Τρίτη, 14 Μαΐου 2019



Ένα κειμενο μελέτημα του 


Επαμεινώνδα Καζόλη

με τιτλο

 "Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου 

της Άλκη Ζέη

Απεικονήσεις της δεκαετίας του ’40 στη μεταπολεμική λογοτεχνία"


στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




Επαμεινώνδας Καζόλης


Ο Επαμεινώνδας Καζόλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1995 και μεγάλωσε στη Λήμνο. Το 2019 αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. 



Επαμεινώνδας Καζόλης


Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου
Άλκη Ζέη

Απεικονήσεις της δεκαετίας του ’40 στη μεταπολεμική λογοτεχνία

Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου γράφτηκε από την Άλκη Ζέη στο Παρίσι όπου ζούσε αυτοεξόριστη εξαιτίας της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Εκδόθηκε το 1971 στην Αθήνα από τις εκδόσεις Κέδρος. Αφηγείται τις περιπέτειες του εννιάχρονου Πέτρου κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος με τίτλο «Όχι» αρχίζει μια μέρα πριν τη κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Παρουσιάζει τον ενθουσιασμό που νιώθει ο μικρός Πέτρος για τις νίκες του ελληνικού στρατού, αλλά και να απορεί με τη στάση της μητέρας του, που γίνεται όλο και πιο ανήσυχη και φοβισμένη. Τελειώνει με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα.

Το δεύτερο μέρος, «Πεινάααω», (με το οποίο θα ασχοληθούμε και εκτενέστερα στην ανάλυση) περιγράφει τις αλλαγές που βιώνει η οικογένεια του Πέτρου τον πρώτο χειμώνα της κατοχής, ’41-42, πως επιδρά η πείνα πάνω σε αυτούς και στην υπόλοιπη Αθήνα καθώς και τις πρώτες αντιστασιακές πράξεις του Πέτρου.

Στο τρίτο μέρος «Συσσίτιο», ο Πέτρος αρχίζει να συνειδητοποιεί την αντίσταση που οργανώνεται εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών.

Στο τέταρτο μέρος («Λευτεριά ή θάνατος»), ο Πέτρος και ο Σωτήρης συμμετέχουν σε αντιστασιακές πράξεις αλλά γνωρίζουν και την βαρβαρότητα των κατακτητών, οι οποίοι θα σκοτώσουν τον φίλο του Πέτρου. Το βιβλίο τελειώνει στις 12 Οκτωβρίου 1944, την επομένη της αποχώρησης των Γερμανών από την Αθήνα. Ο Πέτρος « κι ας είναι άντρας πια, δεκατριώ χρονώ»! Το βιβλίο κλείνει με τη φράση «Παρίσι, 1970» πληροφορώντας έτσι τον αναγνώστη για τον τόπο και χρόνο γραφής.

Το βιβλίο έχει γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, έχοντας μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και πουλήσει πάνω από 350.000 αντίτυπα μέχρι το 2010. Από το 2011 διανέμεται από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και από αυτή την έκδοση θα προέρχονται οι όποιες αναφορές.

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925 κόρη τραπεζικού υπαλλήλου. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και φοίτησε ως μαθήτρια στην Ιόνιο Σχολή (όπου και γνωρίστηκε με την μετέπειτα συγγραφέα Ζωρζ Σαρρή) και τελείωσε το γυμνάσιο στη σχολή Αϊδονοπούλου. Κατά την περίοδο της κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, ενώ παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία του θεάτρου στην Σχολή Αθηνών και υποκριτική στη δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου Αθηνών. Ενώ φοιτούσε στη δραματική σχολή το 1943 γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο, το θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου (1913-1990), με τον οποίο παντρεύτηκε το 1945. Το 1948, ύστερα από την ήττα του ΔΣΕ στον εμφύλιο ο αριστερός σύζυγος της διέφυγε στην Τασκένδη. Η Ζέη προσπάθησε να τον ακολουθήσει αλλά την συνέλαβαν και την εξόρισαν στη Χίο λόγω των πολιτικών της πεποιθήσεων.  Ύστερα από προσπάθειες έξι ετών, το 1954 επανασυνδέθηκε με τον σύζυγο της στην Τασκένδη. Το 1957 μετακόμισαν στη Μόσχα, όπου σπούδασε και στο τμήμα σεναριογραφίας του Ινστιτούτου Κινηματογράφου της Μόσχας. Το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα για να ξαναφύγει πάλι το 1967, με τον ερχομό της Χούντας — αυτή τη φορά για το Παρίσι — και να επιστρέψει οριστικά όταν πέσει η απριλιανή δικτατορία.

Από μικρή ασχολήθηκε με την συγγραφή λογοτεχνίας. Στο γυμνάσιο γράφει έργα για κουκλοθέατρο δημιουργώντας τον ήρωα Κλούβιο. Αυτή που την ώθησε στη συγγραφή ήταν η Διδώ Σωτηρίου, που είχε παντρευτεί τον θείο της Πλάτων Σωτηρίου. Στην ΕΣΣΔ δημοσίευσε μια σειρά παιδικών δοκιμίων στο περιοδικό Νεανική Φωνή. Το 1963, όσο είναι ακόμα στη Μόσχα εκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα Το Καπλάνι της Βιτρίνας,το πρώτο ίσως παιδικό βιβλίο με πολιτικές αναφορές. Καθιέρωσε ένα νέο στυλ στη παιδική λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας ένα ζωντανό, αυτοβιογραφικό ύφος καθώς και τη εισαγωγή του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος. Συνολικά τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες.

Στη παρούσα εργασία, όπως ήδη είπαμε, θα αναλυθεί εκτενώς το δεύτερο μέρος του βιβλίου «Πεινάααω», με αναφορές όπου είναι απαραίτητο στα προηγούμενα και επόμενα μέρη.

Χαρακτήρες: Εμφανίζονται οι εξής χαρακτήρες.

Πέτρος: Ο εννιάχρονος ήρωας του μυθιστορήματος. Στο μέρος αυτό προσπαθεί να συνειδητοποιήσει της αντιξοότητες τη κατοχή. Η αφήγηση γίνεται πάντα μέσα από τη δική του οπτική γωνία. Είναι μαθητής σε δημόσιο δημοτικό, αγαπάει τα ζώα και ονειρεύεται μεγάλα ανδραγαθήματα για να τα διηγείται στα παιδιά του όταν μεγαλώσει. Ένας φίλος της αδελφής του, ο Γιάννης, τον φέρνει σε επαφή με έναν πυρήνα αντίστασης και του βγάζει το υποκοριστικό Τσουένι (από ένα γλυκό της εποχής). Παρότι δεν του αρέσει καθόλου (θα προτιμούσε κάτι πιο εύηχο) τον συνοδεύει πολλές φορές ως τσιλιαδόρος, όσο εκείνος γράφει συνθήματα σε τοίχους.

Αντιγόνη: Η μεγαλύτερη αδελφή του Πέτρου, δεκατεσσάρων χρονών. Πάει σε ιδιωτικό σχολείο και ο Πέτρος αναρωτιέται γιατί αφού δεν μπορούν να το αντέξουν οικονομικά και η μητέρα του αναγκάζεται να ράβει για τη διευθύντριά της. Ερωτεύεται εξ αποστάσεως τον ποιητή Κώστα Αγαρηνό που στα γραφεία του περιοδικού που  διευθύνει έχει μεταφερθεί το σχολείο της. Μοιράζεται το ίδιο δωμάτιο με τον Πέτρο και φροντίζει ιδιαίτερα την εμφάνιση της (στο σχολείο πριν τον πόλεμο της έλεγαν ότι μοιάζει με μια γνωστή ηθοποιό του Χόλλυγουντ). Η μητέρα τους τις έχει επιβάλει πιο αυστηρό πρόγραμμα από του Πέτρου και δεν την αφήνει να κυκλοφορεί έξω ως αργά. Παρ’ όλα αυτά συνοδεύει αρκετές φορές τον Πέτρο, όπως όταν παρακολουθούν τον παππού. Αγαπάει τον αδελφό της παρ’ όλους τους μεταξύ τους τσακωμούς. Κολλητή της φίλη είναι η Ρίτα, Εβραία στη καταγωγή.

Μαμά: Η μητέρα του Πέτρου και της Αντιγόνης έχει πάρει στα χέρια τη διαχείριση όλου του σπιτικού από την αρχή της κατοχής. Πουλάει τα πιο πολύτιμα από τα υπάρχοντά τους στη μαύρη αγορά ώστε να αγοράσει τρόφιμα και πριονίδι και βρίσκει δουλειά ως ράφτρα. Η διάθεσή της όλη τη διάρκεια της εποχής είναι θλιμμένη αλλά και αποφασισμένη να επιβιώσει. Ο Πέτρος την αγαπάει και θα ήθελε να γυρίσουν πίσω οι μέρες που ήταν πιο χαρούμενη και ευτυχισμένη και περνούσαν αρκετές ώρες μαζί (όπως τα βράδια όταν έφτιαχνε γλυκό). Δείχνει να ανησυχεί υπερβολικά για την Αντιγόνη, για την οποία επιθυμεί ένα καλό μέλλον πάση θυσία. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που συνεχίζει να την έχει γραμμένη σε ιδιωτικό σχολείο. Ο Πέτρος απορεί για την αντιμετώπιση που έχει η μητέρα του προς την γενικότερη κατάσταση, θεωρώντας την μάλλον δειλή αφού δεν κάνει κάποια ηρωική πράξη για να φύγουν οι κατακτητές από την Ελλάδα.

Μπαμπάς: Ο πατέρας του Πέτρου και της Αντιγόνης. Από την ημέρα που έκλεισε το γραφείο όπου δούλευε (το πρώην αφεντικό του θα εμφανιστεί ως πατριός του Σωτήρη, φίλου του Πέτρου, και μαυραγορίτης στο τελευταίο μέρος) έχει κλειστεί στο σπίτι και ακούει συνέχεια ραδιόφωνο προσπαθώντας να ακούσει αγγλικούς σταθμούς για να μάθει για την έκβαση του πολέμου.

Παππούς: Ο παππούς του Πέτρου και της Αντιγόνης, πατέρας της μητέρας τους. Ζει μαζί τους στο ίδιο σπίτι.Είναι συνταξιούχος και δούλευε ως υποβολέας στον θίασο της Μεγάλης Αντιγόνης (η εγγονή του πήρε από εκεί το όνομα της), μια περίοδος της ζωής του για την οποία συνήθιζε να αφηγείται συχνά. Από τότε που οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα καταπονείται λόγο της πείνας. Ο Πέτρος τον βλέπει να κόβει κομμάτια από το ψωμί στα κρυφά (το οποίο έπαιρναν με δελτίο) και σκέφτεται πως η χελώνα του Πέτρου θα μπορούσε να γίνει σούπα. Στο τέλος του δεύτερου μέρους ο Πέτρος με την Αντιγόνη έχοντας παρατηρήσει μια παράξενη αλλαγή στη διάθεσή του τον ακολουθούν στα κρυφά, για να ανακαλύψουν ότι έχει φτάσει στο σημείο να ζητιανεύει.

Θείος Άγγελος: Αδελφός της μαμάς του Πέτρου. Συχνά επισκεπτόταν την οικογένεια για φαγητό και ο Πέτρος τον συμπαθούσε πολύ για τα αστεία και τις ιστορίες του. Με την έναρξη του πολέμου φεύγει για την Αλβανία. Για τον Πέτρο αυτός είναι η ελπίδα για την οικογένεια να αποκτήσουν έναν ήρωα. Από το μέτωπο επιστρέφει με τα πόδια μετά την ήττα από τους Γερμανούς έχοντας κρυοπάγημα στο πόδι. Με το που αναρρώνει φεύγει για την Αίγυπτο να καταταγεί στο εκεί σώμα του ελληνικού στρατού. Ο Πέτρος τον περιμένει να γυρίσει οδηγός του Αγγλικού στρατού για να διώξουν τους Γερμανούς από την Αθήνα. Η Ρίτα είναι ερωτευμένη μαζί του και της έχει υποσχεθεί να την παντρευτεί αν γυρίσει σώος. Στέλνει με το ραδιόφωνο μηνύματα στην οικογένεια

Σωτήρης: Φίλος του Πέτρου από το σχολείο, ένας από τους πιο άτακτους μαθητές στη τάξη. Ζει με τη μητέρα του και τη γιαγιά του στην ίδια πολυκατοικία με τον Πέτρο στο επάνω διαμέρισμα. Μαζί με τον Πέτρο σκάνε λάστιχα σε γερμανικά αυτοκίνητα, ενώ παράλληλα κλέβει προϊόντα όπως λάστιχα και άρβυλα (πιθανόν από κάποιο γερμανικό στρατόπεδο, αλλά ποτέ δε μαθαίνουμε στα σίγουρα) τα οποία και πουλάει στη μαύρη αγορά. Για να βοηθήσει περισσότερο την οικογένεια του ζητιανεύει στα γκαζοζέν, μέσα μεταφοράς με ζεστό νερό(;). Όταν η γιαγιά του πεθαίνει τελικά από την πείνα ο Πέτρος τον βοηθάει να μετακινήσουν το πτώμα ώστε να μην χάσουν τη μερίδα από το ψωμί της. Είναι απείθαρχος και για τον λόγο αυτό ο Γιάννης δεν τον εμπιστεύεται ακόμα για σοβαρές αποστολές. Αργότερα θα λειτουργήσει ως σύνδεσμος μεταξύ του Γιάννη και ενός άλλου μέλους της αντίστασης που έχει πάει στο βουνό. Κατά την υποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, ένας Γερμανός αξιωματικός τον σκοτώνει λόγο της προκλητικής του συμπεριφοράς μπροστά στα μάτια του Πέτρου.

Γιάννης: Γείτονας του Πέτρου, μαθητής του Γυμνασίου, συνήθιζε να βοηθάει την Αντιγόνη στα μαθηματικά. Είναι αδύνατος με πολύ έντονο μήλο του Αδάμ. Αυτός εντάσσει τον Πέτρο στην αντίσταση. Ο Πέτρος θα προτιμούσε να ήταν η αδελφή του ερωτευμένη με τον Γιάννη παρά με τα αγόρια από τα κολέγια (που ήταν της μόδας). Στην οργάνωση που συμμετέχει χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Κίμωνας

Ρίτα: Κολλητή φίλη της Αντιγόνης. Εβραία στη καταγωγή ζει με τον φόβο του τι μπορεί να κάνουν οι Γερμανοί σε αυτή και την οικογένειά της, έχοντας ακούσει ιστορίες για το τι έχουν κάνει στους Εβραίους αλλού. Για τον λόγο αυτό η μητέρα της, της επιτρέπει να κοιμάται τα βράδια με την Αντιγόνη παρ’ όλο που η ίδια δεν θέλει να εγκαταλείψει το σπίτι της. Αργότερα όταν οι Γερμανοί πάρουν τους Εβραίους από την Αθήνα θα εγκατασταθεί στο σπίτι της φίλης της. Είναι ερωτευμένη με τον θείο του Πέτρου, τον Άγγελο.

Αχιλλέας: Ο αρχηγός της οργάνωσης που μέλη έχει τον Γιάννη την Δροσούλα, τον Πέτρο και άλλους που δεν κατονομάζονται, μοιάζει σύμφωνα με την Ρίτα και την Αντιγόνη με τον Τάιρον Πάουερ . Το όνομα του είναι πιθανότατα ψευδώνυμο, όπως και όλων των άλλων στην οργάνωση. Στην συνέχεια θα φύγει για το βουνό να βρει τους αντάρτες και επικοινωνεί με τους υπόλοιπους με μηνύματα που μεταφέρει ο Σωτήρης. Ο  Πέτρος φαντάζεται να επιστρέφει αρχηγός των ανταρτών και μαζί με τον αγγλικό στρατό που θα οδηγεί ο θείος Άγγελος να διώχνουν τους Γερμανούς από την Αθήνα.

Δροσούλα: Μέλος της οργάνωσης του Αχιλλέα. Φτιάχνει τις μπογιές που χρησιμοποιούν για τα συνθήματα και γράφει προκηρύξεις. Της αρέσει να πλάθει αγαλματάκια από πηλό. Ο Πέτρος εντυπωσιάζεται από το πόσο αληθινά δείχνουν καθώς και από τα κατάμαυρα μαλλιά της. Πεθαίνει σε μια διαδήλωση από Ιταλό καραμπινιέρο.

Κυρία Λεβέντη: Γειτόνισσα της οικογένειας του Πέτρου. Συμφεροντολόγα, αρραβωνιάζει την κόρη της πρώτα με έναν Άγγλο αξιωματικό και έπειτα με έναν Γερμανό. Λόγο αυτού του τελευταίου κανείς στην γειτονιά δεν την συμπαθεί αλλά όλοι είναι ευγενικοί μαζί της.

Λέλα: Κόρη της κυρίας Λεβέντη. Με την έναρξη του πολέμου αρραβωνιάζεται έναν Άγγλο αξιωματικό ο οποίος φεύγει με την ήττα του ελληνικού στρατού από τους Γερμανούς. Αργότερα αρραβωνιάζεται έναν Γερμανό. Φέρεται ευγενικά στον Πέτρο ο οποίος όμως έχει αποφασίσει να μην της μιλάει.

Σούρα, Μούρα, Νιούρα: Οι κόρες του φούρναρη της γειτονιάς του Πέτρου. Η Σούρα είναι μεγαλύτερη και η Νιούρα η μικρότερη, είναι συμμαθήτρια του Πέτρου στην ίδια τάξη. Τα παιδιά τις αποκαλούν μικρές τσαρίνες (από ένα πορτρέτο του τσάρου που έχει ο πατέρας τους). Δεν έχουν τη συμπάθεια κανενός στην γειτονιά μιας και μόνο αυτές έχουν πλέον την άνεση να μην πεινάνε (μείνανε στρουμπουλές και αφράτες σαν φραντζολάκια). Αυτές με τη σειρά τους φαίνεται να αγνοούν επιδεικτικά τον Πέτρο και τους φίλους του.

Φούρναρης: Αναφέρεται ως πραγματικός πλέον τσάρος, ο πατέρας της Σούρας, της Μούρας και της Νιούρας, λόγο του επαγγέλματος του είναι αποδέκτης σεβασμού αλλά και ζήλιας από όλη τη γειτονιά. Έχει ακόμα αλεύρι (άλλοι λέγανε πως συνεργαζότανε με τους Ιταλούς, άλλοι με τους Γερμανούς) και πουλάει το άσπρο ψωμί για μια χρυσή λύρα (ο Πέτρος δεν είχε δει ποτέ του μια) και αγοράζει πολύτιμα αντικείμενα με αντάλλαγμα αλεύρι κακής ποιότητας (πολλές φορές γεμάτο μαμούνια). Η μητέρα του Πέτρου αντάλλαξε για ένα σακούλι τον χρυσό βαφτιστικό σταυρό της Αντιγόνης, τον οποίον τώρα φοράει η Σούρα.

Γούντερ (Γιαούρτερ): Γερμανός αξιωματικός, νέος αρραβωνιαστικός της Λέλας μετά τον Άγγλο αξιωματικό. Ο Πέτρος και ο Σωτήρης του έβγαλαν αμέσως το κοροϊδευτικό ψευδώνυμο «Γιαούρτερ». Όλοι στη γειτονιά προσπαθούν να τον αποφύγουν. Αφού προσπάθησε να δαμάσει ανεπιτυχώς τον Στορμ, το γερμανικό κυνηγόσκυλο που είχε ο πρώην αρραβωνιαστικός της Λίλας, ο Πέτρος τον έκλεψε για να τον γλιτώσει από την κακομεταχείριση. Λίγο πριν την απελευθέρωση της Αθήνας φεύγει από τη πολυκατοικία, αλλά την τελευταία στιγμή εκτελεί τον Σωτήρη, εξαιτίας της ολοένα και πιο προκλητικής συμπεριφοράς του.

Κύριος Λουκάτος: Δάσκαλος του Πέτρου στο δημοτικό σχολείο. Από την στιγμή που τα σχολεία ξανά ανοίγουν με την κατοχή, η συμπεριφορά του απέναντι στους μαθητές αλλάζει. Δεν διαβάζει πια κατάλογο για απουσίες ούτε επιπλήττει τους μαθητές για τη σωστή διατύπωση προτάσεων. Λόγο του κρύου διακόπτει τα μαθήματα, πράγμα που χαροποιεί τον Σωτήρη γιατί θα μπορεί να δουλεύει πλέον και το πρωί.

Μιχάλης (ο τρελός με τις πιτζάμες): Ένας άντρας που ο Πέτρος συναντάει και βοηθάει στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Τον έχει περάσει για τρελό που το έσκασε από το νοσοκομείο. Σε αυτό το μέρος βγάζει τον Πέτρο έξω από μια πορεία για συσσίτιο, όπου είχε άθελα του μπλεχτεί. Του λέει πως καλύτερα να μην μάθει τώρα ποιος είναι, όσο είναι τόσο δύσκολοι οι καιροί, αλλά του υπόσχεται πως δεν θα πεθάνουν από την πείνα και θα γίνουν σίγουρα συσσίτια και αφού χορτάσουν θα παλέψουν να ελευθερωθούνε. Αργότερα μαθαίνει πως έχει επικηρυχθεί από τους Γερμανούς.

Αλέκα: Συμμαθήτρια του Πέτρου στην ίδια τάξη. Η Νιούρα έχει τώρα την κούκλα της από πορσελάνη.

Γυναίκα στα σκουπίδια: Μια γυναίκα που συναντάει ο Πέτρος την πρώτη φορά που πάει με τον Γιάννη να γράψουν στους τοίχους. Ψάχνει για φαγητό στους κάδους σκουπιδιών και τρομάζει όταν τον βλέπει να περνάει από κοντά της.

Άντρας που πεινάει: Ο πρώτος άνθρωπος που ο Πέτρος βλέπει να έχει φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου από την πείνα, στο δρόμο έξω από το σπίτι του. Κάποιοι από την γειτονιά τον ταΐζουν

Παιδιά στις ράγες του ηλεκτρικού: Ορφανά του πολέμου, έχασαν τα σπίτια τους στους βομβαρδισμούς. Πλέον μένουν στις ράγες όπου έχει ζέστη. Ο Πέτρος τα συναντάει όταν επιστρέφει σπίτι μετά την πρώτη νύχτα με τον Γιάννη και βλέπει πως κάποια έχουν πεθάνει από την πείνα εκεί που κάθονται.

Γυναίκες στην ουρά για το ψωμί: Γυναίκες που συζητούν και περιγράφουν περιστατικά που συνέβησαν αλλού και τρομάζουν τον Πέτρο που τις ακούει.

Ιταλός φρουρός: Καραμπινιέρος φρουρός σε κτήριο που έχουν επιτάξει οι Ιταλοί, το παλιό σχολείο του Πέτρου. Τα παιδιά παίζουν στο δρόμο μπροστά του και τα διώχνει μόνο άμα πλησιάσουν πολύ κοντά.

Γκαριμπάλντι: Ιταλός στρατιώτης που κρύβει η μητέρα του Πέτρου στο σπίτι μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Ο παππούς του δίνει αυτό το παρατσούκλι λόγο του Ιταλού επαναστάτη.

Ρεξ: Ο σκύλος του Άγγλου αξιωματικού, αρραβωνιαστικού της Λέλας. Κυνηγόσκυλο, με το οποίο ο Πέτρος πιάνει φιλία. Μην αντέχοντας τη βάναυση συμπεριφορά του Γερμανού αξιωματικού απέναντι του, όσο ο τελευταίος προσπαθεί να τον εκπαιδεύσει, τον κλέβει ένα βράδυ και τον δίνει στον Γιάννη, ο οποίος με την σειρά του θα τον δώσει στον Αχιλλέα.

Θόδωρος: Η χελώνα του Πέτρου. Την αντάλλαξε με την συλλογή του από βόλους με έναν συμμαθητή του και της έδωσε το όνομα του. Ο Πέτρος τον αγαπάει και τον φροντίζει συνέχεια. Την ημέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, γράφει την ημερομηνία στο καβούκι του (πριν μάθει για το γεγονός) και του λένε ότι για πάνω από εκατό χρόνια θα θυμούνται εκείνη την μέρα. Στο τελευταίο μέρος τον παίρνει μια ομάδα καραμπινιέρων που έκανε ξαφνική επιθεώρηση

Τόπος: Όλο το έργο διαδραματίζεται στην κατοχική Αθήνα. Η πόλη στα μάτια του παιδιού-ήρωα αλλάζει από γνώριμο τοπίο και γίνεται ένα άγνωστο τρομακτικό τοπίο ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες.

Χρόνος: Το μέρος αυτό του μυθιστορήματος διαδραματίζεται τον χειμώνα του 1941-2. Είναι ένας από τους πιο δύσκολους χειμώνες διότι εκτός από την ξένη κατοχή ένα ακόμα γεγονός συμβάλει στην ταλαιπωρία των κατοίκων. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που έχει τόσο κρύο στην Αθήνα και από νωρίς (από τον Νοέμβριο) αρχίζει να χιονίζει. Ο Πέτρος είχε δει χιόνι μέχρι τότε μόνο σε φωτογραφία στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Γίνονται σύντομες αναδρομές μέσα στην αφήγηση όταν ο Πέτρος θυμάται γεγονότα που είχαν συμβεί πριν τον πόλεμο και τα συγκρίνει με το τώρα (η παρέλαση της 25ης Μαρτίου/η πορεία για το συσσίτιο, η δεντροφύτευση με το σχολείο/τα παιδιά την νύχτα στην Ομόνοια)

Γλώσσα: Η γλώσσα του έργου είναι απλή δημοτική. Απουσιάζουν εντελώς τα λόγια στοιχεία και οι ιδιωματισμοί. Μόνο ορισμένες φορές χρησιμοποιούνται λέξεις στο στόμα των παιδιών για να σχηματίσουν μια δική τους διάλεκτο, ανάμικτη από ελληνικές και ξένες λέξεις (φουντμπόλ, καπούτ) και λόγια μιας κάπως μάγκικης γλώσσας.

Αφηγητής: Τριτοπρόσωπη αφήγηση από εξωδιηγητικό αφηγητή που υιοθετεί την οπτική γωνία ενός παιδιού. Αυτό τον κάνει να γνωρίζει και να καταλαβαίνει όσα και ο Πέτρος.

Συμπεράσματα:


Όσο διαβάζουμε το έργο πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι ο αφηγητής που έχει δημιουργήσει η συγγραφέας είναι ένα παιδί, όπως και ο πρωταγωνιστής. Αυτό είναι εξαιρετικό εύρημα γιατί επιτρέπει τη σταδιακή εισαγωγή στη φρίκη και τη βία του πολέμου. Η συγγραφέας δεν εντάσσει άμεσα τον αναγνώστη στη ωμή πραγματικότητα, ούτε ωραιοποιεί την περίοδο,αλλά ακολουθεί μικρά βήματα με σκοπό να ενταχθεί το παιδί-αναγνώστης στην εποχή. Η βια του κατακτητή και των συνεργατών του γίνεται γνωστή στον ήρωα σταδιακά, αρχίζοντας από την βίαιη συμπεριφορά από του Γερμανού αξιωματικού απέναντι στον σκύλο, συνεχίζεται με αφηγήσεις τρίτων για βάναυσες πράξεις (ο Γερμανός που σπάει το χέρι ενός παιδιού που έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί) για να καταλήξει αργότερα στον θάνατο του φίλου του, που συμβαίνει μπροστά στα μάτια του ήρωα.

Η συγγραφέας δεν είναι φειδωλή ούτε στην απεικόνιση της εξαθλίωσης του πληθυσμού της Αθήνας, που την εποχή εκείνη μαστιζόταν από την πείνα. Από νωρίς στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, βλέπουμε ανθρώπους να φτάνουν στα πρόθυρα του θανάτου από την πείνα, στους οποίους συμπαραστέκονται κάποιοι από την γειτονιά του Πέτρου. Αργότερα, όταν επιστρέφει σπίτι του τη νύχτα μετά από τη πρώτη του φορά ως τσιλιαδόρος, βλέπει και τον πρώτο νεκρό από πείνα, ένα παιδί με σίγουρα όχι μεγάλη διαφορά ηλικίας με τον ίδιο (άρα και τον αναγνώστη). Και στις δύο περιπτώσεις η φρίκη και ο κλονισμός που γεννάται στην καρδιά του Πέτρου είναι μεγάλος καθώς αντιλαμβάνεται ολοένα και περισσότερο τι είναι ο πόλεμος.

Αξιοσημείωτη είναι και η ψυχοσύνθεση των παιδιών/ηρώων του έργου, ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση τους προς τις πράξεις του πολέμου και της αντίστασης. Για τους ψυχολόγους, ο πόλεμος είναι ένα από τα συνηθισμένα παιχνίδια των αγοριών, και εδώ πολλές φορές αντιμετωπίζεται ως τέτοιος. Αυτό γίνεται για παράδειγμα όταν σκάνε λάστιχα σε γερμανικά φορτηγά και  μετά τα παιδιά τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιανού ήταν οι πρόκες που έσκασαν τα λάστιχα. Ακόμα και και στο πως φαντάζεται ο Πέτρος τις αντιστασιακές πράξεις που θα συμμετείχε βλέπουμε μια διάθεση για παιχνίδι, που ακόμα και αν δεν θα ταίριαζε σε έναν μεγαλύτερο ηλικιακά ήρωα, εξίσου παράταιρη θα ήταν και η έλλειψή της από το πρόσωπο ενός παιδιού. Αυτό επιτρέπει και τη πιο ομαλότερη ένταξη ενός νεαρού αναγνώστη στην εποχή, καθώς βλέπει πολλές ομοιότητες με τους συνομηλίκους του παρά τις διαφορές στο ευρύτερο περιβάλλον.

Ο κόσμος των μεγάλων με τον κόσμο των παιδιών έρχεται και αυτός σε σύγκρουση τον καιρό του πολέμου. Αυτό λαμβάνει διάφορες διαστάσεις μέσα στο έργο όπως τη σχέση παιδιών-κατακτητή, όπου τα παιδιά βλέπουν ως παιχνίδι δράσεις που οι άλλοι βλέπουν ως παράνομες, αλλά και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις. Ιδιαίτερα στο κείμενο δοκιμάζεται η σχέση του Πέτρου με τον παππού του, ο οποίος από την πείνα του κλέβει από το ψωμί της οικογένειας και αποπειράται να σκοτώσει τη χελώνα του Πέτρου. Ο Πέτρος συνεχώς απορεί με τη διαρκεί αλλαγή συμπεριφοράς του παππού προς το χειρότερο.

Η άλλη σχέση που αλλάζει για τον Πέτρο είναι αυτή με την μητέρα του. Ο Πέτρος θα επιθυμούσε να μην άλλαζε η συμπεριφορά της, που έχει γίνει εντελώς ψυχρή και νευρική απέναντι σε όλους. Νιώθει συνεχώς ένα χάσμα ν μεγαλώνει ανάμεσα τους, για το οποίο δεν μπορεί να καταλάβει τις αιτίες. Η μητέρα του από την μεριά της κάνει ότι μπορεί για να επιβιώσει η οικογένεια από έναν πολύ δύσκολο χειμώνα σε μια σκοτεινή εποχή. Φαίνεται να δίνει περισσότερη προσοχή στην Αντιγόνη παρά στον Πέτρο (της αρκεί να ξέρει ότι είναι με τον Γιάννη που τον γνωρίζει και τον αφήνει να γυρίζει μέχρι αργά χωρίς να τον μαλώνει), όμως μπορούμε κάπως να την δικαιολογήσουμε αν σκεφτούμε το σύνολο των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλλα εκείνη την εποχή.

Άξιο προσοχής είναι και το πως επιδρούν υψηλά ιδανικά και όνειρα στα παιδιά. Στο έργο βλέπουμε τον Πέτρο να θαυμάζει ήρωες από παλαιότερα παιδικά βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα. Ιδιαίτερα αναφέρεται στα Για την Πατρίδα (Αλέξιος, που είναι και το ψευδώνυμο που θα ήθελε να έχει, Θέκλα) και Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου (Γίνος Βούγας). Μέσα από τις σελίδες τους του γεννάται η αγάπη για την πατρίδα και για ηρωικές πράξεις στο όνομα της. Όταν όμως βλέπει από κοντά τις συνέπειες του πολέμου (όταν πάνε να αφήσουν τη γιαγιά του Σωτήρη στο νεκροταφείο τη νύχτα) καταλαβαίνει τη διαφορά στη φρίκη που υπήρχε στις σελίδες του βιβλίου και στην πραγματικότητα. Μια ακόμα αναφορά σε άλλο έργο που συναντάμε και ο Πέτρος συγκρίνει τις πράξεις εκείνου του ήρωα με την κατάσταση που επικρατεί στην Αθήνα τώρα, είναι στον Γαβριά από τους Άθλιους του Ουγκώ, και στις μάχες στα οδοφράγματα που έκαναν οι φοιτητές. Μόνο που στην Αθήνα τώρα όλοι πεινάνε και κανείς δεν στήνει οδοφράγματα.

Σημαντικό ρόλο στο έργο παίζει ο χώρος. Η Αθήνα είναι ένα τοπίο γνώριμο στον πρωταγωνιστή καθώς έχει ζήσει εκεί όλη τη ζωή του. Η πόλη όμως αλλάζει αστραπιαία μπροστά στα μάτια του. Η αλλαγή αυτή είναι εμφανέστερη τη νύχτα. Τότε ο φόβος γίνεται υπαρκτός και το σκοτάδι αποπροσανατολίζει τον ήρωα και τον αναγνώστη. Τη νύχτα οι εικόνες γίνονται πιο ζωντανές γιατί πρέπει να πλησιάσει κανείς πολύ κοντά για να δει τη γυναίκα που ψάχνει στα σκουπίδια και στα παιδιά που ζουν και πεθαίνουν στις ράγες του ηλεκτρικού. Η Άλκη Ζέη έχει ζήσει την Αθήνα της Κατοχής και τέτοιες εικόνες της είναι οικίες, δίνοντας λοιπόν ένα στοιχείο αυτοβιογραφίας στο έργο. Η περιγραφή τους είναι ζωντανή για να φέρει τον αναγνώστη μπροστά στη σκηνή που περιγράφει.

Οι Γερμανοί (με εξαίρεση τον Γιαούρτερ) απεικονίζονται ελάχιστα στο κείμενο. Παραμένουν όμως η μεγαλύτερη απειλή και όλοι κάνουν τα πάντα για να τους αποφύγουν. Όλες οι βάρβαρες πράξεις που ακούει ο Πέτρος στην ουρά για το ψωμί γίνονται από Γερμανούς. Οι Ιταλοί παρουσιάζονται λιγότερο απειλητικοί και λιγότερο σκληροί (χαμηλώνουν τα όπλα μπροστά στην πορεία των ανάπηρων). Καμία αγάπη όμως δεν υπάρχει για τους Έλληνες που έχουν με κάποιο τρόπο συνεργαστεί με τους κατακτητές (στο μέρος αυτό είναι η κυρία Λεβέντη και άλλες κοπέλες που όπως η κόρη της έχουν ερωτική σχέση με Ιταλούς ή Γερμανούς). Αδικαιολόγητη ακόμα πράξη είναι η μαυραγορία στην οποία έχουν καταφύγει άνθρωποι όπως ο Ρώσος φούρναρης. Μόνη φορά που αντισταθμίζεται είναι του Σωτήρη επειδή κλέβει από του Γερμανούς.




Βιβλιογραφία:
  • Αμπατζοπούλου Φραγκίστη, Ο Άλλος εν διωγμώ. Η εικόνα του Εβραίου στη λογοτεχνία. Ζητήματα ιστορίας και μυθοπλασίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1998.
  • Αναγνωστόπουλος Β.Δ., Ιδεολογία και Παιδική Λογοτεχνία α΄τόμος, Καστανιώτη, Αθήνα 2001
  • Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος,Εφηβική Ελληνική Λογοτεχνία και Κοινωνικό Περιθώριο από ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Διημερίδα 21- 22 Ιανουαρίου 20011, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Φλώρινα 2012
  • Norton Dona Μέσα από τα Μάτια Ενός Παιδιού, μετάφραση Φωτεινή Καπτσίκι-Σεβαστή Κοζαντζή, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη, 2007


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου