Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020



12 ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 

από το τελευταίο μέρος του βιβλίου 

με τίτλο 

«Σελίδες από ένα κρυφό σημειωματάριο. 2020 μ.Χ.» 

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

που θα εκδοθεί και θα κυκλοφορήσει 

από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ 

τον προσεχή χειμώνα





ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Σελίδες από ένα κρυφό
 σημειωματάριο. 2020 μ.Χ.


Μόνο σώματα.

Ίσως να είναι λάθος μου που δεν μπορώ να ζήσω πουθενά αλλού παρά μόνο στην Ελλάδα. Λες και οι άλλοι τόποι δεν είναι πατρίδες, δεν ανασαίνουν κι εκεί τον ίδιο αέρα της Φύσης και δεν φωτίζονται κι εκεί από τον ίδιο ήλιο.
Κι όμως κάτι τους λείπει. Εγώ που παθιάζομαι να υποστη-ρίξω τον όπου γης συνάνθρωπο και που θεωρώ ως πιο ιερό καθή-κον τη συμπάθεια προς τα απανταχού ανθρώπινα όντα, ωστόσο, τ’ ορκίζομαι πως όλοι οι τόποι δεν χαρίζουν πατρικές γεύσεις, ού-τε ο αέρας τους ξανανιώνει μετά από κάθε δυστυχία, κι ούτε ο ή-λιος κρατάει στους ανθρώπους πιστή συντροφική παρέα μέχρι τη θνητή τους δύση. Δεν αρκεί να έχουν δει όλοι τον ήλιο: χρειά-ζεται και να τον έχουν νιώσει. Να μη ζουν μόνο, αλλά να στήνουν αυτί για να κρυφακούνε τι μυστικά ανταλλάσσει η Πλάση με το Δημιουργό της. Όλοι οι ξένοι τόποι προσφέρουν μόνο γήινα σώ-ματα, εγώ όμως ζητάω ουράνιες καρδιές. 
Και τα πρωινά, όταν η Αθηνά βλέπει το Σωκράτη, βαρυ-μένο από την πολλή σκέψη, ν’ ανηφορίζει με κόπο, απιθώνει το δόρυ, την ασπίδα και την περικεφαλαία της, και σαν αγαπημένη εγγονή τον υποβαστάζει από τον αγκώνα και τον υποδέχεται στον Ιερό Βράχο. Κι αυτό δεν είναι μύθος, όνειρο ή όραμα. Είναι αλη-θινό γεγονός που το περιγράφει η Ιστορία, για όποιον βέβαια ξέ-ρει να τη διαβάζει. Αχ, Ελλάδα, πόσο αθάνατη είσαι!

Το θαμμένο βιβλίο.

            Ήταν ένα παιδικό όνειρο που το έβλεπα συχνά. Κάθε τό-σο, λέει, φύτευα στον κήπο και από ένα βιβλίο που δεν είχα αγο-ράσει ακόμη. Το άνοιγα στη μέση, και το ακουμπούσα ανάσκελα στο φρεσκοσκαμμένο έδαφος. Μετά το σκέπαζα με χώμα, όχι για να το θάψω – ψέματα λέει ο τίτλος – μα για να το φυτέψω. Δεν χρειαζόταν ούτε να το ποτίσω ούτε και να του ρίξω λίπασμα. Αυ-τές τις ουσίες τις είχε το βιβλίο από μόνο του, αν βέβαια ήταν ά-ξιο να τις γεννήσει̇ ειδάλλως, άδικος ο κόπος, δεν θα μπορούσε να βοηθήσει κανένας. Μετά από λίγο, αν ήμουν τυχερός, έβλεπα το χώμα να ανασαλεύει και σιγά σιγά να φυτρώνουν βλαστάρια, φύλλα, λουλούδια και καρποί. Μα όλα αυτά δεν ήταν παιδιά φυ-τού, αλλά παιδιά από την καρδιά του βιβλίου, πνευματικά. Ήταν οι όμορφες σκέψεις που ξεπηδούσαν από τις σελίδες του και ανά-διναν ένα άρωμα όπως τα σκηνώματα των αγίων.
Ωστόσο από τα βιβλία που φύτευα πολύ λίγα φύτρωναν: τα περισσότερα απόμεναν θαμμένα στον κήπο, στα ράφια ή στα υπόγεια των βιβλιοπωλείων, άγονα και λυπημένα μέχρι τα βάθη της καρδιάς τους. Τελικά, μόνο τα βιβλία που έδιναν καρπούς α-ποφάσιζα ν’ αγοράσω από τα βιβλιοπωλεία. Και μετά, κάθε βρά-δυ έλεγα στην προσευχή μου: «Αν γράψω ποτέ κάποιο βιβλίο, κάνε Θε μου να αξίζει ν’ ανθίσει μέσα στον κήπο Σου, να πω κι εγώ πως κάτι φύτεψα στη ζωή μου».

Οι παρήγορες νύχτες.      

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο οι νύχτες μεγαλώνουν κι έρ-χονται όλο και πιο γοργά, η μια στριμώχνεται δίπλα στην άλλη για να μη δώσουνε θάρρος στις χαρμόσυνες μέρες να χωρέσουν  δειλά ανάμεσά τους.
Ξαπλώνουμε νωρίς κάθε βράδυ, γιατί η καθημερινή κού- ραση μας βαραίνει ολοένα και περισσότερο. Ακούω τις ανάσες μας, τόσο αδελφωμένες σα να μην αποφάσισε ποτέ ο Θεός να χω-ρίσει τα κορμιά των πρωτοπλάστων. Και καθώς το στέρνο σου α-νεβοκατεβαίνει, τόσο περισσότερο νοιώθω πως η επόμενη μέρα, αν και όπως πάντα ταλαιπωρημένη, θα ανατείλει χάρη σε σένα πιο ευωδιαστή. Κι όταν ξημερώνει, οι ευτυχισμένες καθημερινές μηδαμινότητες μεταμορφώνονται μαγικά σε συμβολικά νοήμα-τα: η μυρωδιά του χυμένου καφέ που τσιτσιρίζει στο μάτι της κουζίνας ֗ το τσουλουφάκι στον αριστερό σου κρόταφο που έχει γκριζάρει τον τελευταίο καιρό ֗ κάτι νεανικά σου σκέρτσα που τα συνεχίζεις και τώρα ακόμη, επειδή πάντοτε μ’ αρέσαν, και τόσα άλλα. Για όλα αυτά σου χρωστάω πολλές ευχαριστίες, μα όταν ανοίγω το στόμα, μου κάνεις νόημα με το δάχτυλο να σωπάσω,  γιατί ακόμη και τα πιο όμορφα λόγια μολύνουν το πολύτιμο χα-μόγελο της σιωπής μας.
Μάνα του γιου μου, δώσε μου κουράγιο. Μόνο σε σένα ελπίζω, για να μη θυμάμαι τα δυσάρεστα.

Η αλυσίδα της θλίψης.

            Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, όσο περνούσαν τα χρόνια γι-νόταν όλο και πιο λιγομίλητος. Όταν  σκεφτόταν το μέλλον, τότε που θα έχει χαθεί από τη ζωή, μου έλεγε λακωνικά πως κάθε φορά που θα τον θυμάμαι θα δακρύζω κάπως για λίγα λεπτά, και μετά θα ξεχνιέμαι παρασυρμένος από τις καθημερινές υποχρεώσεις. Και θα έρθει κάποτε ο καιρός που, μετά από αμείλικτη συνέχεια, δεν θα είμαι εγώ ο τελευταίος της θλιβερής διαδοχής, αλλά κάποι-ος άγνωστος απόγονος που θα θυμάται μόνο τον δικό του χαμένο γονιό, ενώ όλοι οι προηγούμενοι θα έχουμε απομείνει κρίκοι ά-δειας μνήμης. Τελικά, αυτό που δένει όλες τις γενιές με τους χα-μένους γονείς είναι μια αλυσίδα θλίψης που τον τελευταίο και πιο πονεμένο κρίκο της τον κρατάει ο έσχατος επιζών.
Μόλις έχει χαράξει, και παρατηρώ το γιο μου που κοιμά-ται, φαινομενικά αμέριμνος, αλλά ξέρω ότι ακόμη και στα όνειρά του αναρωτιέται πώς θα κερδίσει το μέλλον του, σε πείσμα τού-της της σκληρής εποχής. Χτες διάβαζε την ιστορία του κόμη Μο-ντεχρίστου για να μάθει με ποιο τρόπο εκδικούνται οι θνητοί τη συνωμοσία μιας άδικης ζωής. Γιε μου, δεν ξέρω πώς πρέπει να πιέσω, κι αν χρειαστεί να εκβιάσω το Θεό, όταν Τον αντιμετω-πίσω σαν πατέρας προς Πατέρα, για να σε βοηθήσει στο μέλλον. Έτσι ώστε η θλίψη σου, όταν κρατάς τον τελευταίο πιο πονεμένο κρίκο της αλυσίδας, να μην πάει χαμένη.     

Ατυχείς εμπνεύσεις.

Είχα γράψει για τη ζωή του πριν καν τον γνωρίσω. Δεν ή-ταν φανταστική περιπέτεια γεμάτη δράση˙ ήταν απλώς ένα βι-βλίο για κάποιο μάλλον συμπαθητικό άτομο που περνάει την κα-θημερινή του ρουτίνα απομονωμένο από τους άλλους, μέσα σε μιαν ηρεμία που προκαλεί λύπη σε όποιον τη σκέφτεται. Κι αν μερικές φορές περιέγραφα τα σφάλματά του, αμέσως μετά τα κά-λυπτα, γεμάτος ανεξικακία, με κάποιες ψεύτικες δικαιολογίες.
Μερικοί πάντως ήθελαν να τον πλησιάσουν και να διεκδι-κήσουν ίσως τη φιλία του˙ δεν τους ήταν απεχθής, αλλά κάτι τους εμπόδιζε. Έτσι, απόμενε πάντα μόνος, ξένος προς όλους, αλλά, πολύ φοβούμαι, και προς τον εαυτό του. Όταν κάποτε προσπάθη-σα κι εγώ να τον γνωρίσω καλύτερα, δεν μπορώ να πω ότι μου φέρθηκε εχθρικά. Με δέχτηκε όμως με μιαν ανεξήγητη παγερό-τητα, παρόλο που προσπάθησα, με κάθε όμορφο τρόπο, να με συ-μπαθήσει. Ξαφνικά όμως με  πλησίασε απειλητικά, με σηκωμένο το χέρι. Αυτή του τη χειρονομία την είχα κάπου ξαναδεί. Οπισθο-χώρησα απότομα, για να αμυνθώ και να καταλάβω τι έφταιγε.  
          Και τότε κατάλαβα: το βιβλίο που είχα γράψει γι’ αυτόν ήταν η αυτοβιογραφία μου. Και η χειρονομία του ήταν ίδια με τη δική μου, όταν προσπάθησα να χαστουκίσω τον Θεό που μ’ έπλα-σε, αφού μέσα στην απέραντη μεγαθυμία Του με θεωρεί πολύ κα-λύτερον από ό,τι είμαι στην πραγματικότητα.   

Η αυλαία.

Οι απαισιόδοξοι αναρωτιούνται: «Υπάρχουν άραγε γεγο-νότα στη ζωή μας που να μη μας είναι μισητά;». Κι εγώ, που ανα-γνωρίζω πέρα για πέρα το δίκιο τους και παραδέχομαι πως ο κό-σμος μας αποτελεί – όπως μας θυμίζει σαρκαστικά και το γνωστό ανέκδοτο – τον πρώτο κύκλο της κόλασης, ωστόσο διατηρώ μέσα μου μιαν αισιόδοξη επιφύλαξη. Ξέρω πως κάποιες βαθιές νύχτες, ανοίγει η αυλαία των ορθών ενδόμυχων σκέψεων, αυτών που νο-μίζουμε πως δεν υπάρχουν καν, και μας πείθουν να βρούμε λόγια αντάξιά τους να τις διαλαλήσουμε.
Και προσοχή, δεν είναι σκέψεις ονείρων. Είναι εκείνες που, ξεφεύγοντας από το ονειρικό μεταίχμιο, επισκέπτονται τα ε-γκόσμια. Αλλά πριν ακόμη διαφθαρούν από αυτά, παρεμβάλλε-ται ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα όπου παραμένουν αυ-τούσιες, όπως από τη γέννησή τους. Τότε ακριβώς είναι που πρέ-πει να αποχτήσεις τη δύναμη να στερηθείς για λίγο την ευδαιμο-νία του ύπνου σου, να ξυπνήσεις και να τις σημειώσεις στο μπλο-κάκι σου. Διότι όταν ξημερώσει, η αυλαία πέφτει, και σβήνουν σαν νυχτερινές οπτασίες και εξαφανίζονται στο άγνωστο. Και το-τε χρειάζεται καινούργια θαρρετή υπομονή, ώστε να παρηγορη-θείς γι’ αυτές που έχασες, αλλά και για να περιμένεις τη νέα ευ-λογημένη στιγμή που θα ξανασηκωθεί η αυλαία, για να τις υπο-δεχτείς ξανά στο μπλοκάκι της καρδιάς σου. 

Ένοχα επιχειρήματα.

Το έφερε η τύχη και κάποτε κληρώθηκα ένορκος σε δικα-στήριο. Είχαν φέρει τον κατηγορούμενο, τραυματισμένο με πλη-γή που δεν είχε κλείσει ακόμη. Ήταν χλωμός, ταλαιπωρημένος. Περιφερόταν άσκοπα με παράξενη διάθεση, ίσως για να επιδει-κνύει το τραύμα του. Σύμφωνα με το ιστορικό του συμβάντος, εί-χε μπλέξει σε μια συμπλοκή σε ταβέρνα, και ο αντίπαλος τον είχε τραυματίσει κάπως πιο ελαφρά, ενώ εκείνος, φοβήθηκε πάνω στον καυγά και αμύνθηκε βίαια, τραυματίζοντας τον άλλο θανά-σιμα. Ήμουν ο μόνος ένορκος, και όλοι οι άλλοι ήταν δικαστές. Κι ενώ εγώ τον λυπόμουν, οι δικαστές δεν έδιναν καμιά σημασία στην πληγή και ασχολούνταν με εντελώς μηδαμινές διαδικαστι-κές λεπτομέρειες, πράγμα που μου έκανε εντύπωση κι άρχισα να αμφιβάλλω για τη λογική τους και για το τι είδους απόφαση θα βγάλουν. Δικαστής λοιπόν σημαίνει σαδισμός και όχι δικαιοσύ-νη; Ο κατηγορούμενος τελικά κρίθηκε ένοχος με ομόφωνη από-φαση όλων τους, ενώ η δική μου αθωωτική ψήφος απόμεινε ολο-μόναχη και παραπονεμένη.
Ωστόσο, έμεινα κατάπληκτος όταν αργότερα έμαθα από σίγουρη πηγή πως ο κατηγορούμενος είχε αυτοτραυματιστεί ε-ντελώς ψύχραιμα, στην πονηρή προσπάθειά του να αθωωθεί.   
Και τότε κατάλαβα πως οι πληγές του καθενός μας, ποτέ δεν μας αθωώνουν, αλλά αποτελούν τα πιο ένοχα επιχειρήματα.

Το μαγικό σφουγγάρι.

Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, έκθαμβοι από την πολυμορφία της Φύσης, και έχοντας ερευνήσει τα μυστικά της, μας διδάσκουν πως όλα περιλαμβάνονται μέσα της: οτιδήποτε υλικό ή πνευμα-τικό, από την χαραυγή των αιώνων μέχρι τα τέλη της προφητείας˙ οτιδήποτε μηδαμινό ή ασύλληπτο σε μέγεθος, από την πιο αόρα-τη υλική σκόνη μέχρι τους ναούς των μεγακόσμων˙ και οτιδή-ποτε υπαρκτό ή ανύπαρκτο, από τα πιο συνηθισμένα συμβάντα της καθημερινής ζωής μέχρι τα απόρθητα άδυτα των ονείρων.
Μα δεν είναι μόνο να γνωρίζεις τα μυστικά της  Ύπαρξης, αλλά σαν δεύτερο βήμα πρέπει να μπορείς και να τα νιώθεις. Να τα ζεις μέσα σου σαν μια άλλη, δική σου εσωτερική πραγματι-κότητα.  Και σαν τρίτο βήμα, να τα παρακολουθείς, ανάσα προς ανάσα, από τα αίτια μέχρι τα αποτελέσματά τους. Πριν ακόμη από τις αόρατες ρίζες της ύπαρξής τους, και μέχρι πολύ μετά, με-χρι τις έσχατες, ακόμη πιο αόρατες συνέπειές τους.
Όλες αυτές οι γνώσεις είναι τα θαυματουργά κληροδοτή-ματα του Δέντρου της Γνώσης προς τους θνητούς, σε αποζημίω-ση της θνητότητάς τους.
Ωστόσο, από όλη τη Φύση λείπει ίσως το πιο σπουδαίο. Λείπει το μαγικό σφουγγάρι που θα έσβηνε όλα τα άσκημα γεγο-νότα της ζωής μας, πριν ακόμη γεννηθούν. Πού χάθηκε; Σε ποια σκοτεινή γωνιά μας κρύβεται ντροπιασμένο; 

Το λευκό κερί.

Με τη νύχτα δεν τολμάω να παίζω, γιατί μου χαρίζει ανα-μνήσεις πιο σκληρές από όσες μπορώ να βαστάξω. Πολλές φορές τινάζομαι ταραγμένος και μετά δεν με παίρνει ο ύπνος. Έτσι και χτες, μέσα στο σκοτάδι, όταν με επισκέφτηκαν πάλι, για να μ’ εκ-δικηθούν, εκείνες οι θλιβερές στιγμές, όταν ο πατέρας και η μη-τέρα μου έζησαν τις στερνές τους ανάσες, και την άλλη μέρα δεν ξύπνησαν, ενώ εγώ βρισκόμουν μακριά τους και δεν τους βα-στούσα το χέρι, να τους αποχαιρετήσω την ώρα του μισεμού.
Μα δεν είναι οι μόνοι. Ακολουθεί και η ατέλειωτη σειρά των αδικαίωτων αγνώστων, που ξεκινάει από το κρεβάτι μου και χάνεται στα βάθη των οριζόντων. Είναι τόσοι, ων ουκ έστιν αριθ-μός. Είναι, όπως ξέρετε, κι αυτοί οι αγαπημένοι μου νεκροί που έζησαν από καταβολής κόσμου ενώ σήμερα έχουν όλοι τους χα-θεί, χωρίς να νιώσουν, οι περισσότεροι από αυτούς, την τραγική ζέστα από χέρι αποχαιρετισμού. Βαστάω, προς χάρη τους, ένα μεγάλο λευκό κερί στη λειτουργία της Ανάστασης, αναμμένο  τη στιγμή του «Δεύτε λάβετε φως», για να τους θυμίζει τις λιγοστές χαρές της άγνωστης ζωής τους, που άναψε κι αυτή κάποτε και κατόπιν έσβησε αθόρυβα. Και το κρατάω όλη τη νύχτα άσβηστο στο εικονοστάσι, σ’ ένα ασημένιο κηροπήγιο – οικογενειακό κει-μήλιο – για να συναντηθεί πρώτη η φλόγα του με το φως του Αναστάσιμου Ηλίου, την αυγή του Πάσχα.

Οι χαμένες λέξεις.

            Όσο περνούν τα χρόνια, όλο και κάποιες λέξεις ξεφεύ-γουν από τις σελίδες μου. Κι όταν προσπαθώ να τις συνετίσω, το-σο εκείνες επαναστατούν περισσότερο. Χτες λοιπόν, καθώς έ-γραφα τη φράση: «κυνήγι άλλοτε ελπιδοφόρων και άλλοτε ανέλ-πιδων ερώτων», η περιζήτητη λέξη «ελπιδοφόρων» ξεπήδησε βί-αια από το χαρτί, κατρακύλησε στο γραφείο μου κι έπεσε, με έναν κούφιο ήχο, στο σκονισμένο πάτωμα. Την έχασα, κι όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να την ξαναβρώ. Συνεχίζοντας το γράψιμο, καθώς ολοκλήρωνα μιαν άλλη φράση: «όνειρα ευχάρι-στα και αισιόδοξα κλείνονται στους χώρους της καρδιάς μας», το πρώτο μέρος της: «όνειρα ευχάριστα και αισιόδοξα» κατρακύλη-σε κι αυτό σφαδάζοντας στο πάτωμα και χάθηκε.
            Στην αρχή δεν κατάλαβα τούτη την παράξενη διαδικασία σε βάρος μου. Όταν όμως αργότερα σκούπισα το δωμάτιο, και πέταξα τις σκόνες του πατώματος, είδα τις χαμένες λέξεις να γυα-λίζουν ειρωνικά στο καλάθι των αχρήστων. Και τότε κατάλαβα τι συνέβαινε. Δεν είναι δικό μου φταίξιμο. Δεν είναι τα χρόνια μου που περνούν και ζητούν να μ’ εκδικηθούν για άγνωστο λόγο, αφαιρώντας μου τις αισιόδοξες λέξεις και εγκαταλείποντάς με σε γεροντική απαισιοδοξία. Είναι η παράλογη εποχή μας, που μας στερεί από κάθε χαρούμενη προοπτική για το μέλλον, πετώντας την ελπίδα μέσα στις σκόνες και στα άχρηστα σκουπίδια.

Εγώ και ο άγνωστος.

Κοιτάζομαι  στον καθρέφτη. Αυτός ο άγνωστος είμαι εγώ; Και δεν μιλάω για τα ίχνη της φθοράς που ταλανίζουν την όψη μου˙ μιλάω για την ίδια μου την όψη. Είναι ένα κατασκεύασμα ανθρώπινου ζώου που καυχιέται ότι αποτελεί εμένα τον ίδιο, ο οποίος – αν όχι τίποτα άλλο – τουλάχιστον συνίσταμαι από μια ψυχική υπόσταση που μπορεί διανοητικά να αγκαλιάσει ολόκλη-ρο το Σύμπαν. Και αναρωτιέμαι πώς ένας σάρκινος μηχανισμός, χωρίς καμία πνευματική ή συναισθηματική σχέση μαζί μου, αλλά  με μόνη του απασχόληση τις βιολογικές μου λειτουργίες, από-χτησε το θράσος να πιστεύει ότι του ανήκω; Πώς τολμάει να πιστεύει ότι είμαστε ίδιοι επειδή ανασαίνουμε τον ίδιο αέρα, ή τρώμε και οι δυο από το ίδιο πιάτο φαγητού, και δεν ντρέπεται για ολόκληρη ύπαρξή του, αυτόν τον σιχαμερό όγκο, από σάρκες, κόκαλα, αίμα και περιττώματα; Και ακόμη γιατί δεν ντρέπεται που χρησιμοποιεί εμένα για δικό του λογαριασμό, ως ηθικό αυ-τουργό του ζωώδους του ζευγαρώματος για τη γέννηση απογό-νων που του μοιάζουν, ή των γενετήσιων διαστροφών του που δεν έχουν ούτε και την παραμικρή βιολογική σκοπιμότητα και που είναι τουλάχιστον παράλογες; 
Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος που γεννήθηκε παρά τη θέ-λησή μου για να υποχρεώσει τη μοίρα να γεννήσει και μένα, και που θα πεθάνει πάλι από ξένη βούληση, για να μ’ εξαναγκάσει να πεθάνω κι εγώ, ανίσχυρος, μαζί του;

Η μετά θάνατον μετάνοια.  

Όσα γνωρίζουμε για τη μετά θάνατον κατάσταση προέρ-χονται από μύθους. Ωστόσο, για κάποιες μεταθανάτιες στιγμές υ-πάρχουν εμπειρικές μαρτυρίες. Πρόκειται για περιγραφές ατό-μων που επέστρεψαν στη ζωή μετά από λίγων ωρών νεκροφά-νεια. Η μαρτυρία ενός φίλου, την οποία άκουσα εγώ ο ίδιος, εί-ναι χαρακτηριστική. Σε μια σοβαρή εγχείρηση που έκανε, ένιωσε να «βγαίνει» από το σώμα του και να ανεβαίνει στο ταβάνι του ι-ατρικού θαλάμου, ενώ κάτω, στο κρεβάτι του, παρατηρούσε μιαν ολόκληρη ομάδα γιατρών οι οποίοι αγωνίζονταν να τον συνεφέ-ρουν. Μετά συνάντησε τρεις πνευματικές οντότητες, που του ζή-τησαν, παρά τις επίμονες αντιρρήσεις του, να επιστρέψει πάλι  στη ζωή, διότι η ώρα του «αποχωρισμού» δεν είχε έρθει ακόμη.   
Υπάρχουν εκατοντάδες άλλες περιγραφές στην παραψυ-χολογική βιβλιογραφία, όπου «νεκροί», όταν «επέστρεψαν» από νεκροφάνεια, διηγούνται τις περιπέτειές τους από το «επέκεινα», σε φανταστικά τοπία, συντροφιά με πολλές άυλες παρουσίες. Και ήταν όλοι τους δυσαρεστημένοι επειδή γύριζαν πάλι στον κόσμο μας, διότι «εκεί» ένιωθαν πολύ καλύτερα. Και το μεγάλο δίδαγμα αυτής της φοβερής εμπειρίας τους ήταν ότι είχαν μετανιώσει για τα σφάλματα της επίγειας ζωής τους, ενώ το μόνο που άξιζε στην εδώ «παραμονή» τους ήταν να ζούνε συντροφιά με τις αρετές, γιατί όλα τα άλλα είναι ανάξια λόγου.  





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου