Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019


Ένα κειμενο μελέτημα του 

Επαμεινώνδα Καζόλη

επάνω στο κειμενο

 "Συννεφιάζει" 

του Μενέλαου Λουντέμη  

μια μελέτη σχετικά με την απεικόνιση του "Τούρκου" στο έργο του Λουντέμη




ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΑΖΟΛΗΣ

Ο Επαμεινώνδας Καζόλης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1995 και μεγάλωσε στη Λήμνο. Το 2019 αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. 


Επαμεινώνδας Καζόλης


"Συννεφιάζει"
του
Μενέλαου Λουντέμη
-Η απεικόνιση του Τούρκου στο έργο του-


Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (Αργυρίου Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, τ.β.) ή στο χωρίο Αγία Κυριακή του Αιγιαλού της Μικράς Ασίας το 1906 ή (σύμφωνα με τον Πετρόπουλο) το 1912. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τάκης Βασιλιάδης. Με την οικογένεια του ήρθε στην Ελλάδα με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922 στο χωριό Εξαπλάτανο και φοίτησε στο γυμνάσιο της Έδεσσας από όπου και αποβλήθηκε λόγο των πολιτικών του πεποιθήσεων το 1929 και του αρνήθηκε η είσοδος σε όλα τα Γυμνάσια της χώρας. Ήδη από το 1927 πρωτοδιμοσιεύει διηγήματα σε τοπικές εφημερίδες της Έδεσσας. Το ψευδώνυμο Λουντέμης το πρωτοχρησιμοποιεί το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Από πολύ νεαρή ηλικία αναγκάστηκε να δουλέψει σε πλήθος βιοποριστικών επαγγελμάτων όπως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Από την Έδεσσα πήγε στην Αθήνα όπου συνδέεται με λογοτέχνες της εποχής και παρακολουθεί μαθήματα στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών ως ακροατής χάρη στην φιλία του με τον  καθηγητή Νικόλαο Βέη και θα γίνει μέλος της Eταιρίας Eλλήνων Λογοτεχνών. Είναι ένας από τους πολυγραφότερους  Έλληνες λογοτέχνες και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Εντάσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, γράφοντας για πρόσωπα του κοινωνικού περιθωρίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τον ενδιέφερε η Τέχνη αλλά η αλήθεια και η Ζωή (Παναγιωτόπουλος, Ανήσυχα χρόνια, από Αργυρίου Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας τομ Β΄).

Σε αυτή την εργασία θα μας απασχολήσουν τα πρώτα κεφάλαια του έργου ‘Συννεφιάζει’. Στα κεφάλαια αυτά θα εξετάσουμε την απεικόνιση των Τούρκων, συγκεκριμένα των προσφύγων που εγκαταλείπουν την Ελλάδα εξαιτίας της Συνθήκης της Λοζάνης και θα εστιάσουμε στη σχέση του ήρωα/αφηγητή με ένα δεκάχρονο Τουρκόπουλο τον Σουκρή. Θα δούμε αν συνάδει η απεικόνιση με τις στερεοτυπικές απεικονίσεις, που είτε προέρχονται από τη λογοτεχνία είτε τη λαϊκή παράδοση, ή αν ο συγγραφέας προσπαθεί να σπάσει τις νόρμες του κοινωνικού φαντασιακού αναδημιουργόντας την εικόνα το ξένου.

Το μυθιστόρημα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1946 στην Αθήνα την ίδια εποχή που ξεσπάει στην Ελλάδα ο εμφύλιος πόλεμος, που θα στείλει τον συγγραφέα του στην εξορία. Εδώ μνημονεύεται η 17η έκδοση του 1977. Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τον πρωταγωνιστή να δουλεύει σε ένα εργαστήρι τούβλων. Εκεί θυμάται τα δυσάρεστα γεγονότα που τον έφεραν σε αυτή τη δουλειά. Μας αφηγείται πως πριν πάει σε αυτή τη δουλειά ήταν πλανόδιος πωλητής ροδάκινων στο Βερτεκόπι στο σταθμό των τρένων την εποχή που λαμβάνει χώρα η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Εκεί βρίσκει για παραγιό και συνέταιρο ένα δεκάχρονα Τούρκο, τον Σουκρή. Τον ξεχώρισε για την τιμιότητά του και τον πήρε να δουλεύουν μαζί και έγιναν καλή φίλοι μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Η φιλία τους όμως δεν κρατάει καθώς την ημέρα που, μετά από μήνες, παίρνουν τις τούρκικες οικογένειες με το τρένο ο Σουκρής σκοτώνεται στις ράγες προσπαθώντας να φτάσει στο τρένο.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί ο αναγνώστης στο απόσπασμα αυτό σχετικά με την σχέση Ελλήνων-Τούρκων, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζει διαλόγους που κάνουν ανώνυμα πρόσωπα εκπροσωπόντας και τα δύο σύνολα είναι η ισότητα με την οποία τους παρουσιάζει. Ο Λουντέμης, παρ’ ότι πρόσφυγας και ο ίδιος, δεν στρέφεται σε αναμνήσεις από την γενέτηρά του όπως πολλοί άλλοι λογοτέχνες της ίδιας γενιάς με κοινές καταβολές και βιώματα. Αντίθετα εστιάζει στη συνάντηση των δύο μετακινούμενων πληθυσμών και δεν δέχεται να κάνει διακρίσεις ανάμεσα τους. Βλέπει και στις δύο πλευρές ανθρώπους που έχουν χάσει όλα όσα ήξεραν και προσπαθούν να κατανοήσουν ποια μοίρα τους οδήγησε σε αυτή τη θέση. (-Εμείς δε φταίμε, αρκαντάς, δε το θέλαμε. Ο  Αλλάχ ας το πει.  -Αμάν... κι εμείς δε το θέλαμε αδέλφια. Κιαμήλ! Να το μαντήλι μου... βάλτο παντιέρα σε μια καλαμποκιά.  -Αχ...! Να και συ το φέσι μου Βαγγέλ... βάλε το σκούφια στο μποστάνι σου να φευγατίζεις τις κουρούνες.  - Ποιός είναι ο άπονος που μας το κανε;  -Μπιλέμ (δε ξέρω) Απ’ τον Αλλάχ να το βρει. (Απόσπασμα από την 17η έκδοση σελ. 12)).

Η επιλογή του Λουντέμη να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη στιγμή είναι μάλλον εξαίρεση στο σύνολο της πεζογραφίας που ασχολείται με τη Μικρασιατική καταστροφή (πράγματι οι περισσότεροι από τους Μικρασιάτες λογοτέχνες ενδιαφέρονται κυρίως για την δικιά τους περιπέτεια ως οικογένειες ή ως Ελλήνων, αφήνοντας τους Τούρκους που πήραν την αντίθετη κατεύθυνση στην αφάνεια). Δεν είναι όμως παράξενη για το έργο του ίδιου του Λουντέμη ειδικότερα. Όπως αναφέρθηκε στα βιογραφικά του στοιχεία τον ενδιέφερε περισσότερο η καταγραφή των αληθινών γεγονότων παρά η παραγωγή ενός έργου Τέχνης. Ακόμα πιο έντονο αυτό γίνεται από την απόδοση κοινής ιδιότητας (αγρότες) στους πρόσφυγες και βάζοντας τους να καταλαβαίνουν απόλυτα ο ένας τον άλλο. Στην αίσθηση αδελφοσύνης που πλέκει στο έργο του ο Λουντέμης θα μπορούσε να διακρίνει κανείς σημάδια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού: τα πρόσωπα προέρχονται από το αγροτικό προλεταριάτο και δεν έχουν λόγο στις αποφάσεις που ορίζουν τη μοίρα τους.
Οι ντόπιοι, όσοι Έλληνες δηλαδή δεν ήταν και εκείνη πρόσφυγες από την Ανατολία, φαίνεται να αγνοούν επιδεικτικά τους Τούρκους που φεύγουν. Έτσι τουλάχιστον μπορούμε να συμπαιράνουμε από την αντιμετώπισή τους προς τη γιαγιά (βάβω) του Σουκρή όσο έψαχνε για τσιγάρα.

Φυσικά είναι πολύ πιο εύκολο να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για ένα Τούρκο όταν αυτός είναι κύριος χαρακτήρας στη πλοκή του έργου. Αυτόν το ρόλο εδώ επιτελεί ο Σουκρής. Δέκα χρονών, ορφανός από πατέρα είναι ο μόνος άντρας της οικογένειας και προσπαθεί να φροντίσει για τη γιαγιά του (που της αρέσει το κάπνισμα) και τη μητέρα του που δουλεύει για να επιβιώσει η οικογένεια στο ταξίδι προς τη νέα άγνωστη πατρίδα τους και πρώην πατρίδα του αφηγητή. Με μαύρα χέρια (αλλά αυτό διορθώνεται λέει ο αφηγητής) και δέρμα, με χοντρά χείλια και τίμια μάτια. Την πρώτη φορά που συναντιούνται ο ήρωας θέλει να του δώσει ένα από τα πιο καλά ροδάκινα του αλλά αυτός επιλέγει ένα από τα άγουρα, που δε θ τα έπαιρνε κανείς. Την αμέσως επόμενη πάει και τον βρίσκει και του προτείνει να τον πάρει για παραγιό αλλά ο ήρωας/αφηγητής του λέει μόνο για συνέταιρο, εντυποσιασμένος καθώς φαίνεται, από την τιμιότητα. Γρήγορα η σχέση τους γίνεται φιλική καθώς μοιράζονται τα πάντα από τα κέρδη στο φαγητό και ο ήρωας φτάνει στο σημείο να αγοράσει ένα καινούργιο τσιγάρο για τη γιαγιά του φίλου του. Μαζί έχουν συζητήσεις από τις οποίες μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο ήρωας υπερτερεί του Σουκρή σε επίπεδο γνώσεων. Του εξηγεί για τα τρένα και τα βαπόρια και τη θάλασσα πράγματα που ο Σουκρής δεν είχε ξαναδεί καθώς ζούσε στο κάμπο της Έδεσσας, μακρυά από τη θάλασσα και δίχως μέχρι τότε να έχει ταξιδέψει. Ένα χαρακτηριστικό μοτίβο τον έργων που αναφέρονται στη μετακίνηση των πληθυσμών εκείνης της περιόδου, που είδαμε και πιο πάνω στο κείμενο, είναι να ζητούν οι μεν (κυρίως οι Έλληνες/Χριστιανοί) χάρες σχετικές με το σπίτι που έμεναν και τώρα το εγκατέλειψαν, από αυτούς που πρόκειται να πάνε εκεί. Εδώ ο ήρωας ζητάει από τον Σουκρή να πάει στη σοφίτα του σπιτιού του και να ξεζέψει ένα χρυσό τζιτζίκι, γιατί είχε φύγει βιαστικά και δεν μπόρεσε να το λύσει. Εδώ γίνεται και αναφορά στη παλιά πατρίδα του συγγραφέα, Σταμπούλ, που αν ταυτίζαμε τον ήρωα αφηγητή με τον συγγραφέα μπορούμε να το εκλάβουμε ως αυτοβιογραφικό στοιχείο.

Όταν ο αφηγητής γνωρίζει τη γιαγιά του Σουκρή τον καλοτυχίζει ως πλούσιο και ευτυχισμένο γιατί βλέπει πως έχει ανθρώπους που νοιάζονται γι’ αυτόν και τον αγαπάνε ενώ αυτός δεν έχει κανέναν στον κόσμο που να τρέμει γι αυτόν, όπως λέει χαρακτηριστικά. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που δείχνει τη σχέση και την αντίληψη που είχαν για τους Τούρκους πλέον οι λογοτέχνες που προέρχονταν από την περιοχή της Μικράς Ασίας και είχαν ζήσει για καιρό κοντά τους. Δεν είναι ο προαιώνιος αντίπαλος και ο βάρβαρος, ανίκανος για ανθρώπινα συναισθήματα αγάπης και οίκτου, κάτι που συναντάμε κατά κόρον στη λογοτεχνία του προηγούμενου αιώνα (κυρίως βέβαια από λογοτέχνες από το απελευθερωμένο ελληνικό κράτος, αλλά όχι και χωρίς εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα ο Διάβολος εν Τουρκία του Στέφανου Ξένου (1851)), αλλά ο γείτονας και φίλος, ο άνθρωπος που ζούσε κοντά τους και ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς τους.

Στο επόμενο κεφάλαιο παρουσιάζεται εν συντομία η λιτή επιχειρηματική ζωή τους μέχρι τη στιγμή που τους ανακοινώνουν ότι έφτασε η ώρα για τους Τούρκους να πάρουν το δρόμο προς την Τουρκία και τα νέα τους σπίτια. Ένας ακόμα διάλογος πριν ξεκινήσουν λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον ήρωα και τον Σουκρή, σχετικά με τις κοπέλες. Ο Σουκρής μικρός ακόμα δεν είχε πολλές σχέσεις με άτομα του αντίθετου φύλου εκτός οικογενείας και κοντά στην ηλικία του και αναρωτιέται τι πρέπει να κάνει ώστε να κερδίσει τη καρδιά μιας κοπέλας και να τον αφήνει και αυτόν όπως λέει να της τραβάει τα μαλλιά που τα προτιμάει ξανθά (σύμβολό καθώς είναι, το ξανθό μαλλί, της ομορφιάς). Ο πρωταγωνιστής του αφηγείται τη δικιά του περιπέτεια και παραξενεύεται να μάθει από το Σουκρή πως τα κορίτσια που ξέρει δεν αφήνουν τους άντρες να δουν το πρόσωπο και τα μαλλιά τους, έτσι που δεν ξέρει κανείς αν είναι όμορφες (αναφορά έχουμε εδώ στο έθιμο των μουσουλμάνων να φοράνε οι κοπέλες μαντήλα από μια συγκεκριμένη ηλικία και μετά μπροστά σε όλους τους άντρες εκτός οικογένειας). Οι ήρωες μάλιστα αναρωτιούνται αν είναι άρρωστα (δείγμα πιθανώς της μικρής ηλικίας και των δύο).

Το δεύτερο κεφάλαιο τελειώνει με τον θάνατο του Σουκρή στις ράγες του σταθμού. Ο ήρωας/αφηγητής αναρωτιέται αν θα μπορέσει ο φίλος να μπει στον παράδεισο μιας και ο Θεός του δεν είναι πλέον σε αυτό τον τόπο εξαιτίας του διωγμού των πιστών του και ο ίδιος δε μιλάει τη γλώσσα του Θεού των χριστιανών. Έτσι σπάει πάλι τη νόρμα παρακαλώντας τον δικό του Θεό να επιτρέψει στον Σουκρή την είσοδο στον παράδεισο.

Η γλώσσα του κειμένου είναι δημοτική, αυτή που μιλούν τα λαϊκά στρώματα, δίχως επιτήδευση και λόγια στοιχεία. Υπάρχουν στοιχεία μιας «μάγκικης διαλέκτου» που μεταχειρίζεται ο ήρωας/αφηγητής, γεγονός που τον εντάσσει στο περιθώριο άνθρωποι μιλούν ανοιχτά και κατανοητά με μόνο ένα χαρακτήρα τον Δημήτρο, έναν εργάτη στις σιδηροδρομικές γραμμές. Αυτός μιλάει με υπαινιγμούς και κάνει σχόλια που δεν είναι εύκολα κατανοητά από τους υπόλοιπους, γεγονός που του έχει δώσει κακή φήμη ανάμεσα στους κατοίκους της περιοχής. Στον αναγνώστη που έχει υπ’ όψιν του τη πολιτική κατεύθυνση του Λουντέμη οι υπαινιγμοί αυτοί εύκολα μπορούν να γίνουν κατανοητοί μιας και σχολιάζει την εκμετάλλευση των φτωχών και των εργατών από του πλούσιους οι οποίοι πλούσιοι πάσχουν από την αρρώστια του πάχους.
Όλοι οι χαρακτήρες του έργου, Έλληνες και Τούρκοι, συνεννοούνται μεταξύ τους με μια γλώσσα που παρουσιάζεται μέσα στο κείμενο ως ένα κράμα ελληνικών και τούρκικων. Κάνεις από τους δύο λαούς δεν έχει πρόβλημα να καταλάβει ή και να χειριστεί ακόμα, λεξιλόγιο της άλλης γλώσσας. Αυτό ενισχύει τη θετική εικόνα του άλλου που γεννάει αυτό το έργο. Και οι δύο πληθυσμοί έχουν ζήσει κοντά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που ελαττώνει τις γλωσσικές διαφορές.
Αναφορά στον Θεό ως Αλλάχ έχουμε μόνο όταν μιλάνε Τούρκοι. Ο αφηγητής, ακόμα και όταν κάνει επίκληση για τον θάνατο του φίλου του, χρησιμοποιεί τη λέξη Θεός.
 Χαρακτηρισμούς προς τον Άλλο έχουμε μόνο στη περίπτωση αφηγητή-Σουκρή όπου τον χαρακτηρίζει μαύρο με άσχημα χείλια. Αυτοί οι χαρακτηρισμοί πρέπει να ληφθούν καλοπροαίρετα από τον αναγνώστη εφόσον παντού τονίζεται οι φιλία που υπήρχε ανάμεσα τους και η τιμιότητα του Σουκρή που λειτουργεί ως μια αντίθεση σχέση με την εξωτερική του εμφάνιση. Εξάλλου μαύρος είναι επειδή οι συνθήκες τον έχουν αναγκάσει να ζεί κάτω από μια σκαμιά (μουριά).

Αναφορές υπάρχουν και σε στοιχεία του πολιτισμού των Τούρκων. Ένα παράδειγμα είναι η περιγραφή της προσευχής που κάνουν όταν μαθαίνουν πως ήρθε η ώρα να συνεχίσουν το ταξίδι τους, με τον μουλά να είναι στο επίκεντρο και τους υπόλοιπους να ακολουθούν το παράδειγμα του έχοντας βγάλει τα παπούτσια, κατά την μουσουλμανική πρακτική. Προσεύχονται να έχουν τη βοήθεια του Θεού στον δρόμο που πρόκειται να πάρουν και ο αφηγητής βλέποντας τον μουλά τυλιγμένο με τους καπνούς από τις ατμομηχανές τον παρομοιάζει με Έλληνα άγιο.

Ήδη αναφέραμε τη μουσουλμανική συνήθεια για τις γυναίκες να καλύπτουν το πρόσωπό τους. Άλλο στοιχείο μέσα στο κείμενο σχετικά με τον τουρκικό πολιτισμό είναι η αναφορά του Δημητρού στον Νασρεντίν Χότζα του λαϊκού ήρωα διδακτικών ιστοριών.

Ως τελικό συμπέρασμα πρέπει να πούμε πως τα στερεότυπα της ελληνικής λογοτεχνίας για τον Τούρκο σε αυτό το μέρος του μυθιστόρηματος του Λουντέμη έχουν σπάσει. Ο προαιώνιος εχθρός εδώ είναι φίλος και συνεταίρος, ένας άνθρωπος που περνάει δυστυχίες παρόμοιες με τον Έλληνα. Ανασκευάζει με άλλα λόγια το κοινωνικό φαντασιακό έτσι ώστε να επιτευχθούν οι δικοί του στόχοι για τους οποίους γράφει. Να αναπαραστήσει τον κόσμο όπως τον έχει γνωρίσει, έξω από το αστικό περιβάλλον, με ασυνήθιστους ήρωες που προέρχονται από τη τάξη του προλεταριάτου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όταν διαβάζουμε Λουντέμη πως ακολουθεί το ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού το οποίο ζητά να απορρίψει το αστικό περιβάλλον και το αστικό μυθιστόρημα, ως παράγωγό του.

Βιβλιογραφία:

  •          Αμπατζοπούλου Φραγκίστη, Ο Άλλος εν διωγμώ. Η εικόνα του Εβραίου στη λογοτεχνία. Ζητήματα ιστορίας και μυθοπλασίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1998.
  • ·        Αργυρίου Αλέξανδρος, Ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας και πρόσληψή της, τόμος Β, Καστανιώτη, Αθήνα 2002
  •          Jean-Marc Moura, «Η λογοτεχνική εικονολογία: Δοκίμιο ιστορικής και κριτικής ανασκόπησης», Σύγχρονα Θέματα 121 (Απρίλιος – Ιούνιος 2013), σσ. 66-76.
  • ·        Κόκορης Δημήτρης, Ρίτσος και σοσιαλιστικός ρεαλισμός : μία σύνθετη σχέση, πρακτικά πέμπτου συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2014
  • ·        Ο Μενέλαος Λουντέμης - Λύκειο Εξαπλατάνου Πέλλας, http://lyk-exapl.pel.sch.gr/lountemis/lountemis.html
  • ·        Πολυχρονά, Μαρία, Ο αλήτης με την σουρντίνα του Κνουτ Χαμσούν και οι "συνοδοιπόροι" του στην πεζογραφία του Μεσοπολέμου, Γ΄ συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Βουκουρέστι 2006


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου