Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

 

Ένα διήγημα του 

ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

με τίτλο 

"Το σφύριγμα"

στα 

ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ


Το σφύριγμα

 

Παντού σκοτάδι και μόνο οι γραμμές φωτίζονταν από τον προβολέα. Ο διπλός σιδερένιος δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά, δίχως τέλος. Κυλούσαν οι τροχοί, λαχάνιαζε ο κινητήρας, προχωρούσε το τραίνο…

            Ο Νικόλαος Ανδρέου, μηχανοδηγός Α΄, με αριθμό μητρώου 82683, στεκόταν άγρυπνος στη θέση του. Είχε το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στο πρεβάζι του παραθύρου, και με τ’ αριστερό κρατούσε το χειριστήριο. Και το σώμα του, γερμένο μπροστά, στεκόταν ακίνητο μα πανέτοιμο, καιροφυλακτώντας σε κάθε δυσκολία της πορείας. Τούτη τη στάση την είχε συνηθίσει χρόνια τώρα. Είχε γίνει δεύτερο είναι του. Πολλές φορές, και έ-ξω από τη δουλειά, στο σπίτι, στο δρόμο, με τον δεξιό του α-γκώνα έψαχνε ασυναίσθητα το κενό για κάποιο πρεβάζι, ενώ η αριστερή του φούχτα έμενε κλειστή, σφιγμένη σε αόρατο μοχλό. Και πάντα γερτός προς τα εμπρός, πάντα συσπειρωμένος.

Λίγο πριν την κατωφέρεια πέδησε ελαφρά. Το τραίνο δεν παρασύρθηκε σε ανεξέλεγκτη ταχύτητα, μα ακολούθησε την πορεία του σταθερά και συγκρατημένα. Πιο πέρα, ανωφέρεια. Πιο πέρα, μια στροφή. Μετά, πάλι ευθεία. Πορεία δαμασμένη από χέρι έμπειρο. Χωρίς υπέρβαση ή καθυστέρηση, πορεία δρομολογιακή.

Η ώρα περνούσε. Το τραίνο προχωρούσε διαρκώς, μα έμοιαζε σα να στέκεται στην ίδια πάντα θέση, στο ίδιο τρεχούμενο τοπίο που επαναλαμβανόταν συνέχεια σε πένθιμη ομοιομορφία. Σιγά-σιγά, ίσως από τη νύχτα, ίσως από την κούραση, ο μηχανοδηγός ένιωθε να παρασέρνεται σε μια χαλαρή και συνάμα πνιγηρή αίσθηση. Με πικρή γεύση στο στόμα προχωρούσε κι αυτός, αλλά σε πορεία διπλή. Από τη μια, πάνω στις σιδερένιες γραμμές, κι από την άλλη, παραμερίζοντας την εξωτερική πραγματικότητα, εισχωρούσε διεισδυτικά στα ενδότερά του. Ψηλάφιζε βαθιά τον εαυτό του, ανάσα την ανάσα. Ξανάφερνε στον νου ολόκληρη τη ζωή του. Ζωή χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το θλιβερό προνόμιο να του ανήκει αποκλειστικά.

Και να πάρει η οργή, δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Ήταν τα εφηβικά του χρόνια μέσα στην Κατοχή. Ήταν τα νιάτα του, νυχτοήμερα μέσα στο πυρωμένο κάρβουνο της ατμάμαξας. Αργότερα, οι ατμάμαξες αντικαταστάθηκαν με πετρέλαιο, αλλά η ζωή του έμενε πάντα καρβουνιασμένη. Μετά, ο γάμος του με μια γυναίκα που ζητούσε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να της προσφέρει. Έπειτα, η ξαφνική της εξαφάνιση. Και τα δυο παιδιά που του άφησε πίσω της. Και το μεγάλωμα των παιδιών, το φαγητό, τα ρούχα, τα σχολεία τους. Και πάντα το μακροχρόνιο, δίχως ξεκούραση ταξίδι, με το αιώνιο βουητό της μηχανής και το κούνημά της, που τα ένιωθε εφιάλτες, ακόμα και στον ύπνο του. Ζωή ανελέητη. Καθημερινή σκλαβιά στην ανάγκη. Καθημερινή υποταγή στις υποχρεώσεις. Καθημερινός θάνατος. Ως πότε; Τα μαλλιά του άσπρισαν, το κορμί του γέρασε, σε λίγο θα έβγαινε στη σύνταξη. Η ζωή χανόταν, έφευγε, έφυγε, πάει. Ποια η απολαβή; Ποια η δικαίωση;

Μακριά φάνηκαν φώτα. Το τραίνο έφτανε σε σταθμό.

Άρχισε να κόβει ταχύτητα. Τα φώτα πλησίαζαν, πλησίασαν και στάθηκαν. Κοίταξε από το παράθυρο. Κίνηση ελάχιστη, νυσταγμένη. Κατέβηκαν λίγοι επιβάτες. Ανέβηκαν άλλοι τόσοι. Επιβάτες αδιάφοροι και ξένοι, με μόνη φροντίδα την εξυπηρέτησή τους. Και ο σταθμός έτσι έρημος και νεκρωμένος, κείτονταν αδιάφορος κι αυτός. Όλα, ουδέτερα και ψυχρά προς τις στενοχώριες του. Κι όσο το συλλογιζόταν, τόσο η αδιαφορία τους παραμορφωνόταν και έπαιρνε άλλο, πιο αποκρουστικό πρόσωπο: γινόταν αντιπάθεια, εχθρότητα. Όλα τον εχθρεύονταν. Ως πότε; Ως πότε; Και γιατί πρέπει να ενδιαφέρεται αυτός; Γιατί η φθορά του, γιατί ο αργός θάνατος; Γιατί να μην μπορεί να ξεφύγει;

Ο σταθμάρχης, σε στάση προσοχής, του έδειχνε το πράσινο φωτεινό σήμα της αναχώρησης.

Εκείνος, ασυναίσθητα, πήγε να ελευθερώσει την πέδη και ν’ απλώσει το χέρι μπροστά, να δώσει πετρέλαια…

Γιατί να μην μπορεί να ξεφύγει;

Το χέρι του πάντα απλωμένο μπροστά. Παγιδεμένο, παρασυρμένο από τόσα χρόνια συνήθειας.

Εκείνος όμως, όχι. Αρνιόταν.

Ο σταθμάρχης τού έδειχνε πάντα το πράσινο σήμα.

Δεν πά’ να δείχνει ό,τι θέλει. Γι’ άλλους οι διαταγές, η εξάρτηση, η σκλαβιά. Αυτός ξέκοψε πια.

Ο σταθμάρχης πλησίασε παραξενεμένος:

– Μαστρο-Νικόλα, γιατί δεν ξεκινάς;

Ναι, θα ξεκινούσε!

Δεν κρατήθηκε άλλο. Τινάχτηκε από τη θέση του. Άνοιξε την πόρτα της μηχανής, βγήκε στο διάζωμα. Πήδηξε στην πλατφόρμα του σταθμού.

– Τι έχεις; Σου συμβαίνει τίποτα;  

Δεν απάντησε. Προχώρησε τρέχοντας προς την έξοδο. Σαν κυνηγημένος. Να απαλλαγεί, να φύγει…

Πίσω του το τραίνο περίμενε ακίνητο. Η μηχανή σιγομουρμούριζε σα να παρακαλούσε. Μερικοί επιβάτες είχανε βγει στα παράθυρα ανυπομονώντας. Δεν πά’ να περιμένει, δεν πά’ να παρακαλάει ολόκληρο το Σύμπαν, τι τον ένοιαζε αυτόν; Πίσω ο θάνατος, μπροστά η ζωή, η λύτρωση. Να ελευθερωθεί επιτέλους, να πάει όπου νάναι. Δεν ξέρει πού, αλλά να φύγει. Τι τον ένοιαζε…

Δεν τον ένοιαζε; Όχι για τους άλλους, μα για τον ίδιο του τον εαυτό, δεν τον ένοιαζε; Ένιωσε παράξενο ρίγος. Μα την αλήθεια, το έλεγε με τα σωστά του;

Κοντοστάθηκε και κοίταξε το τραίνο. Το ένιωσε σαν κάτι πολύ δικό του που το εγκατέλειπε. Όπως ακριβώς τον είχε και κείνον εγκαταλείψει η γυναίκα του. Η μακριά ουρά των βαγονιών δεν ήταν ένα σκούρο και κρύο ανακάτεμα από σίδερα, τζάμια και ξύλα. Ήταν κάτι άλλο, που μόλις τώρα, τούτη δω τη στιγμή, το συνειδητοποιούσε βαθιά. Ήταν η ίδια η ζωή. Τα μισοφωτισμένα παράθυρα ήταν η αργόσυρτη σειρά των ημερών που χάνονταν στο παρελθόν. Και οι επιβάτες, όχι αδιάφοροι, όχι ξένοι. Ήταν ο κόσμος που γέμιζε τη ζωή του. Που μ’ αυτούς ζει και ζυμώνεται καθημερινά. Που απ’ αυτούς περιμένει και απ’ αυτόν περιμένουνε. Που έχουν την ανάγκη του και αφήνονται μ’ εμπιστοσύνη στα χέρια του και στην ευθύνη του.

Σε κάποιο παράθυρο νόμισε πως διέκρινε τα παιδιά του. Όχι νόμισε, τα είδε καθαρά. Ήταν κατευχαριστημένα. Τον ευγνωμονούσαν γιατί το τραίνο της ζωής τους το οδηγούσε σωστά, υπερνικώντας τις ανηφόρες κάθε εμποδίου, διασχίζοντας με ψυχραιμία τις χαράδρες κάθε στενοχώριας και βγαίνοντας ξανά στο φως μέσα από τις γαλαρίες των βασάνων. Και πάντα κρατώντας γερά το χειριστήριο. Πάντα ακολουθώντας την πορεία του σε ατσάλινες γραμμές. Σίγουρα, σταθερά, με ταχύτητα δρομολογιακή. Μέσα στην απλή και στέρεη καθημερινότητα, δίχως μεγάλα λόγια και κομπασμούς, ήταν κι αυτός ένας από τους οδηγούς της μηχανής του κόσμου, ένας από τους άγνωστους μα συνεπείς οδηγούς του κόσμου. Το έβλεπε στην αγάπη των παιδιών του, στην εκτίμηση των συναδέλφων, στη συμπάθεια των φίλων και γνωστών.

            Εδώ, στη δύσκολη καθημερινότητα βρίσκεται η ζωή, ενώ στη ντροπιασμένη φυγή ο θάνατος. Το είχε καύχημα πως ποτέ δεν είχε εκτροχιαστεί τραίνο που αυτός οδηγούσε. Μεγάλη ντροπή, μεγάλος εξευτελισμός να εκτροχιαστεί τώρα ο ίδιος.

Έπρεπε να επιστρέψει!

Και τότε ο μηχανοδηγός Νικόλαος Ανδρέου γύρισε πίσω και πήδηξε ανάλαφρα στη μηχανή. Το ίδιο ανάλαφρα όπως και την πρώτη φορά που μηχανοδήγησε. Άπλωσε πάλι τον δεξιό του αγκώνα στο πρεβάζι, με το αριστερό του χέρι χούφτιασε πάλι το χειριστήριο και έγειρε ξανά προς τα εμπρός, στη γνώριμη στάση του, την πιο κατάλληλη για να αντιμετωπίσει κάθε κίνδυνο. Το πράσινο σήμα της αναχώρησης του έδειχνε πως ο δρόμος μπροστά ήταν ελεύθερος. Είχε «πάρει γραμμή» για το μέλλον.

Πάτησε με δύναμη κουμπί της σφυρίχτρας, σφύριξε θριαμβευτικά, νικητήρια, και ξεκίνησε για τον επόμενο σταθμό.   

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου