Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020


   2 Ποιήματα 

του Γιάννη Μπερούκα 

με τίτλους
"Νύσιο Πεδίο"
και
"Τίποτα"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





Ο Γιάννης Μπερούκας γεννήθηκε στο Αίγιο τον Νοέμβριο του 1952. Σπούδασε οικονομικά στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάσθηκε ως οικονομολόγος στον ιδιωτικό τομέα.
Ασχολείται με τον πεζογραφικό και ποιητικό λόγο. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει δυο μυθιστορήματα, τέσσερις ποιητικές συλλογές και έχει δυο συμμετοχές σε αντίστοιχα ανθολόγια ποίησης. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι παντρεμένος και πατέρας  δυο παιδιών.
                               
Έργα του ιδίου

Μοίρα γραμμένη, Εκδόσεις Ιωλκός 2015, μυθιστόρημα
Βένετο, Εκδόσεις Όστρια 2016, ποιήματα
Ανθολόγιο ποίησης, Εκδόσεις Όστρια 2016, συμμετοχή
Aksana, Εκδόσεις Όστρια 2017, μυθιστόρημα
Νύχτας απόσπασμα, Εκδόσεις οδός Πανός 2017, ποιήματα
Το μωβ των βράχων, Εκδόσεις οδός Πανός 2018, ποιήματα
Τα ποιήματα του 2017,Εκδόσεις Κοινωνία των δεκάτων 2018, συμμετοχή
Διάφανη παραίσθηση, Εκδόσεις οδός Πανός 2019, ποιήματα


Γιάννης  Μπερούκας


Νύσιο πεδίο

Στην πιο μαύρη νύχτα
ένα όπλο στον κρόταφο,
ένας αργοπορημένος δισταγμός
και μια παράφωνη  σιωπή
στο βωμό ενός παράταιρου έρωτα.
Αυγής το πρώτο ναυάγιο
η αλήθεια με τη μάσκα της λύπης
αδειάζει όλα τα όνειρα
στον πιο μεγάλο φόβο
και στο θρήνο
της μαραμένης γης.
Κι ότι κρατάς για το τέλος
ένα ξένο σώμα
σε ξεχασμένες διαδρομές
κι ότι χάνεται ξαναγυρίζει
με το μύρο της θάλασσας
κι ότι πεθαίνει ξαναγεννιέται
σαν το λουλούδι που ανθίζει
γιατί ακόμα πιστεύει στην άνοιξη.


*****

Τίποτα

Η βροχή όλη τη νύχτα έπεφτε ασταμάτητα
κι ο δρόμος παγερός και μόνος.
Μόνο οι αναμνήσεις σαν σκιές
γλιστρούσαν αθόρυβα στο σκοτάδι
καθώς η ομίχλη είχε αρχίσει να τις πολιορκεί.
Η σειρήνα χτύπησε ξαφνικά
διώχνοντας τα όνειρα
που τρομαγμένα έτρεξαν να κρυφτούν
δίνοντας τη θέση τους στην πραγματικότητα.
Η πόλη άδεια χωρίς λιμάνι έμοιαζε νεκρή.
Τα μάτια ορθάνοικτα στο σκοτάδι
κι οι ελπίδες μέσα σε σφιγμένα χείλη.
Μέσα του, μόνο κάτι λυπημένες νότες
είχαν βρει καταφύγιο.
Εκείνο το βράδυ, το ανηφορικό καλντερίμι
λουσμένο στα φώτα, φεγγοβολούσε
κόβοντας το σκοτάδι στη μέση
και καθώς η άκρη του άγγιζε τον ουρανό
πήρε την ψυχή του και την οδήγησε εκεί.
Άφησε μόνο το σώμα του, που μέσα του
δε βρέθηκε τίποτα, ούτε μια ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου