Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020



Ένα κειμενο της

Μαρία Α. Μίτλεττον

με τίτλο 

"Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;"

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Η Μαρία Α. Μίτλεττον γεννήθηκε στην Κύπρο και σπούδασε κλασική φιλολογία, φιλοσοφία και αρχαίο ελληνικό δράμα. Εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Γυναικών Λόγος» και τα θεατρικά «Ἡ τοῦ Σωκράτους δίκη ἐν θεάτρῳ» (σε συνεργασία με τη Χρίστια Μίτλεττον) και «Το πλοίο».



Μαρία Α. Μίτλεττον 

Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;


«Μπροστά στο φοβερό κίνδυνο που διατρέχουμε —για την υγεία, την καλή διαβίωση και τον πολιτισμό— πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε τη φοβερή επίθεση, να εξοντώσουμε το μίασμα και ν’ απαλλάξουμε τον τόπο από την απειλή! Στον αγώνα αυτόν θα μετρηθεί η συμβολή εκάστου και θα αποκαλυφθούν οι αδιάφοροι. Πρέπει να εξοντώσουμε τις μύγες!
… «Ν’ αρχίσει η διανομή», πρόσταξε μ’ ένα νεύμα ο ελεγκτής. Ξεκίνησε ο πρώτος. Έπρεπε να περάσει μπροστά από αυτόν. «Τις μύγες σου», ζήτησε ο βοηθός. «Ποιες μύγες;» «Αυτές που έπρεπε να πιάσεις». «Δεν έχω». «Το ξέχασες, δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες; Λέγε»… Ένας από τα καλόπαιδα, τους ζητωκραυγαστές, από τους φανερούς κράχτες, είχε μαζέψει δεκαοχτώ. «Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!»
 (Α. Φραγκιάς, Λοιμός)



  «Κυρά Μαριγώ, κυρά Μαριγώ», τη φώναζε η Σάντρα, η γειτόνισσα. Ήταν νεαρότερη, κοντινή και μακρινή, κλειδαμπαρωμένη κι ετούτη στον τόπο της εξορίας και του εγκλεισμού, το κολλημένο πάνω της σπίτι της συνοικίας που είχε μπει σε καραντίνα με τον νέο λοιμό. Μόνο που η Σάντρα δεν ήταν μόνη. Μπροστά στον υπολογιστή της, έκανε τηλεδιασκέψεις με τους συνεργάτες της. Άκουγε κι η Μαριγώ τις φωνές τους. Ήξερε πια τη χροιά του καθενός. Αν βαρυκοιμήθηκε τη νύχτα κι αν έπληξε μέσα στο σπίτι όπου τιτίβιζαν πολλοί, καθείς με τις αξιώσεις του και τις παραξενιές του.
  Όλοι τούτοι οι ξένοι της Σάντρας, που τους χώριζαν χιλιόμετρα κι ένας τοίχος, της θύμιζαν την αλλοτινή ζωή της. Τότε που είχε πόδια κι έβγαινε από το σπίτι. Τότε που τιτίβιζε. Τότε που καθάριζε με το βρεγμένο σφουγγαρόπανο όλο τούτο το δίπατο μοναχή της. Βέβαια τότε είχε άλλη γειτόνισσα. Τη Φωτεινή. Η Φωτεινή χάθηκε μια μέρα, ένα καλοκαίρι, όταν χάθηκε ο άντρας της, και δεν την είδε ποτέ κανείς. Έφυγε μέσα σ’ ένα μυγολόι κακοσήμαδο κι αποπνικτικό. Κάθε που καλοκαίριαζε, τέτοιες μέρες, η Μαριγώ επέμενε να τη μνημονεύει. Φέτος έμεινε ανήμπορη. Πώς, με τι να τη μνημονέψει; Δεν είχε τίποτε, μόνο το ανελέητο μυγολόι του καλοκαιριού και της Σάντρας.
  Η Σάντρα ήταν θορυβώδης. Ιδιαίτερα σε τούτη την πανδημία που έκλεισε τον κόσμο μέσα. Πάλευε με τις επαφές της, όλο την άκουγε στο τηλέφωνο, στις συνεδρίες, ήξερε απ’ έξω την καθημερινότητά της. Μια καθημερινότητα που δεν ήξερε πριν, αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς δεν την περιελάμβανε ποτέ. Της θύμιζε τη ζωή της. Πριν και τώρα. Πριν στο Ποζιτάνο, τώρα εδώ, στο δίπατο που του τρίζουν τα πατώματα που άλλοτε γυάλιζε με το σφουγγαρόπανο. Η Σάντρα ήταν, λοιπόν, ο βασανιστής της. Χωρίς να το επιδιώκει. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται.
  «Κυρά Μαριγώ, κυρά Μαριγώ», άκουσε πάλι τη φωνή της.
«Είναι δυνατόν να φωνάζει εμένα; Μπορεί να φωνάζει εμένα; Να με ξέρει; Να ξέρει τ’ όνομά μου; Μπορεί να με ακούσει; Κι αν μου συνέβαινε, ας πούμε, κάτι, τώρα που είμαι εδώ μέσα μοναχή μου; Αν πέθαινα; Αν ήτανε η Φωτεινή, θα ήσανε αλλιώς τα πράματα. Θα ’βγαινε ανεμπόδιστη η φωνή από το λαρύγγι μου. Θα της έλεγα «Φωτεινή, μωρέ Φωτεινή, τρέχα». Εκείνη θα ξεκίναγε σαν το χελιδόνι. Θα σήκωνε το χαλάκι της ξώπορτας, θα ’πιανε το δεύτερο κλειδί, θα το ’βαζε στην εσοχή, θ’ άνοιγε και θα ’τρεχε κοντά μου».
Τώρα έκανε σκέψεις με τη Σάντρα. Τι θα έκανε, ας πούμε, η Σάντρα, αν πέθαινε; Θα πάσχιζε αυτή να βγάλει φωνή από το λαρύγγι της την ώρα που η άλλη θα μιλούσε στους συνεργάτες της που θα βούιζαν σαν ζωηρό σμάρι από μύγες. Κι εκεί, εκεί που η Μαριγώ θα πνιγόταν δίχως να βγαίνει η φωνή από το λαρύγγι της, η Σάντρα θα έδινε ίσως οδηγίες για μυγοσχέδια, μυγοδιασκέψεις ή μυγόσουπα. «Αχ», θα σκεφτόταν η Μαριγώ, «κανείς δε θα με προλάβει!» Θα έπεφτε στα πλακάκια της κουζίνας με τη μυγοσκοτώστρα του Γιώργη, μοναδική της συντροφιά τόσον καιρό.
 Ύστερα, έχοντας μόλις φύγει από το σώμα της, θα την έβλεπε να μπαίνει στο δίπατο σπίτι της μαζί μ’ εκείνους με τις άσπρες ρόμπες. Θα φορούσε κι εκείνη άσπρη ρόμπα. «Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;» θα ρώταγε η Σάντρα, σκύβοντας από πάνω της. «Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!» Γιατί θα έβλεπε τα βαζάκια τα γεμάτα ίσαμε πάνω με μύγες. Μύγες που η Μαριγώ μάζευε εδώ και μήνες, για να ξορκίσει το κακό και τον χρόνο. Από τότε που χάθηκε κι η Φωτεινή, κι ύστερα κάποιοι είπαν ότι τη βρήκαν μ’ ένα μυγολόι πάνω στο άψυχο σώμα της, η Μαριγώ μάζευε μύγες. Η μυγοσκοτώστρα του Γιώργη κρεμόταν πάντα σ’ ένα καρφί πίσω απ' την ξώπορτα, για να διώχνει το μίασμα μακριά. Τις έβαζε σε βαζάκια και παρατηρούσε πώς άλλαζαν χρώμα με την πρόοδο του φυσικού φωτός και της μέρας. Ύστερα με την ανώφελη πάροδο των ημερών. Τις έβαζε σε βαζάκια που έκλεινε αεροστεγώς φυλακίζοντας έτσι και την πιθανότητα ενός θανάτου μες στην αλλοφροσύνη και τη μοναξιά.
  «Γνωρίζατε ότι υπήρχε δεύτερο κλειδί;»
«Πού να το γνωρίζω, άνθρωπέ μου;»
«Ακούσατε ή υποψιαστήκατε κάτι τις τελευταίες μέρες;»
«Και τι είμαι εγώ για να ακούω τους γείτονες; Ήμουν απορροφημένη στη ζωή μου».
«Τι γνωρίζατε επιτέλους για τη γειτόνισσα;»
Τι να γνώριζε για κείνην η Σάντρα; Ότι ίσως ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ότι ίσως κυκλοφορούσε με λουλουδένιες, πολυκαιρισμένες ρόμπες και πότιζε με κόπο τα λουλούδια του παραθύρου της… Πού να ξέρει για τη ζωή της στο Ποζιτάνο με την οικογένεια και τον άντρα της, για τη φιλία των υστερινών της με τη Φωτεινή, σαν απέμεινε μονάχη, για τα λιγοστά φαγώσιμα, για την ανημπόρια της, για τις μύγες από κείνο το καλοκαίρι που χάθηκε η Φωτεινή  μέχρι και τούτο το καλοκαίρι της επίσημης εξορίας, για τους πεθαμένους της και τους βασανιστές της; Ιδιαίτερα για τις μύγες κανείς δεν ήξερε. «Πόσες μύγες μάζεψες σήμερα;» θα τη ρωτούσε ίσως κι ο δικαστής χωρίς πρόσωπο στο δικαστήριο τ’ ουρανού. «Πόσο φόβο και πόση μοναξιά μάζεψες σήμερα; Πόσες αναμνήσεις έκλεισες στο βαζάκι, για να μη βουΐζουν ανεξέλεγκτα και να μην εξαπλώσουν εγκληματικά τη νόσο;»
  «Κυρά Μαριγώ, κυρά Μαριγώ»… Είναι αυτή. Από το παράθυρο. Η Σάντρα. Ξέρει πως η φωνή της είναι κακαριστή και πως μοιάζει με ντάμα της τράπουλας.
«Κυρά Μαριγώ, ελάτε, έχω κολοκυθόσπορους για ζυμωτό ψωμί και φασκόμηλο για τσάι. Θα ερχόμουν εγώ, όμως έχω σύσκεψη με τους συνεργάτες μου σε λίγα λεπτά. Μπορείτε να σας τα δώσω από το παράθυρο;»
Η Μαριγώ συνειδητοποιεί ότι η ντάμα απευθύνεται σ’ εκείνη. Βάζει ένα παλιό, μεταξωτό μαντίλι στο πρόσωπο και σέρνει με κόπο το κορμί της στο παράθυρο. Στο ένα της χέρι πιάνει ξανά τη μυγοσκοτώστρα του Γιώργη. Δεν ξέρεις καμιά φορά… Η ντάμα έχει ήδη βγάλει τον μισό κορμό της από το παράθυρο κι έχει τεντώσει τους μακριούς της βραχίονες, που ’ναι σαν ποίημα γλυπτικής.
«Να, πάρτε. Πρέπει σε τέτοιες συνθήκες να μοιραζόμαστε».
Η Μαριγώ ευχαριστιέται για μια στιγμή, κάνει να τεντωθεί, να πιάσει τους κολοκυθόσπορους, θα τους βάλει, σκέφτεται, στο μνημόσυνο του Γιώργη, της Φωτεινής, των πεθαμένων της. Θα κάμει η ίδια μόνη της την τελετή στα λίγα τετραγωνικά του εγκλεισμού της. Θα τους πει με την αδύνατη φωνή της ποζιτάνικα τραγούδια. Στο τέλος θα συρθεί ως το παράθυρο και θα πετάξει τα «κόλλυβα» στον αέρα σταυρώνοντάς τα τρεις φορές. Κάνει να πιάσει τους κολοκυθόσπορους. Για το φασκόμηλο δεν την ενδιαφέρει. Τεντώνεται. Η χούφτα της θα ενωθεί σε λίγα δευτερόλεπτα κι εκατοστά με τη χούφτα της άλλης. Θα είναι η πρώτη τους επαφή.  «Λίγο ακόμα, κυρά Μαριγώ». Είναι νέα, υγιής. Τεντώνεται. Κι η άλλη τεντώνεται. Ο κορμός της ακούγεται σαν σκουριασμένος μεντεσές. «Λίγο ακόμα...».
  Ύστερα ακούγεται εκείνος ο απαίσιος ήχος, η Σάντρα βγάζει μια κραυγή και κλείνει με την ανοιγμένη χούφτα της το στόμα της. Ο αέρας γεμίζει κολοκυθόσπορους για τον Γιώργη, τη Φωτεινή, τους πεθαμένους. Κολοκυθόσπορους για τα μνημόσυνα της οδού Προμαχώνα της εποχής της εξορίας. Κολοκυθόσπορους και μύγες. Μύγες που δραπετεύουν από τα βαζάκια, για να δείξει η Μαριγώ στους βασανιστές της και τον δικαστή χωρίς πρόσωπο στο δικαστήριο τ’ ουρανού. Μύγες που ενοχλούν τις τηλεδιασκέψεις όσων ακόμα έχουν κάποιους να μιλήσουν. Μύγες που μεγαλώνουν τη βρομιά του αέρα και της γης τούτη την αβάσταχτη εποχή του άλλου λοιμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου