Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

 

Ένα διήγημα του
ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ
με τίτλο
“Η ΓΕΦΥΡΑ”
στα
ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





Η γέφυρα

 

«Ελευθερία σημαίνει σωστή γνώση».

            Κάπου την έχει ξανακούσει τούτη τη φράση. Μπορεί και να την έχει διαβάσει. Το αγκομαχητό της μηχανής δεν τον αφήνει να θυμηθεί. Και είναι φράση τόσο ακατανόητη… Τι στην οργή; Πώς του κόλλησε στο μυαλό;

            Απλώνει το χέρι να δώσει περισσότερο ατμό. Έπειτα ρίχνει μια ματιά στο μανόμετρο και το βλέμμα του πέφτει πάλι μπροστά, στις σιδερένιες γραμμές. Η βαριά ατμάμαξα προχωρεί πάντα ξεφυσώντας. Από το φουγάρο της βγαίνει καπνός παχύς, αδιαπέραστος. Και την ακολουθεί σαν τεράστιο, πένθιμο λοφίο.

            Είναι ένα χειμωνιάτικο πρωινό. Όλα κάτασπρα από το χιόνι. Η αμαξοστοιχία 1241 σκαρφαλώνει στα βουνά της Ρούμελης σαν τεράστια κάμπια. Η ατμομηχανή της – η «Φρεγάδα» –, παρ’ όλα τα χρόνια της, αντέχει στην ανηφόρα. Κι όχι μόνο αντέχει, μα κάνει και τέλεια δουλειά. Αλλά μπορούσε να μην κάνει; Αφού έχει μηχανοδηγό εκείνον, άνθρωπο μερακλή, μάστορα με τα όλα του. Που την προσέχει και την περιποιείται  καλύτερα κι από γυναίκα.

            Μυστήριο  πράγμα πώς δένεται καμιά φορά ο άνθρωπος με το σίδερο. Όταν παλιά, νιόβγαλτος μηχανοδηγός, πήγε να πρωτοπαραλάβει τούτη τη μηχανή, δε θα πίστευε ποτέ πως θα έβαζε όλον αυτόν τον σιδερένιο όγκο τόσο βαθιά στην καρδιά του. Δε θα το πίστευε και να τον σκότωνες. Την είδε, όμως, και τα έχασε. Η θωριά της, το περπάτημά της, η ίδια της η ψυχή. Ήταν αληθινή αρχόντισσα. Στο άψε σβήσε, της βρήκε το πιο ταιριαστό όνομα: «Φρεγάδα». Θα ήταν μεγάλη βρισιά να την ονομάσει αλλιώς. Και στο πρώτο κιόλας δρομολόγιο της έβγαλε και φωτογραφία. Κι αυτός καμάρωνε, με το κασκέτο στραβά, ψηλά στα μπαλκόνια της. Όχι μηχανοδηγός αλλά ναύαρχος. Και από τότε αχώριστοι. Και δώστου να την περιποιείται, να την πλένει, να τη λαδώνει. Δώστου να τη σενιάρει. Και καθώς η μοίρα τού στέρησε γυναίκα και οικογένεια – αχώριστοι σας λέω. Ζευγάρι ερωτευμένο. Πού να φανταστεί κανείς τέτοια παιδιαρίσματα. Και από ποιον; Από αυτόν που πέρασε των παθών του. Που έζησε Σμύρνες, που έζησε το ’22, που έζησε προσφυγιά. Που είδε τους δικούς του να σβήνουν σαν κεριά. Που είδαν και είδαν τα μάτια του.

Πού να το φανταστεί κανείς; Ας όψεται ο θεός των σιδηροδρόμων.

            Και πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η στιγμή για το σημερινό, το σημαδιακό ταξίδι. Και μαζί τους – πώς τον ξεχάσαμε τον κακομοίρη; – ο βοηθός του, ο θερμαστής, ο Βαβός.

            – Βρε Βαβέ, τι με κοιτάς σα χαμένος; Κάρβουνο, βρε! Αποξεχάστηκες;

            Ο θερμαστής τραντάζεται και υπακούει αμέσως. Αρπάζει το φτυάρι και ρίχνει κάρβουνο στο στόμα του καζανιού, με έναν ρυθμό έμπειρο, ζωοδότη.

            Είναι καλό παιδί ο Βαβός, μάλαμα. Και γεροδεμένος σαν ταύρος. Και αγαθός μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Βαβός με τ’ όνομα. Το φτυάρι τον τρέμει. Καθώς φτυαρίζει, το πρόσωπο και το στήθος του αντιλαμπίζουν, καψαλισμένα από την πυρά του καζανιού. Και πίσω, οι πλάτες του, λες και ζουν σ’ άλλον τόπο, παγωμένες μες στο καταχείμωνο. Καθώς δουλεύει ο θερμαστής, κουβαλάει αμίλητος το φορτίο της υποταγής που ορίζει ο βαθμός του. Παμπάλαια σιδηροδρομική παράδοση απαγορεύει στους θερμαστές να σηκώνουν το βλέμμα και να απευθύνονται  πρόσωπο με πρόσωπο στον μηχανοδηγό. Να πούνε τι; Να εκφέρουν γνώμη; Ποτέ! Να αυθαδιάσουν; Θεός φυλάξοι. Το μόνο που τους επιτρέπεται είναι να απαντούν με σεβασμό, με τα μάτια χαμηλά, όταν τους ρωτάει για κάτι. Μα δεν είναι μόνο αυτό. Ο θερμαστής πρέπει πάντα, σε κάθε περίπτωση, να βρίσκεται στη σκιά του μάστορά του. Μετά τις ατέλειωτες ώρες του ταξιδιού, όταν φτάνουνε στον προορισμό τους, κατάμαυροι και οι δυο από το καρβουνίδι, κατεβαίνει από την ατμομηχανή πρώτος ο μηχανοδηγός, κι από πίσω, σε πεντέξι μέτρα απόσταση, ακολουθεί σεμνά ο θερμαστής. Κι όταν τρώνε, τρώει ο μηχανοδηγός σ’ ένα τραπέζι κι ο θερμαστής σε άλλο, πιο παρακατιανό. Κι όταν διανυχτερεύουνε μακριά από τα σπίτια τους, κοιμούνται στους ξενώνες σε ξεχωριστά δωμάτια. Αλλού οι μηχανοδηγοί κι αλλού οι θερμαστές. Όχι βέβαια πως υπάρχει έχθρα ανάμεσά τους, το αντίθετο. Αλλά να, η ιεραρχία και η πειθαρχία των τραίνων είναι αμείλικτη. Ιερή κι απαραβίαστη. Οι σιδηροδρομικοί είναι ένας στρατός παράξενος. Δε βλέπετε τις στολές τους, δε βλέπετε τα πηλήκια και τα σειρήτια που ξεχωρίζουν τους βαθμούς; Μόνο έτσι, με την απόλυτη πειθαρχία, θα κυλάνε σωστά οι σιδερένιες ρόδες.

            Τώρα, όμως, σε τούτο το ταξίδι…Ο Βαβός κοντοστέκεται και πάλι. Πρέπει, πρέπει να μιλήσει.

            – Συνέχισε τη δουλειά, μωρέ. Μπα, τι έπαθες; τον κόβει ξανά η φωνή του μηχανοδηγού.

            Γνωστό το τοπίο, χιλιοταξιδεμένο. Έπειτα από κάνα δυο στροφές, θα φανεί η Γέφυρα. Περήφανη και προκλητική.

            Πλησιάζουν.

            Από πίσω η ατέλειωτη σειρά των βαγονιών. Και η σκευοφόρος. Και το άλλο βαγόνι, το μισητό, της Φρουράς. Από τα μεσάνυχτα που είχαν ξεκινήσει, δε σταμάτησαν πουθενά. Στον αρχικό σταθμό, στη Θεσσαλονίκη, είχαν κοτσάρει τα βαγόνια με μεγάλη βιασύνη, σε ρυθμό λαχανιάσματος. Ξέχειλα φορτίο, σφραγισμένα. Ο διάολος ήξερε τι είχαν μέσα. Ο διάολος και οι Γερμανοί. Τα μέτρα αυστηρότατα. Διαταγές κοφτές και η Φρουρά ενισχυμένη. Το ταξίδι γινόταν μέσα στην καρδιά του πολέμου.

            Από την άλλη μεριά, στο Αντάρτικο, είχαν πληροφορηθεί έγκαιρα για το δρομολόγιο. Είχαν μάθει για όλα, με όλες τις λεπτομέρειες. Και η Οργάνωση είχε αποφασίσει: το τραίνο με τα πολεμοφόδια δεν έπρεπε να φτάσει ποτέ στον προορισμό του. Είχε βρεθεί και το πιο κατάλληλο σημείο για το σαμποτάζ. Ιδανικός στόχος: Η ΓΕΦΥΡΑ.

            Η διαταγή μεταφέρθηκε από έμπιστα στόματα. Και δούλεψε αστραπιαία ο μηχανισμός της Ελευθερίας. Ένας κρίκος, ένα μικρό γρανάζι στον μηχανισμό της Ελευθερίας ήταν και κείνος, ο μηχανοδηγός. Ήξερε κι αυτός όσες λεπτομέρειες του α-ντιστοιχούσαν.

            Ποιος εθελοντής μηχανοδηγός θα κινούσε το τραίνο; Δέχτηκε εκείνος. Δέχτηκε με ηρεμία, κρύβοντας τη συγκίνηση όσο μπορούσε. Δεν τόλμησε να ξεστομίσει τ’ όνομά του. Η θυσία ήταν μεγάλη για να την επωμιστεί αυτός, ο μηδαμινός. Γι’ αυτό είχε πει:

            – Θα πάει η Φρεγάδα!

            Έτσι κι έγινε. Και τώρα, νάτην η Γέφυρα. Φτιαγμένη από γερά σιδερένια δοκάρια. Κι αυτή πιστή στον αγώνα για το μεροκάματο. Κι αυτή δουλευταρού, σηκώνει στις πλάτες της το βάρος αμέτρητων ταξιδιών. Τώρα όμως;

            Ο μηχανοδηγός εκνευρίζεται που τσακώνει τον εαυτό του να μη θέλει να ανατιναχτεί η Γέφυρα. Τόσο αδύναμος είναι λοιπόν; Τόσο δειλός; Έχει γούστο ν’ αρχίσει τώρα να φοβάται και για το πετσί του. Αυτό δα του έλειπε, να καλοτυχίζει τον αγαθιάρη τον Βαβό που δεν ξέρει τίποτα και πηγαίνει σαν τ’ αρνί.

            Βλέπει τον Βαβό να σηκώνει και πάλι το κεφάλι του. Το  πρόσωπό του είναι κατάμαυρο. Τα μάτια του, κόκκινα. Πώς να του εξηγήσει τι τους περιμένει; Καλύτερα όχι. Άστον, σαν τ’ αρνί. Κάτι θέλει να πει ο Βαβός κι αυτός πριν λίγο τον αποπήρε. Τα μάτια του Βαβού πάντα κόκκινα. Κάτι θέλει, μα δε μιλάει. Τα μάτια του, τα μάτια του, όμως, αυτά μιλάνε. Πέρα από την αγαθοσύνη του, πέρα από τα γερά σαν τανάλιες μπράτσα του που τα τρέμει το φτυάρι, πέρα από το καρβουνιασμένο κορμί του, τα μάτια τούτα κρύβουνε μια σπαθάτη λάμψη. Μια λάμψη αδούλωτη. Βλέπει τη λάμψη τούτη ο μηχανοδηγός και ξαφνικά… Ξαφνικά, πέφτει το πέπλο από μπροστά του και καταλαβαίνει. Ναι, μα τον Θεό: και ο Βαβός ξέρει την αλήθεια, ξέρει για τη Γέφυρα! Τούτος ο χαζούλης έχει επωμιστεί το άλλο μισό φορτίο. Κι αυτός, λοιπόν, ένα μικρό γρανάζι στον μηχανισμό της Ελευθερίας. Κι αυτός είχε δεχτεί και είχε πει με θάρρος:

– Θα πάω κι εγώ! Μαζί με τον μάστορά μου και με τη Φρεγάδα!

Ο Βαβός, λοιπόν. Που δεν έζησε ούτε Σμύρνες, ούτε προσφυγιά. Που δεν είδε τους δικούς του να σβήνουν σαν κεριά. Που είναι γερός σαν ταύρος, αγαθιάρης, χωρίς σκοτούρες, χωρίς προβλήματα. Που είναι νέος ακόμα κι έχει όλη τη ζωή μπροστά του.

Ο μηχανοδηγός τρέμει από συγκίνηση. Απλώνει τα χέρια μπροστά. Κι είναι σα να δίνει σύνθημα. Πετάει το φτυάρι ο Βαβός και πέφτει πάνω του. Κι αγκαλιάζονται. Σφιχτά. Τραχιά. Στο διάβολο η πειθαρχία των τραίνων. Στο διάβολο όσα χωρίζουνε τους ανθρώπους. Και τώρα, και πάντα, τούτοι οι δυο ήτανε δίπλα-δίπλα, ανασαίνοντας το ίδιο κάρβουνο. Ζυμωμένοι με τη φωτιά και το σίδερο. Ζυμωμένοι και με κάτι άλλο: με τη σεμνή απόφαση της θυσίας.

 Είναι η στιγμή που η Φρεγάδα, αληθινή αρχόντισσα, μπαίνει στη Γέφυρα.

Κάνε, Θεέ μου, να πετύχουν! Να μην ξαστοχήσει το χέρι που ανάβει το φυτίλι! Η αγαπημένη Φρεγάδα. Το φουγάρο της, η φοβερή της ανάσα. Οι τροχοί της, τα τεράστια πέλματα, που κυλούν και τρίζει ο τόπος. Οι αγαπημένοι τροχοί. Το αγαπημένο καζάνι, οι σωλήνες, το μανόμετρο, η πέδη, η σφυρίχτρα. Οι μοχλοί, οι ατμοσύρτες. Όλα τούτα, που τα έχει χαϊδέψει με τα χέρια του αμέτρητες φορές. Αυτά, τα ψυχωμένα άψυχα.

Τόνε πλημμυρίζει εμπειρία πρωτόγνωρη. Από κείνες που δικαιώνουν μιαν ολόκληρη ζωή. Χαλάλι της κι ας κρατήσει μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Όλοι ένας: κι αυτός κι ο Βαβός κι η Φρεγάδα. Ένας, σ’ αυτή τη βαθύτατη επίγνωση της θυσίας για την Ελευθερία.

Ελευθερία! Ξανάρχεται στον νου του, αυθόρμητα, η σκέψη που είχε κάνει πριν από λίγο:

            «Ελευθερία σημαίνει σωστή Γνώση».   

             Γνώση πως θυσιάζεσαι για κάτι ανώτερο. Τη φράση αυτή δεν την είχε διαβάσει πουθενά. Είχε ζωντανέψει από την ψυχή του. Από τη ρίζα του ανθρώπου. Τη γέννησαν τούτες οι μεγάλες στιγμές. Και, μα την αλήθεια, δεν είναι καθόλου ακατανόητη.

            Η Φρεγάδα κυλάει πάνω στη Γέφυρα. Θα πετύχει. Θα πετύχει οπωσδήποτε. Ο θεός του δίκιου δουλεύει σωστά. Ο θεός, ο παντοδύναμος, των σιδηροδρόμων. Λίγο ακόμα. Να, σε δυο-τρία μέτρα. Σε μιαν ανάσα. Νάτο λοιπόν. Η Γέφυρα θα τρανταχτεί. Η Γέφυρα τραντάζεται:

«Ελευθερία σημαίν…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου