δεδομένο ότι ο καλλιτέχνης είναι άτομο αυξημένης ερεθισιμότητας, τότε  πρέπει να δεχτούμε ότι :
Ο καλλιτέχνης δύναται να είναι υστερικός, νευρασθενής, μελαγχολικός, ψυχασθενικός, δύναται να έχει βεβαρυμένην νευρικήν κληρονομικότητα(βαθμοί εκφυλιστικών καταστάσεων), δύναται να είναι…νεφριτικός, διατελών υφ’ οιανδήποτε τοξικήν μέθην, δύναται ν’αναζητή ακόμη μετά μίαν εξάντλησιν νευροκυτταρικήν, την διέγερσιν των ψυχικών του δυνάμεων εις το οινόπνευμα, την νικοτιανήν, το τέϊον, τον καφέν και δύναται να είναι ταυτοχρόνως Όμηρος, Δαντης, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Νίτσε, να είναι κλασσικός, ρομαντικός, πραγματιστής, συμβολιστής, να φέρη εις το έργον του φωτεινήν την σφραγίδα του ό,τι συνηθίσαμεν να ονομάζωμεν υγείαν και του ό,τι συνηθίσαμεν να ονομάζωμεν νοσηρότητα, ασχέτως πολλάκις και δυσαναλόγως του βαθμού της ιδίας υγείας ή νοσηρότητος, ως διδάσκει ημάς η ιστορία της τέχνης[122].
Σύμφωνα με το απόσπασμα ο Νιρβάνας θεωρεί ότι ο καλλιτέχνης μπορεί να πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή, μπορεί όμως και όχι, μπορεί τα έργα του να είναι προϊόντα υγείας αλλά μπορεί  και να μην είναι. Ωστόσο το σημαντικό είναι ότι η ταυτότητα του καλλιτέχνη μπορεί να προκύψει έπειτα από την εξέταση πλήθους παραγόντων και επιδράσεων που έχει δεχτεί. Η μεμονωμένη εξέταση του καλλιτέχνη ή των καλλιτεχνικών ομάδων είτε των ιστορικών περιόδων της τέχνης, είναι παρακινδυνευμένη, όπως είναι και η αναζήτηση της υγείας και της νόσου στην τέχνη[123]. Σύμφωνα με τον Νιρβάνα:
Δεν υπάρχει άλλο τι εις την σφαίραν της καλλιτεχνικής δημιουργίας ή μόνον καλλιτέχνημα και κακοτέχνημα. Τίποτε άλλο.
Ο μελετητής καταλήγει στο ότι η μεγαλοφυία συγκλίνει με την φρενοπάθεια, όπως η τελειότητα εφάπτεται της φθοράς στην οργανική ζωή[124]. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρεί ανούσια την προσπάθεια του Νορντάου να διαιρέσει τους καλλιτέχνες σε υγιείς και «νοσηρούς», «ισόρροπους» και «ανισόρροπους»[125]. Η διαφωνία του Νιρβάνα με τις εκφυλιστικές θεωρίες περί καλλιτεχνών έγκειται στο ότι τις θεωρεί αντιεπιστημονικές, σχολαστικές, σκληρές, άδικες και πάνω από όλα πιστεύει ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια[126].
Στο τέταρτο υποκεφάλαιο γίνεται λόγος για το κριτήριο της ωραιότητας στην τέχνη, το οποίο έχει μεταβληθεί αρκετές φορές ανά τα χρόνια, δημιουργώντας ένα είδος απάθειας και αοριστίας στην αντιμετώπιση του καλλιτεχνήματος[127]. Ως εκ τούτου ο Νιρβάνας νιώθει την ανάγκη να ορίσει το έργο τέχνης ως προϊόν:
[…]ξένον προς τα κοινάς σκοπιμότητας του βίου, αδιάφορον προς το περιβάλλον, την εποχήν και το έδαφος από του οποίου ανεφύη, απολύτως ελέυθερον και ανεξάρτητον[…] διότι υψούται υπεράνω του τόπου, του χρόνου και της εποχής του[128].
 Εντούτοις στο πέρασμα του χρόνου υπήρξαν διάφορες απόψεις για τα έργα τέχνης, που συνδέονταν με «το πνέυμα των εποχών και των κοινωνιών»[129], με αποτέλεσμα η Τέχνη και η ιδέα του Ωραίου να μεταβάλλεται συνεχώς και να δημιουργεί νέες σχολές, τάσεις και δόγματα[130]. Στην εποχή του συγγραφέα το αντίκτυπο ήταν να δημιουργηθεί μια απαθής και διαστρεβλωμένη ιδέα για το έργο τέχνης, κάτι στο οποίο συνέβαλαν οι «εφήμερες σχολές» και «οι καλλιτεχνικοί συρμοί», που μετέβαλαν συνεχώς τα κριτήρια για την αξιολόγηση του ωραίου[131]. Αν το έργο τέχνης δεν ακολουθούσε τα κριτήρια της κάθε σχολής, τότε θεωρούνταν «άσχημο» και «αντικαλλιτεχνικό»[132]. Ο Νιρβάνας φέρνει παραδείγματα καλλιτεχνών από διαφορετικές σχολές, όπως οι ρομαντικοί Ντελακρουά και Κορώ, ο ρεαλιστής Κουρμπέ, οι συμβολιστές Σαβάν και Βάγκνερ, οι οποίοι αδικήθηκαν από την κριτική της εποχής τους αλλά εκ των υστέρων την διέψευσαν.
Έπειτα θεωρήθηκε ωραίον «ό,τι ήτο απλώς και οπωσδήποτε εκφραστικόν μιας προσωπικότητος, ανεξαρτήτως της φύσεως, της παραδόσεως, της τεχνικής»[133].  Επιπλέον σε σχέση με παλαιότερες εποχές, όπου το καλλιτέχνημα έπρεπε να μιμείται παλαιότερα πρότυπα και όχι να απομακρύνεται από αυτά, στην νεότερη εποχή οι καλλιτέχνες επιδίωξαν το αντίθετο[134]. Σύμφωνα με τον Νιρβάνα αυτή η κατάσταση συνέπεσε με τις προόδους τηνς νεότερης ψυχολογίας, η οποία είχε ξεκινήσει να μελετάει τα αισθητικά φαινόμενα, μια κατάσταση που μεταφέρθηκε στο κοινό μέσω των έργων του Νορντάου και του Λομπρόζο. Τα έργα των δυο συγγραφέων και ο τρόπος προσέγγισης τους δέχονται έντονη κριτική από τον συγγραφέα, καθώς θεωρεί, όπως έχει αναφέρει σε προγηούμενο υποκεφάλαιο, ότι δεν ακολουθούν τους νόμους μιας σοβαρής και σωστής επιστημονικής προσέγγισης[135].
Επιπλέον δεν παραλείπει να σχολιάσει ότι η φρενολογική προσέγγιση των έργων τέχνης διογκώθηκε ιδιαίτερα λόγω του ρεύματος του Συμβολισμού ή της Decadence. Λόγω της σχέσης του Συμβολισμού με την μουσική και συγκεκριμένα λόγω του αόριστου τρόπου υποβολής αισθημάτων και εντυπώσεων, που επέλεξαν οι συμβολιστές καλλιτέχνες, σε αντίθεση με ό,τι είχε προηγηθεί, βρήκαν απροετοίμαστο το κοινό. Έτσι είχαν την ευκαιρία ορισμένοι να παρουσιάζουν τη νέα τεχνοτροπία ως παραλήρηματική[136].  Κάτι τέτοιο είχε απήχηση στο κοινό καθώς:
 […]εξοικειωμένον προς τα μορφάς της τέχνης, της οποίας εγνώριζε, παρεξήγουν τα πάντα, συγχέον το σύμβολον προς την αλληγορίαν, εκοπίασε ν’αναζητήση ένα νόημα ανύπαρκτον ή μιαν λύσιν αινίγματος, εις πάσαν εικόνα, εις πάσαν λέξιν, πάσαν σύνθεσιν στοιχείων πλαστικών ή μουσικών και μη ευρίσκον φυσικά το ανύπαρκτον, αδυνατούν να συγκινηθή υπό το κράτος της ακάρπου σχολαστικής αντιμετώπισης του καλλιτεχνήματος, ήτο έτοιμον να παραδεχθή ότι ευρύσκεται προ παθολογικού παραληρήματος[137]. 
Η ένσταση του συγγραφέα είναι ότι τα στοιχεία της τέχνης που συγκλίνουν με την φρενοπάθεια, όπως η μανία του συμβόλου, η μυστικοπάθεια, η αοριστία, είναι χαρακτηριστικά όλων των τεχνών και δεν δικαιώνουν την αναζήτηση της γνώμης του ψυχιάτρου όσον αφορά την υγεία ή την νόσο των έργων τέχνης[138]. O Νιρβάνας παρόλο που έχει χαρακτηριστεί συχνά από την βιβλιογραφία ως συμβολιστής[139], φαίνεται να εκφράζει μια αρκετά αντικειμενική άποψη περί συμβολισμού, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες αλλά και τα θετικά που επέφερε στον καλλιτεχνικό τομέα το ρεύμα. Λέει χαρακτηριστικά:
Η τεχνοτροπία αυτή, παρ’όλας τας υπερβολάς, τας ακρότητας και τας παιδαριωδίας, τας οποιας επέφερεν η ψυχρά απομίμησις των μεγάλων διδασκάλων του είδους, παρά των ζητούντων, όπως εις πάσαν εποχήν, συρθώσιν όπισθεν του άρματος του νέου και του νεοφανούς, εάν ως σχολή καλλιτεχνική δεν επαρουσίασε την πλούσιαν άνθησιν και βιωσιμότητα των μεγάλων περιόδων της τέχνης, ακριβώς ένεκα μιας νόθου και ευγενικήν πνοήν εις την τέχνην των ημερών μας[140].
Ο συγγραφέας εκτός άπό το ρεύμα του συμβολισμού, φέρνει παράδειγματα συμβολιστών καλλιτεχνών, όπως ο Ζαν Mορεάς, o οποίος μετά την παρακμή του ρεύματος, ακουλούθησε διαφορετική τεχνοτροπία στα έργα του. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πως από την μια υπήρξε έκφυλος και έπειτα έχαιρε άκρας υγείας[141]. Στόχος είναι να αναδειχθεί για μια ακόμη φορά ο αντιεπιστημονισμός των εκφυλιστικών θεωριών της εποχής του. Κάνει επιπλέον λόγο για την μυστικοπάθεια που χαρακτήριζε ανέκαθεν την τέχνη, αναφέροντας το παράδειγμα της αρχαίας τραγωδίας και γενικώς της αρχαιοελληνικής τέχνης, που υπηρετούσε ένα θρησκευτικό μυστήριο[142]. Σημειώνει την πανάρχαια σύνδεση της τέχνης με την θρησκεία με καλλιτέχνες της Αναγέννησης, όπως ο Ντα Βίντσι και ο Μιχαήλ Άγγελος, που αναπαρέστησαν κατά κόρον την σύνδεση της τέχνης με τη  «μελλοντική» θρησκεία. Ο πρώτος έριξε το βλέμμα στην «άβυσσο της σάρκας» και δεύτερος «στην άβυσσο του πνεύματος»[143].
Προσεγγίζοντας σχολιαστικά τα έργα τους προκύπτει ότι ακόμη και οι «γίγαντες της Αναγέννησης» είναι «νοσηροί, μυστικοπαθείς, οπτασιασταί, κατεχόμενοι υπό της μανίας του συμβόλου και παρουσιάζοντες παθολογικόν παραλήρημα»[144]. Παρακολουθώντας τα έργα κάποιων από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των εποχών, όπως ο Γκαίτε, ο Σέλλινγκ, ο Βάγκνερ, ο Σέλλεϋ, ο Μπάιρον, βλέπει κανείς ότι «η δίψα του μυστηρίου και του συμβόλου» υπήρχαν ανέκαθεν στην τέχνη[145]. Ο Νιρβάνας δεν παραλείπει να αναφερθεί στον Νίτσε και το έργο του που προκάλεσε το ενδιαφέρον των φρενολόγων και χαρακτηρίστηκε παραληρηματικό. Ωστόσο, παραθέτει τα λόγια του Νίτσε, ο οποίος παραδέχεται ότι χρωστάει πολύ περισσότερα στη νόσο, απ’ότι στην υγεία[146].
Στο τελευταίο υποκεφάλαιο του δοκιμίου επαναλαβάνονται συνοπτικά οι λόγοι για τους οποίους δεν υπάρχει σταθερό κριτήριο που να καθορίζει τα όρια μεταξύ της τέχνης και της φρενοπάθειας. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους, για τους οποίους οι απόψεις της εκλαϊκευτικής θεωρίας του εκφυλισμού είναι μονομερείς και αντιεπιστημονικές, αναφέρει  ότι υπήρξαν και εκείνοι, οι οποίοι αμυνόμενοι κατά των εκφυλιστικών θεωριών, επιχειρηματολόγησαν υπέρ της υγείας του καλλιτέχνη[147]. Σημειώνει τα ονόματα τoυ Γερμανού  Χίρθ και των Γάλλων Ρισέ και Ριμπό. Ο Χίρθ προσπάθησε να αποδείξει τα σφάλματα που μπορεί να υποπέσει η μέθοδος της στατιστικής, με τους δυο Γάλλους να ασπάζονται την άποψή του. Ωστόσο ο Νιρβάνας δεν συμφωνεί ούτε με εκείνους, διότι επιχειρηματολογούν από την αντίθετη πλευρά, αφήνοντας ξανά τη φρενολογία να έχει λόγο στην αξιολόγηση των καλλιτεχνικών έργων. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι και αυτές οι θεωρίες χαρακτηρίζονται από τον ίδιο αντιεπιστημονισμό των εκφυλιστικών θεωριών.
Το δοκίμιο τελειώνει με τη διαπίστωση του συγγραφέα ότι η αναζήτηση του κριτηρίου μεταξύ τέχνης και φρενοπάθειας αποτελεί πλάνη, λόγω της μονομέριας των ειδικών και λογω του ότι το πνεύμα αντιμετωπίζεται ως σύστημα ενιαίο και μοναδικό. Αναφέρονται περιπτώσεις παροδικών παθήσεων, που οφείλονται σε διάφορα αίτια και οι οποίες αλλοιώνουν τη θρέψη ή διαταράσσουν το νοτικό σύστημα του ατόμου. Τέτοιου είδους παθήσεις αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ψυχικά άρρωστοι. Επομένως δεν έχει νόημα να υποβάλλεται το καλλιτέχνημα σε τέτοιου είδους αξιολογήσεις, καθώς «το καλλιτέχνημα υφίσταται ή δεν υφίσταται» και αυτό είναι που έχει σημασία[148].

Συμπεράσματα
Εξετάζοντας τα θεωρητικά δοκίμια του Πέτρου Αποστολίδη, που κάνουν λόγο για τη «φρεονοπάθεια» και τα ψυχικά «νοσήματα», προκύπτει ότι ο ίδιος αποτέλεσε έναν ευρυμαθέστατο λόγιο της εποχής του, που κατείχε μια βαθύτατη θεωρητική γνώση του αντικειμένου. Γνωρίζοντας ότι στα ελληνικά πράγματα η πρόοδος βάδισε με αρκετά αργούς ρυθμούς, αναγνωρίστηκαν τα ευρωπαϊκά αναγνώσματα του συγγραφέα, ώστε να καταφέρει να γράψει τα δυο δοκίμια.  Ωστόσο το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αποστολίδης ποτέ δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ιατρικό κομμάτι αλλά πάντοτε εμφανίζεται με την ιδιότητα του γιατρού-λογοτέχνη-λογίου.
Μελετώντας με προσοχή τα δύο δοκίμια είδαμε τη συνάντηση της λογοτεχνίας με την ιατρική ή όπως λεει και ο ίδιος της Αισθητικής με τη Φυσιολογία. Το δοκίμιο «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», παρότι μικρό στην έκταση μας δίνει αρκετά στοιχεία για την πρόοδο της ψυχιατρικής της εποχής και για την επίσημη ορολογία και τη συμπωματολογία των ψυχικών διαταραχών. Από την άλλη στο δοκίμιο «Τέχνη και φρενοπάθεια» ο κύριος στόχος του Νιρβάνα είναι ο αντίλογος απέναντι στις δημοφιλείς για την εποχή εκφυλιστικές θεωρίες. Παράλληλα, ο Νιρβάνας βρίσκει την ευκαιρία να υπερασπιστεί το κίνημα του Δημοτικισμού και το ρεύμα του Συμβολισμού, τα οποία θεωρεί ότι αδίκως τέθηκαν στο στόχαστρο της εποχής. Είναι σημαντικό ότι το κείμενο δεν είναι μεροληπτικό, αντιθέτως διέπεται από ένα μεγάλο βαθμό αντικειμενικότητας και επιστημονισμού, καθώς ό συγγραφέας υποστηρίζει τις απόψεις του με πλήθος παραδειγμάτων τόσο από τη λογοτεχνία όσο και από την ψυχιατρική.


Βιβλιογραφία

Θεωρητικά Δοκίμια

Νιρβάνας, «Τα νοσήματα της προσωπικότητος» στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σσ. 222-231.
Νιρβάνας, «Τέχνη και φρενοπάθεια» στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σσ. 171-221.

Γενική Βιβλιογραφία

Άγρας, Κριτικά, τόμος Α΄, επίμ: Κώστας Στεργιόπουλος, Ερμής: Αθήνα 1980.

Allen, Psychological Aesthetics, Henry S. King &Co.: London 1877

Αραμπατζίδου Λένα, Θέματα του αισθητισμού στην ελληνική πεζογραφία(1893-1912), Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσολονίκης: Θεσσαλονίκη 2002.

Βαλέτας Γιώργος, «Βιογραφικός – Χρονολογικός Πίνακας», Παύλος Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Α΄, Γιοβάνης: Αθήνα 1968, σ. κα΄-κβ΄.

Βλαβιανός Γ. Σιμωνίδης,  Νευρολογική και Ψυχιατρική Επιθεώρησις 1, Σεπτέμβριος 1902: Αθήνα.

Γκαίτε Βόλφγκανγκ, Φάουστ, μτφρ: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Εστία: Αθήνα 2013.

Διαμαντής Αριστίδης, Βλαδίμηρος Λάζαρος, «Από το πρωτόλειο ιατρικό συγγραφικό έργο του Νιρβάνα», Ανακοίνωση στο 11ο Πολυθεματικό Ιατρικό Συνέδριο Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2007, Τόμος Περιλήψεων σσ. 36-37.

Διαμαντής, Βλαδίμηρος, «Δύο πρωτότυπες, ψυχιατρικού ενδιαφέροντος, μελέτες του γιατρού του Πολεμικού Ναυτικού Παύλου Νιρβάνα», Medicus Hippocraticus 13, 2009, σσ. 42-50.


Λυπουρλής Δημήτριος, Ιπποκρατική Ιατρική: Όρκος, Περί ιερής νούσου, Περι αέρων  υδάτων τόπων, Προγνωστικόν, Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1983.

Καζολέα-Ταβουλάρη Παναγιώτα, Η ιστορία της ψυχολογίας στην Ελλάδα (1830-1987),  Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο: Αθήνα 2001.

Κουσουνής Α.- Κουσουνής Σ.-Μανδύλα Μ., «Στοιχεία ψυχικής υγείας μέσα από την αρχαία ελληνική γραμματεία» στον τόμο Περί ψυχής. Η ιστορία της ψυχιατρικής και της νευρολογίας από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, επίμ: Χριστοπούλου-Αλετρά Ελένη, Πανελλήνια Εταιρεία – Ιατρικές και Επιστημονικές Εκδόσεις Σιόκης: Θεσσαλονίκη, 2007, σσ. 1-5.

Μητσάκης Μιχαήλ, Εις τον οίκον των τρελλών, επίμ: Γ. Παπακώστας, Πατάκη: Αθήνα  2004.

Benoit-Dusausoy Annick, Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, επίμ: G. Fontaine, μτφρ: A. Zήρας κ.ά., τόμος Β΄, Σοκόλη: Αθήνα 1999.
Bleuler Eugene, Dementia Praecox oder Gruppe der Schizophrenien, Franz Deuticke: Leipzig – Wien 1911.

Νιρβάνας Παύλος, Άπαντα, επίμ. Βαλέτας, τόμος Α΄- Ε΄, Γιοβάνης: Αθήνα 1968.

Ντοστογιέφσκι Φιοντόρ, Το υπόγειο μτφρ: Γ. Σημηριώτης, Κοροντζής, Αθήνα, 2005.

Ουράνης Κώστας , Κάρολος Μπωντελαίρ:κριτική μελέτη, Γράμματα: Αλεξάνδρεια 1918.

Πλουμπίδης Δημήτρης, ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Η παραδοσιακή συμπετιφορά απέναντι στους ψυχοπαθείς και τα ψυχιατρικά ιδρύματα του 19ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, Καποδιατριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών: Αθήνα 1981.

Πλουμπίδης, Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα, Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920, Σύγχρονα Θέματα/Τρίασπις Λόγος 1: Θεσσαλονίκη 1989.

Πολυχρονάκης Δημήτρης, Πιερότοι ποιητές στην εποχή της παρακμής. Το γέλιο ως επιθανάτιος ρόγχος, Αλεξάνδρεια: Αθήνα 2015.

Πουλάκου-Ρεμπελάκου Ε., Τσιάμης Κ., Παντελεάκος Γ., Πλουμπίδης Δ., «Ο ψυχικά άρρωστος ως „θέαμα“ στους αθηναϊκούς δρόμους. Ιστορικές και λογοτεχνικές μαρτυρίες από την πρωτεύουσα στα τέλη του 19ου αιώνα τις αρχές του 20ου αιώνα,  Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 26, 2009, σσ. 536-543.
Sully James, Sensation and Intuition: Studies in Psychology and Aesthetics, Henry S. King &Co: London 1874.
Σαχίνης Απόστολος, Η πεζογραφία του αισθητισμού, Εστία: Αθήνα 1981.

Strohschneider-Kohrs, Die romantische Ironie in Theorie und Gestaltung, Tϋbimgen, Niemeyer, 1997.



[1] Βαλέτας, «Εισαγωγή» στο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Α΄, Γιοβάνης: Αθήνα 1968,  σσ. κα-κβ.
[2] Διαμαντής, Βλαδίμηρος, «Δύο πρωτότυπες, ψυχιατρικού ενδιαφέροντος, μελέτες του γιατρού του Πολεμικού Ναυτικού Παύλου Νιρβάνα», ό.π., σ. 42. Όπως σημειώνουν οι μελετητές σε υποσημείωση: Στον τόμο πρακτικών του συγκεκριμένου συνεδρίου: Πρακτικά του Β΄ Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου. Τυπογραφείον Μ. Ι. Σαλίβερου. Εν Αθήναις 1903, η προφορική παρέμβαση του Νιρβάνα για τις διάφορες μορφές ψυχασθένειας, όπως και η πρότασή του για ίδρυση ψυχολογικού εργαστηρίου, δεν δημοσιεύθηκαν. Αντλήσαμε την πολύτιμη πληροφορία, από τη δημοσίευση των ανακοινώσεων του συνεδρίου του 1903 στο περιοδικό: Ιατρική Πρόοδος 8, 1903, σ. 206.
[3] Κουσουνής-Κουσουνής-Μανδύλα, «Στοιχεία ψυχικής υγείας μέσα από την αρχαία ελληνική γραμματεία» στον τόμο Περί ψυχής. Η ιστορία της ψυχιατρικής και της νευρολογίας από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, επίμ: Χριστοπούλου-Αλετρά Ελένη, Πανελλήνια Εταιρεία – Ιατρικές και Επιστημονικές Εκδόσεις Σιόκης: Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 1.
[4] Λυπουρλής, Ιπποκρατική Ιατρική: Όρκος, Περί ιερής νούσου, Περι αέρων  υδάτων τόπων, Προγνωστικόν, Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 194-246.
[5] Szasz, Η βιομηχανία της τρέλας, επίμ - μτφρ: Κλεἀνθης Γρίβας, Εκδοτική Θεσσαλονίκης: Θεσσαλονίκη 2006, σ. 35.
[6] Καραβάτος, «Η ανάδυση της έννοιας «ψυχική νόσος» στον ευρωπαικό πολιτισμό», Νεύσις 9, 2000, σσ. 57-74.
[7] Σ. Γ. Βλαβιανός,  Νευρολογική και Ψυχιατρική Επιθεώρησις 1, Σεπτέμβριος 1902: Αθήνα, σ. 1.
[8] «Πρωτοδημοσιεύτηκε χωρίς να βγει σε ξεχωριστό ανάτυπο στο περιοδ. Νέον Πνεύμα», έτος Β΄ του 1894 σε δυο συνέχειες σσ. 258-268 και 354-364» βλ στο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σ. 613.
[9] Σύμφωνα με τον Βαλέτα κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό φυλλάδιο με τον τίτλο «Φυσιολογική Αισθητική. Τέχνη και φρενοπάθεια» με το πραγματικό όνομα του συγγραφέα. Ο τίτλος βέβαια είναι ίδιος και στην πρώτη έκδοση του έργου και δίπλα στο κανονικό του όνομα, σε παράνθεση αναγράφεται το φιλολογικό του ψευδώνυμο «Παύλος Νιρβάνας» βλ.  Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σ. 612.
[10] Βαλέτας, «Εισαγωγή» στον Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Α΄, ό.π., σ. ιζ.
[11] Νιρβάνας, «Τα νοσήματα της προσωπικότητος» στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σ. 231.
[12] Ό.π., σ. 231.
[13] Ό.π.
[14] «Έκθεσις προς την Βουλήν περί συστάσεως φρενοκομείων» του υπουργού Χρ. Χριστόπουλου (1861) παρατίθεται στο Πλουμπίδης, Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα, Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920, Σύγχρονα Θέματα/Τρίασπις Λόγος 1: Θεσσαλονίκη 1989, σ. 127.
[15] Πλουμπίδης, ό.π., σ. 125.
[16] Βλ. Παράρτημα 1, στο Πλουμπίδης, ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Η παραδοσιακή συμπετιφορά απέναντι στους ψυχοπαθείς και τα ψυχιατρικά ιδρύματα του 19ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, Καποδιατριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών: Αθήνα 1981, σσ. 171-178.
[17] Ό.π., σ. 79.
[18] Πλουμπίδης, ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Η παραδοσιακή συμπετιφορά απέναντι στους ψυχοπαθείς και τα ψυχιατρικά ιδρύματα του 19ου αιώνα, ό.π., σ. 90.
[19] Ο.π., σ. 130.
[20] Βλ. Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Τσιάμης, Παντελεάκος, Πλουμπίδης, «Ο ψυχικά άρρωστος ως „θέαμα“ στους αθηναϊκούς δρόμους. Ιστορικές και λογοτεχνικές μαρτυρίες από την πρωτεύουσα στα τέλη του 19ου αιώνα τις αρχές του 20ου αιώνα,  Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 26, 2009, σσ. 536-543.
[21] Νιρβάνας, «Εις τρελλός» στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Ε΄, ό.π., σ. 73.
[22] Ό.π., σ. 74.
[23] Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, επίμ: Γ. Παπακώστας, Πατάκη: Αθήνα  2004, σσ. 81-85.
[24] Νιρβάνας, «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 223. Από δω και στο εξής οι παραπομπές στο παρών δοκίμιο του Νιρβάνα θα γίνονται στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σσ. 222-231.
[25] «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 224.
[26] Νιρβάνας, «Εις τρελλός», ό.π., σ. 74.
[27] Ό.π., σσ. 74-75.
[28] Ό.π., σ. 222.
[29] Ό.π.
[30] Ό.π.
[31] Ό.π.
[32] Ό.π. σ. 223.
[33] Ό.π.
[34] Ό.π.
[35] Ό.π., σ. 222.
Ο Νιρβάνας παραπέμπει στην μετάφραση του Βικέλα: Αμλέτος, πράξις Β’, σκηνή β΄, Μετάφρασις Δ. Βικέλα.
[36] Ό.π., 223.
[37] Ό.π.
[38] Ό.π.
[39] Ό.π.
[40] Benoit-Dusausoy, Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, επίμ: G. Fontaine, μτφρ: A. Zήρας κ.ά., τ. Β΄, Σοκόλη: Αθήνα 1999, σ. 345.
[41]Αραμπατζίδου, Θέματα του αισθητισμού στην ελληνική πεζογραφία(1893-1912), Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσολονίκης: Θεσσαλονίκη 2002, σ. 72.
[42] «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 224.
[43] Ό.π.
[44] Ό.π.
[45] Ό.π., σ. 225.
[46] Ό.π.
[47] Νιρβάνας, «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σσ. 225-226.
[48] Ό.π., σ. 226.
[49] Ό.π.
[50] Γκαίτε, Φάουστ, μτφρ: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Εστία: Αθήνα 2013, σ. 39.
[51] «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 227.
[52] Ό.π.
[53] Καζολέα-Ταβουλάρη, Η ιστορία της ψυχολογίας στην Ελλάδα (1830-1987),  Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο: Αθήνα 2001, σ. 23.
[54] Πολυχρονάκης, Πιερότοι ποιητές στην εποχή της παρακμής. Το γέλιο ως επιθανάτιος ρόγχος, Αλεξάνδρεια: Αθήνα 2015, σ. 89, o οποίος παραπέμπει στο I. Strohschneider-Kohrs, Die romantische Ironie in Theorie und Gestaltung, Tϋbimgen, Niemeyer, 1997, σ. 88.
[55] Πολυχρονάκης, ό.π., σ. 90.
[56] Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο μτφρ: Γ. Σημηριώτης, Κοροντζής, Αθήνα, 2005, σ. 48.
[57] Άγρας, Κριτικά, τόμος Α΄, επίμ: Κ. Στεργιόπουλος, Ερμής: Αθήνα 1980, σ. 37.
[58] Ουράνης, Κάρολος Μπωντελαίρ:κριτική μελέτη, Γράμματα: Αλεξάνδρεια 1918, σ. 9.
[59] «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 227.
[60] Ό.π.
[61] Ό.π., σσ. 227-228.
[62] Ό.π., σ. 228.
[63] Ό.π., σ. 229.
[64] Ό.π.
[65] Amiel, Αmiel΄s Journal Intime
[66] «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 230.
[67] [Charles Marie René Leconte de Lisle]/
[68] «Τα νοσήματα της προσωπικότητος», ό.π., σ. 230.
[69] Bleuler, Dementia Praecox oder Gruppe der Schizophrenien, Franz Deuticke: Leirzig – Wien 1911.
[70] Νιρβάνας, «Τέχνη και φρενοπάθεια» στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σ. 214. Από δω και στο εξής οι παραπομπές στο παρών δοκίμιο του Νιρβάνα θα γίνονται στον τόμο Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄, ό.π., σσ. 171-221.
[71] Ό.π.
[72] Ο.π., σ. 172.
[73] Καζολέα-Ταβουλάρη, ό.π., σ. 17.
[74] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σ. 173.
[75] Ο συγγραφέας για να δείξει την συνεργασία των διαφορετικών επιστημονικών κλάδων στην μελέτη των καλλιτεχνικών φαινομένων, τοποθετεί στη σειρά τα ονόματα των: [Charles] Darwin, [Wilhlelm] Wundt,[James] Sully, [Charles] Spencer,[Grant] Allen, [Hipollite] Taine [Remy de] Gourmont, [Jean-Marie] Guyau και [Alfred Jules Émile] Fouillée βλ. Νιρβάνας, ό.π., σ. 174.
[76] Ό.π., σ. 214.
[77] Ό.π., σ. 174.
[78] Αποστολίδης, Αι Ψυχώσεις Μελέται ιατρικαί κοινωνιολογικαί και φιλοσοφικαί περί φρενοπαθειών, Νικολάος Γ. Ιγγλέσης: Αθήνα  1889.
[79] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σ. 175.
[80] Ό.π., σ. 176.
[81] Ό.π., σ. 177.
[82] Ό.π., σ. 176.
[83] Ό.π., σ. 177.
[84] Ό.π.
[85] Ό.π.
[86] Ό.π., σσ. 177-178.
[87] Σημειώνει τα ονόματα των Darwin, Wundt, Taine, Spencer, Allen, Sully, [Alfred] Binet, [Albertelli] Pilo, οι οποίοι μελέτησαν την ψυχολογία των αισθητικών αισθημάτων βλ. Ό.π., σ. 179.
[88] Αναφέρεται στο κεφάλαιο «Οn the Possibility of a science of Aesthetics» στο έργο Sully, Sensation and Intuition:Studies in Psychology and Aesthetics, Henry S. King &Co., London 1874, σ. 336-372.
[89] Αναφέρεται στο έργο του Allen, Psychological Aesthetics, Henry S. King &Co.: London 1877.
[90] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σσ. 180-181.
[91] Ό.π., σ. 182.
[92] Ό.π., σ. 183.
[93] Ό.π.
[94] Ό.π.
[95] Ό.π., σ. 184.
[96] Ό.π., σ. 187.
[97] Ό.π., σ. 185.
[98] Ό.π., σ. 184.
[99] Ό.π., σ. 185.
[100] Ό.π., σσ. 185-186.
[101] Ό.π.
[102] Ο Γάλλος Janet αποτέλεσε γνωστό ψυχοπαθολόγο της εποχής, ο οποίος εισηγήθηκε την έννοια της ψυχικής αποσύνθεσης όσον αφορά τις νευρώσεις και μελέτησε ιδιαίτερα το φαινόμενο της διπλής προσωπικότητας βλ. Καζολέα-Ταβουλάρη, ό.π., σ. 23.
[103] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σ. 186.
[104] Ό.π., σ. 187.
[105] Ό.π.
[106] Ό.π.
[107] Ό.π., σσ. 187-188.
[108] Ό.π. σ. 188.
[109] Ό.π. σ. 189.
[110] Ο Aldred Binet αποτελεί μια ακόμη εξέχουσα μορφή της γαλλικής ψυχολογίας και έναν από τους πρωτοπόρους ερευνητές του ψυχολογικού εργαστηρίου της Σορβόννης βλ. Καζολέα-Ταβουλάρη, ό.π., σ. 22.
[111] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σ. 189.
[112] Ό.π.
[113] Πλουμπίδης, ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Η παραδοσιακή συμπετιφορά απέναντι στους ψυχοπαθείς και τα ψυχιατρικά ιδρύματα του 19ου αιώνα, ό.π., σ. 154.
[114] Ό.π., σ. 190.
[115] Ό.π., σ. 192.
[116] Ό.π.
[117] Ό.π., σ. 193.
[118] Ό.π., σ. 190.
[119] Ό.π.
[120] Ό.π., σ. 193.
[121] Μάλιστα αναφέρει πλήθος γνωστών προσώπων: Επιληπτικοί ήσαν ο Μωάμεθ, ο Πετράρχης, ο Τάσσος, ο Μολιέρος, ο Γουσιανός, ο Φλωμπέρ. Προϊόντες παραλυτικοί ο Νίτσε, ο Γκυ Δε Μωπασάν. Μελαγχολικός ο Ζολά[…], ο Ζεράν δε Νερβάλ, καταλήξας εις αυτοκτονίαν, ο Ρουσσώ, ο Πασκάλ, ο μέγας Γκαίτε, ο Βύρων, ο Μπετόβεν, ο Λεοπάρδης […] Ανισόρροποι πλείστοι ποιηταί, μουσικοί και ζωγράφοι, εκ των οποίων τυχαίως λαμβάνομεν τα ονόματα του Βωδελαίρ, του Δονιζέτη, του Σούμαν[…] Αλκοολισταί ο Μυσσέ, ο Μυρζέ, ο Έδγαρ Πόε και ο Σολωμός και πλείστοι άλλοι[…] Ως ψευδαισθητικοί πρέπει να χαρακτηρισθώσιν, ο Ησαιίας, ο Ουγκώ, ο Δάντης, ο Βαλζάκ, ο Δελακρουά.  Ό.π., σσ. 195-196.
[122] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σ. 194.
[123] Ό.π., σ. 195.
[124] Ό.π., σ. 198.
[125] Ό.π., σ. 197.
[126] Ό.π., σ. 198.
[127] Ό.π., σ. 200.
[128] Ό.π., σ. 199.
[129] Ό.π.
[130] Ό.π., σσ. 199-200.
[131] Ό.π., σ. 200.
[132] Ό.π.
[133] Ό.π. σ. 201.
[134] Ό.π.
[135] Ό.π., σ. 202.
[136] Ό.π., σ. 203.
[137] Ό.π., σσ. 203-204.
[138] Ό.π., σ. 204.
[139] Βλ. Σαχίνης, Η πεζογραφία του Αισθητισμού, Εστία: Αθήνα 1958, σσ. 246-283 και  Αραμπατζίδου, Αισθητισμός: η νεοελληνική εκδοχή του κινήματος, Θεσσαλονίκη: Μέθεξις, 2012, σσ. 149-157.
[140] «Τέχνη και φρενοπάθεια», ό.π., σ. 203.
[141] Ό.π., σ. 208.
[142] Ό.π., σ. 209.
[143] Ό.π., σ. 210.
[144] Ό.π.
[145] Ό.π., σσ. 210-211.
[146] Ό.π., σσ. 211-212.
[147] Ό.π., σ. 215.
[148] Ό.π., σ. 220.

1 σχόλιο: