Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019



Δύο ποιήματα του 
ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΛΙΔΑΚΗ
τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
σύμβουλος επιχειρήσεων σε τομείς Επικοινωνίας, Εκπαίδευσης 
με τίτλους
"Σιγή ζωής" και "Σισύφειος απολογία"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ







ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΔΑΚΗΣ

Ο Δημήτρης Κολιδάκης γεννήθηκε στην Αθήνα (Πετρούπολη) με καταβολές από την Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Ναυπηγική και Διοίκηση Επιχειρήσεων, ενώ στη συνέχεια μελέτησε Ελληνικό Πολιτισμό μέσω του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και κατέχει πιστοποιημένη εκπαιδευτική επάρκεια στην «Δια Βίου Μάθηση» από τον ΕΟΠΠΕΠ. Εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων σε τομείς Επικοινωνίας, Εκπαίδευσης και εν γένει της Ανάπτυξης του Ανθρώπινου Δυναμικού και είναι επί σειρά ετών εισηγητής σεμιναρίων Management συνεργαζόμενος με σημαντικά εκπαιδευτικά κέντρα. Στο χώρο της λογοτεχνίας, είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.
Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, («Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής» και «Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό») καθώς και δύο συλλογές ποιημάτων («Παράλογη Λογική» και «Άστο το φως»). Υπό έκδοση βρίσκεται συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Τα κρυφά» τα οποία έχουν διακριθεί σε έγκριτους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς(UNESCO, ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ & ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΣΤΕΓΗ, ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ κ.α.).
    Έργα και αποσπάσματα πονημάτων του, εκδοθέντων ή μη, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες, σε ιστοσελίδες πολιτισμικού περιεχομένου και σε blogs με σχετική θεματογραφία.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΔΑΚΗΣ


Σιγή ζωής

«Ενός λεπτού σιγή
ως ελάχιστο φόρο τιμής…»
Έτσι είπανε.
Και ‘μεις
που τη μισή ζωή μας ξοδέψαμε
στη σιωπή βυθισμένοι,
σε αγρύπνιες,
σε αγάπης κοιτάγματα,
σε αρρώστους
και σε πένθη ανθρώπων
της δικής μας καρδιάς…
Και ‘μεις
που σε όλα σιωπήσαμε,
στα κλεμμένα μας όνειρα,
και στα «δεν» και στα «πρέπει»…
Βουβοί πάντα σταθήκαμε.
Πάντα!
Τώρα,
από που να κρατήσουμε
της σιγής το λεπτό;
Από που;
«Από την άλλη μισή!»
Έτσι είπανε.

***


Σισύφειος απολογία


Τις Πέμπτες,
επισκέπτομαι ψυχές παρατημένες
στο ετοιμόρροπο ενδιαίτημα στην άκρη της πόλης μου.
Eγκλωβισμένες, σε φυλακές επιμελώς κεντημένες
με σύρματα πολυκαιρισμένα μα υφής σκληρής,
με λαμαρίνες κρύες μα αθάνατης αντοχής,
κολαστήρια μελετημένα για να συγκρατούν με κάθειρξη,
προσμονές και μάτια-παραθύρια γεμάτα αλήθειες,
ενώ μια αέναος θλίψη σέρνεται στο πάτωμα
ανίσχυρη, από την ανθρώπινη γλισχρότητα, να δραπετεύσει.
Ύστερο συναίσθημα -«εν αφθονία» όμως- ο φόβος,
ανήμπορος πια το σώμα να προδώσει,
φίλιωσε μαζί του κι έγινε κραυγή κι αλύχτισμα νυχτερινό.  
Ελάχιστη προσφορά τής καρδιάς μου,
το κάθε ξέχωρο αναγύρεμα ανασασμού
και σταγόνες απολογιστικής ανθρωπιάς.
Επιστρέφοντας στο σπίτι,
αφήνω σ’ ένα ξυλόσπιτο στην άκρη της αυλής μου,
σκέψεις και τύψεις.
Σκέψεις αγωνιώδεις,
για το «αύριο» των, από τους άλλους, παρατημένων ψυχών.
Τύψεις ασφυκτικές,
για το «τότε» τής -αδικαιολόγητα από… μένα- διωγμένης ψυχής
και που βασανιστικά τιμωρούμαι,
με μια ατέρμονη Σισύφειο απολογία
για την απερίσκεπτη, και επιεικώς χαρακτηρισμένη
ως «κολάσιμη», πράξη μου.
Τότε, κάποιο μουντό απόγευμα Πέμπτης. 


2 σχόλια: