Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020


                

Ένα κείμενο του 


ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΜΠΟΛΙΑΔΗ

με τίτλο

"ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΟΓΟ"

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



΄
ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΙΑΔΗΣ


Ο Φοίβος Σταμπολιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977.

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Καποδιστρικό Πανεπιστήμιο και Μέσα Επικοινωνίας στο Πάντειο. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Lancaster.
Ασχολείται τα τελευταία 20 χρόνια με τη φωτογραφία. Έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο. Έργα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Φωτογράφος και στο ηλεκτρονικό περιοδικό φωτογραφίας ifocus.gr.
Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά λογοτεχνίας 
Αγαπά τα μακρινά ταξίδια με τη μοτοσυκλέτα, μελετά Λογοτεχνία, Ψυχολογία και Βυζαντινή Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης. Ασχολείται με το σχέδιο και τη χαρακτική.



ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΙΑΔΗΣ




ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΟΓΟ     




             
Απολλωνία
Σαββατόβραδο του Ιούνη και η ώρα εννέα. Το βαπόρι από το ατσάλινο στόμα του καταπίνει αχόρταγα ανθρώπους και φορτηγά. Νταλίκες με μουγκρητά υπό τις οδηγίες του πληρώματος, λες και αρνούνται με πείσμα, μπαίνουν στο στομάχι του κήτους. Οι επιβάτες με τα μπαγκάζια στα χέρια σχηματίζουν ουρές στη σκάλα. Η ατμόσφαιρα σου προκαλεί  δυσφορία. Υγρασία, μαυρίλα από  τις εξατμίσεις, φωνές, ανακοινώσεις στη διαπασών. Οι γλάροι πετούν τριγύρω με κρωξίματα. Αερομαχίες για ένα κομμάτι μπαγιάτικο κουλούρι, πατατάκια, κανένα φιστικί. Οι γριές, οι περισσότερες στα μαύρα ντυμένες, έχουν πιάσει από νωρίς τους καναπέδες. Το ταξίδι διαρκεί πολλές ώρες, τα κουρασμένα τους κορμιά, σκαριά δαρμένα από τα βάσανα αναζητούν ανάπαυση.

Παρέες νεαρών με μπύρες στα χέρια και τσιγάρο στο στόμα, παιδιά ανέμελα να τρέχουν στους διαδρόμους. Όσοι ταξιδεύουν μόνοι καρφωμένοι στην καρέκλα, βλέπουν ταινίες στον υπολογιστή ή μιλάνε εδώ και ώρα. Οι περισσότεροι μάλλον θα φλυαρούν σκοτώνοντας το χρόνο τους.

Ύποπτοι και ανύποπτοι κυκλοφορούν  εδώ και εκεί, μέσα έξω, κάτω πάνω. Ένα mix grill ανθρώπων που καπνίζονται από το ντουμάνι του φουγάρου. Το σαλόνι της τρίτης θέσης με τα αεροπορικά καθίσματα ήταν κλειδωμένο. Μια περίεργη νευρικότητα διάχυτη στο χώρο. Τέσσερις ένστολοι αστυνομικοί συνοδεύουν κρατούμενους με αλυσίδες στα χέρια. Η δραπέτευση είναι αδύνατη υπό τέτοιες συνθήκες, μια ομηρία όμως πάνω στην απελπισία διόλου απίθανη. Το πρωτόκολλο ιδιαιτέρως αυστηρό δεν επιτρέπει για κανένα λόγο σε επιβάτες να πλησιάσουν στον χώρο. Δυο εκ των κρατουμένων με τατουάζ στα μπράτσα, σύμβολα χωρίς νόημα, κώδικες τιμής ενός κόσμου που ζει στη σκιά αλλά με τις πράξεις του χειραγωγεί την καθημερινή ζωή φιλήσυχων και ανυποψίαστων πολιτών.



Με καθυστέρηση μιάμισης ώρας, το πλοίο έλυσε κάβους, νωχελικά βγήκε από το λιμάνι και ξανοίχτηκε στο πέλαγος σε πορεία ευθεία νυχτερινή. Κάθισε στο σαλόνι με τα τραπεζοκαθίσματα να πιει μια πορτοκαλάδα και να διαβάσει το αγαπημένο του βιβλίο. Η ίδια ιεροτελεστία κάθε φορά. Την απολάμβανε όμως το ίδιο έντονα παρόλο που ταξίδευε σχεδόν κάθε μήνα. Του άρεσε που η μετάβαση σε μια άλλη πραγματικότητα γινόταν με ρυθμό αργό  και δυνατότητα προσαρμογής. Όσο ξεμάκραινε το πλοίο, το μυαλό του άδειαζε από τις περιττές σκέψεις. Ο φυσικός χρόνος επιβραδυνόταν με μεγάλη ταχύτητα και είχε την ευχέρεια να μυρίσει την αλμύρα της θάλασσας , να απολαύσει το καθρέφτισμα του φεγγαριού στο βαθύ μπλε. Με τα φώτα της στεριάς να χάνονται στον ορίζοντα, βρήκε μια γωνία να ξαπλώσει. Ένα ελαφρύ γεύμα ήταν ό,τι κουβαλούσε. Το νερό το έπινε με μέτρο. Δεν ήθελε με τίποτα η φυσική ανάγκη να τον ξυπνήσει. Το μπάνιο ήταν στην άλλη άκρη του διαδρόμου και δεν είχε καμιά διάθεση να σηκώνεται. Εφιάλτες δεν έβλεπε, συνεπώς κάθε παρεμβολή στο ονειρικό του ταξίδι ήταν εντελώς δυσάρεστη. Σε λίγα λεπτά αποκοιμήθηκε. Το πλοίο λικνιζόταν στο βουβό κύμα. Με τόση ζεστασιά και ησυχία ο ύπνος ήταν βαθύς και ήρεμος.

Σπάνια, όταν επέτρεπαν τα οικονομικά, έκλεινε θέση στο αεροπλάνο. Προσπαθούσε πάντως να το αποφεύγει. Η φάση της απογείωσης του δημιουργούσε έκσταση. Η μεγάλη ώθηση των κινητήρων  ξεκολλάει τον μυαλό. Η απότομη αλλαγή της πίεσης σου διαταράσσει το κέντρο ελέγχου. Παραλύει κάθε προσπάθεια να σκεφτείς. Η πτήση μια χαρμολύπη. Λύπη για την πλήρη απώλεια  ελέγχου και την ταχύτητα που πλησιάζεις όλα όσα σε περιμένουν στον προορισμό. Χαρά για την εφευρετικότητα του ανθρώπου και την πλήρη απώλεια ελέγχου. Η ρευστότητα, το ενδεχόμενο της αλλαγής, κάτι να μην πάει σύμφωνα με το σχέδιο πτήσης. Ο φόβος του μοιραίου.



Ξύπνησε μοναχά όταν τα μεγάφωνα ανακοίνωναν την άφιξη στο λιμάνι.

Τις δυο πρώτες μέρες τις πέρασε ρυθμίζοντας τα του σπιτιού, καθάρισμα, ψώνια, επιδιορθώσεις. Έβρισκε την ευκαιρία να ξεχωρίζει τίποτα άχρηστα μικροπράγματα, ό,τι είχε χάσει το ενδιαφέρον του. Ήθελε το σπίτι λιτό και απέριττο. Την τρίτη μέρα αποφάσισε να πάει στην νότια πλευρά για μπάνιο. Δεν ήθελε παρέα. Ανάσες, διάβασμα και θάλασσα ήταν οι επείγουσες ανάγκες του. Πήρε τον κεντρικό δρόμο και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε στην παραλία που αγαπούσε. Τακτοποιήθηκε, ξάπλωσε και ξεφύσηξε με ανακούφιση. Η ζέστη ήταν αφόρητη και ο δρόμος του μακρύς.

Αχόρταγα και σε κατάσταση μέθης έπεσε στα καταγάλανα νερά. Το μυαλό του άδειο, κολυμπούσε αδιαφορώντας για το ρεύμα που τον παρέσερνε στου κύματος την ατέρμονη δύνη. Φούσκωνε τα πνευμόνια αέρα και χανόταν όσο βαστούσε η ανάσα κάτω από την επιφάνεια. Έσπρωχνε τον εαυτό του όλο και πιο βαθιά στα απύθμενα νερά, στο κόσμο της σιωπής και της λησμονιάς. Ένιωθε ασφαλής. Έπαιρνε δυο βότσαλα και τα χτυπούσε ρυθμικά. Οι δονήσεις και ο ήχος τους, ξυπνούσαν την ασίγαστη ορμή. Κάποια στιγμή ένιωσε την πείνα να τον κυριεύει. Ό,τι φαγώσιμο είχε μαζί του είχε κάνει φτερά. Μια φρατζόλα ψωμί και τυρί. Η ξύλινη καντίνα τα απολύτως απαραίτητα. Πήρε μια μπύρα και ένα σάντουιτς ζαμπόν τυρί να γεμίσει το στομάχι του. Έφαγε το σάντουιτς λαίμαργα επί τόπου, τη μπύρα και ένα μπουκάλι νερό τα κράτησε να τα απολαύσει  στη σκιά ξαπλωμένος κατάχαμα. Ο παφλασμός των κυμάτων και το αλκοόλ, τα ναρκωτικά του καλοκαιριού του.


Ξαναπήρε το μονοπάτι. Μπροστά του ορθωνόταν μια μεγάλη χαρουπιά με πυκνό φύλλωμα  και τα ώριμα ξυλοκέρατα να κρέμονται ηδονικά σε ομάδες. Πόσο τον συγκινούσε αυτό το δέντρο. Η αντοχή του στο ξερό αυτό τόπο απαράμιλλη. Για να ανταπεξέλθει αναζητούσε με τις ρίζες του σε μεγάλα βάθη την αναγκαία υγρασία για την επιβίωση του. Αυτό του έδινε και το πλεονέκτημα έναντι στους δυνατούς αέρηδες που σάρωναν το νησί το χειμώνα. Η αλμύρα της θάλασσας δεν είχε καμιά επίδραση στην ανάπτυξή του. Οι παραφυάδες που ξεπετάγονταν στα ριζά του ξεγελούσαν ακόμα και το θάνατο. Η νέα γενιά κλαδιών θα διαδεχόταν τον κεντρικό κορμό ακόμα και αν έπεφτε θύμα ενός κεραυνού, μιας καταστροφικής πυρκαγιάς. Το τιμούσαν ιδιαίτερα, όπως και την ελιά εδώ και χιλιάδες χρόνια. Κάποιος θεός τους έταξε, ποτέ δεν θα πεινάσουν. Να μη φοβηθούν. Λίγο λάδι, ψωμί από χαρούπι, ξύλα για το τζάκι.

Με τη  μπύρα ανά χείρας και τα κέρματα από τα ρέστα να κουδουνίζουν στην τσέπη του, συνέχισε για την παραλία. Είχε σηκώσει ένα ελαφρύ αεράκι, σύνηθες τέτοια ώρα. Τρεις το μεσημέρι, ο Ήλιος στο απόγειό του. Τον έπιασε ελαφρά ζαλάδα. Είχε ξεχάσει και τα σκούρα του γυαλιά, όπως πάντα. Ένα μικρό σύννεφο σκόνης σηκώθηκε. Έμεινε με σκυμμένο το κεφάλι να περάσει η αναταραχή. Τα μάτια του γέμισαν σκόνη. Ένιωσε να χάνει το φως του. Οι κόκκοι γεμάτοι από την  αλμύρα της  θάλασσας που χανόταν στην αγκάλη της, τον τύφλωσαν. Δάκρυσε. Τι ειρωνεία.

Ήπιε δυο γουλιές νερό, έβρεξε τα μέτωπό του και συνήλθε. Το θέαμα που αντίκρισε τον εξέπληξε. Ένα μαύρο άλογο στεκόταν σε απόσταση δέκα μέτρων να τον κοιτά στα μάτια. 




Θυμήθηκε το μύθο του Φαέθωντα. Τα άλογα του Ήλιου οδηγούν το άρμα του στον ουρανό προς το απέραντο χάος και πάλι πίσω στην γη κατακρημνίζοντάς τον στα νερά του Ηριδανού. Έξοδος διαφυγής δεν υπήρχε. Δεξιά και αριστερά πέτρες, χαμηλοί θάμνοι που ίσως έκρυβαν φίδια ή σαύρες. Τα ερπετά τα σιχαινόταν. Με παντόφλες και σορτσάκι, το ενδεχόμενο να πέσει θύμα μιας επίθεσης δεν απείχε από την πραγματικότητα. Πλησίασε με δισταγμό. Δεν ήξερε πόσο του το επέτρεπε. Το άλογο παρέμενε ακίνητο, να ξεχειλίζει ωμή δύναμη και σθένος. Το χάιδεψε ανάμεσα στα αυτιά, ύστερα στην χαίτη. Το άλογο έκανε ένα βήμα εμπρός και έγειρε λίγο το κεφάλι να τον μυρίσει. Τρόμαξε και τα νομίσματα κουδούνισαν στην τσέπη του. Μια βόλτα στην ακροθαλασσιά στη ράχη του, σκέφτηκε. Δεμένο με σκοινί,  ανήκε σε άλλον. Κάποιον άλλον περίμενε. Ανήκε αλλού. Ίσως στο μέλλον να είχε μια ευκαιρία να ιππεύσει. Έβγαλε με το κινητό μια φωτογραφία αναμνηστική, το χαιρέτισε χαρούμενος και συνέχισε.

 Η μπύρα ήταν ακόμα παγωμένη.



1/7/2019                     



                                                                   











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου