Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019



Ένα ποιήμα της 
Τζαμίλε Φαχούρι
με τίτλο
"ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Τζαμίλε Φαχούρι



H Τζαμίλε Φαχούρι γεννήθηκε στις 4/7/91 στην Αθήνα από Ελληνίδα μητέρα και Ιορδανό πατέρα. Μεγάλωσε στην Τρίπολη Αρκαδίας. Από μικρή είχε αγάπη για τις τέχνες και ιδιαίτερα τη λογοτεχνία, καθώς και τις ξένες γλώσσες και πολιτισμούς. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έκανε το Erasmus της στο Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας και το μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστημιο του Durham στην Αγγλία, όπου και έζησε 4 χρόνια. Το μεταπτυχιακό της ήταν πάνω στη μετάφραση. Εκεί έκανε διάφορες δουλειές πάνω σε πολλούς τομείς. Αυτή τη στιγμή είναι ελεύθερος επαγγελματίας και εργάζεται ως μεταφράστρια και επιμελήτρια κειμένων. Παράλληλα γράφει ένα βιβλίο, αλλά κυρίως ποιήματα. Της αρέσει να εξερευνεί τον κόσμο, να κάνει νέα πράγματα και να συμμετέχει σε εθελοντικές δράσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το πάθος της για τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική μετάφραση δεν έσβησε ποτέ. 

Τζαμίλε Φαχούρι

«Θαλασσινοί»

Μαύρη αλμύρα, μάγισσα και πνίχτρα.
Δε λέμε τίποτα, κι αυτή τα λέει όλα.
Αυτή είναι ο χρόνος μας
και όποιος πέσει μέσα της, τον πνίγει.
Το πλοίο μας, η αιωνιότητα.
Δέσμιοι μέσα στην υδάτινη αγγαλιά της.
Ανόητοι όσοι ψάχνουνε Ιθάκες.
Δεν ξέρω γιατί στα λιμάνια οδύρονται.
Μόνο εδώ, στο ποδεινώνιο κρεβάτι
είναι γλυκός ο ύπνος μας.
Μόνο εδώ,  στέκομαστε σαν ακροβάτες
στο σκοινί του ορίζοντα.
Μόνο εδώ τα δάκρυά μας είν’ασήμαντα.
Οι προβολείς φωτίζουν μες στη νύχτα.
Το φως τους  πυρπολεί τη μοναξιά μας,
σα λούστρο ασημώνει το σκαρί μας,
που στέκει γερασμένο και αλύγιστο.
Ο γερανός, ο απο μηχανής θεός μας,
στους ουρανούς υψώνεται, τ’αδύνατο γυρεύει,
μαγκώνει το φεγγάρι και το γεύεται.
Φωνάζουνε τα κυμάτα,  σπιλώσαμε τη γη τους.
«Ποιοί είστε;», μας φωνάζουνε,
τους λέμε «ταξιδιώτες.
Παλάμες βρώμικες, στα γένια ζούνε φύκια.
Μαλλιά τραχυά σαν καραβόσκοινο.
Καρδιά σκληρή , σαν άγκυρα βαραίνει,
σαν αλική στεγνώνει, αλάτι μένει.
Υγρή πληγή, θαλασσινή, γαλάζιο αίμα.
Με μάγουλα σκισμένα απ’τον αέρα.
Τόσο άδειοι όσο και γεμάτοι.
Τόσο μόνοι, όσο και περήφανοι.»
Κι ύστερα χαμηλώσανε, σαν ξένους μας δεχτήκαν.
Το τράνταγμα της μηχανής,  παρηγοριά μας
λέει πως δε φτάσαμε, έχουμ’ακόμη.
Έξω απ’αυτή σαν ψάρια ξεψυχάμε.
Για εσάς χαμός, για μας πυξίδα.
Για εσάς κατάρα, για μας προσευχή.
Ειν’η ζωή σας η χειρότερη ναυτία.
Οι φάροι νάρκες, θάνατος και πόθος το ταξίδι.
Φοβάστε το τραγούδι της, κι εμείς το τραγουδάμε.
Δούλοι κι αφέντες και αιώνιοι πιστοί της.
Δυό φωτα βλέπουμε πιο πέρα στη στεριά,
γι’αυτά θρηνούμε, που είν’ στεριανή η μοίρα τους!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου