Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

 

Ένα διήγημα του 

Κώστα Ανδρουλιδάκη 
με τίτλο
"ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ"
στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ


Το εισιτήριο

 

Α

 

Το παν είναι να ξέρεις να διαλέγεις. Είχε διαλέξει σωστά την τοποθεσία. Ένα περιβάλλον ειδυλλιακό, εναρμονισμένο με τη θλίψη που έκρυβε μέσα του. Το νερό του ποταμιού κυλούσε ήρεμα, αντιφεγγίζοντας τις ακτίνες του ήλιου σε κάθε σκιερό απάγκιο. Η άμμος της όχθης ψιλή και ανέγγιχτη. Τα πλατάνια, δεξιά κι αριστερά, σκύβανε να δροσιστούνε στο νερό. Και δίπλα, πολύ κοντά, παράλληλα προς το ποτάμι, η σιδηροδρομική γραμμή. Τοπίο φαινομενικά χαρούμενο αλλά που – παράξενο – ερέθιζε βαθιά το παράπονο.

Πολύ περισσότερο όμως από τη σωστή τοποθεσία, είχε διαλέξει τη σωστή απόφαση!

Σ’ αυτό το μέρος ερχόταν από μικρός. Ήταν λίγο πιο έξω από την πόλη, σε απόσταση εκδρομής. Ανάμεσα σε τούτα τα πλατάνια χωνόταν κάθε φορά που ήθελε να ξεχάσει τις ξυλιές της μάνας του ή κάθε φορά που το έσκαγε από το σχολείο. Εδώ, αργότερα, ξεχνούσε και τα προβλήματα της δουλειάς του. Δεν τόνε προσκαλούσε σε φυγή ο τόπος· τόνε γύμναζε σε αυτοκυριαρχία. Στην ηρεμία της εξοχής αντιμετώπιζε με ειλικρίνεια τον εαυτό του.

Το μόνο διάλειμμα θορύβου που ανεχόταν ήταν η διέλευση του τραίνου. Ή, καλύτερα, το μόνο διάλειμμα που επιζητούσε. Του άρεσε αυτός ο τεράστιος σιδερένιος όγκος που έτρεχε, όλο μουγκρητό, με δαιμονισμένη ταχύτητα. Κατάμαυρος, όλο δόντια και καπνούς και φοβερές κραυγές. Αντιπροσώπευε μια δύναμη, μια αποφασιστικότητα που αυτός δεν είχε αποχτήσει ποτέ. Ζήλευε τη μηχανή, που δεν πισωδρομούσε μπροστά σε κανένα εμπόδιο. Συνήθιζε να κολλάει τ’ αυτί του πάνω στις σιδηροτροχιές και να μαντεύει, μέσα από τον ήχο τους, την απόσταση που τραίνου που ερχόταν. Έτσι ετοιμαζόταν έγκαιρα ν’ απολαύσει το αγαπημένο θέαμα. Και είχε τόσο πειραματιστεί σε τούτο το παιχνίδι που μάντευε σχεδόν αλάθητα. Το ίδιο αλάθητα μάντευε και το πεπρωμένο του.

Δεν είχε μεγάλη πείρα ζωής. Είχε, όμως, πολύ περισσότερη από όση του καταλόγιζαν. Είχε μάθει πως υπάρχουν τρεις τρόποι να κοιτάζεις γύρω σου.

              Ο ένας είναι των πολλών: να αντιμετωπίζεις  μόνο την επιφάνεια. Να χαζεύεις, καθισμένος στην άμμο, το γάργαρο νερό του ποταμιού και το πέρασμα κάποιας ζωηρής, ευλύγιστης πέστροφας. Οπλισμένος με μακάρια αδιαφορία, ν’ αφήνεις τα πράγματα να κυλάνε στον δρόμο τους. Όσα πάνε κι όσα έρθουν. Να είσαι αθώος με την αθωότητα του άλογου ζώου.

            Ο δεύτερος τρόπος είναι των λίγων: να κοιτάζεις τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Να αναλύεις τα συστατικά της άμμου, να μελετάς τις ιδιότητες του νερού, να καμακώνεις και να ψήνεις την πέστροφα. Να τιθασεύεις την ανεξέλεγκτη πορεία των πραγμάτων.

            Και ο τρίτος τρόπος είναι να κοιτάζεις κάτω από το κάτω της επιφάνειας. Να συνειδητοποιείς πως, πέρα από κάθε εξωτερικό ντύμα αισιοδοξίας, έχεις φορτωθεί το ασήκωτο φορτίο μιας ανελέητης μικρότητας. Το έχεις φορτωθεί αθέλητα, φταις δε φταις, μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις. Σαν αυτό το ποτάμι είναι η ζωή σου. Και συ παρασύρεσαι, κόκκος άμμου, στην κοίτη μιας ροής όπου όλα προχωρούν μέσα σε βάναυση τυχαιότητα.

            Έσκυψε κι ακούμπησε τ’ αυτί του στη σιδηροδρομική γραμμή. Το τραίνο ερχόταν.

            Ναι, όλα παρασύρονται.  Και το όμορφο και το άσκημο, και το χρήσιμο και το άχρηστο, ισοδύναμα μέσα στη διαρκή κενότητα. Δεν αντέχεις. Καταντάς να πνίγεσαι συνεχώς από μια καταθλιπτική αίσθηση. Λύπη; Κάτι περισσότερο. Αηδία; Ακόμη πιο πολύ. Η βαθύτερη ουσία σου διχάζεται σε δισυπόστατη αβεβαιότητα διλημμάτων. Και ταυτόχρονα σε πορεία δίδυμης μαύρης τραχύτητας, σαν τις σιδηροδρομικές γραμμές, δίχως αρχή και δίχως τέλος. Πορεία παράλληλη, σαν τις γραμμές πάντα, δίχως αμοιβαία προσέγγιση, να ταυτιστείς λυτρωτικά με το άλλο εγώ σου, και δίχως απομάκρυνση, να απαλλαγείς επιτέλους από αυτό.

            Το τραίνο πλησίαζε.

            Δεν είχε ορισμένο λόγο να είναι λυπημένος. Οι συγκεκριμένες αιτίες θλίψης, το χάσιμο ενός αγαπημένου προσώπου ή μια επαγγελματική καταστροφή, όσο έντονα κι αν εκδηλώνονται, κρύβουν στις ρίζες τους, αθόρυβα και λυτρωτικά, την αιτία της παρηγοριάς. Ο χρόνος, η λήθη, τα καινούργια ενδιαφέροντα, τα καινούργια περιστατικά της ζωής σκεπάζουν τις παλιές λύπες.

Αλλά τι γίνεται όταν πάντα η ίδια απογοήτευση, συνεχώς ανανεούμενη, κρύβεται και μέσα σε όλα τα μελλοντικά περιστατικά; Πώς ν’ αντιδράσεις όταν και τα πιο μηδαμινά, που δεν τα υπολογίζεις καθόλου, έρχονται ύπουλα όλα μαζί, στρατός ολόκληρος, συνισταμένη καταστροφής, και σ’ αναγκάζουν να χάσεις την ισορροπία σου; Πώς, όταν η ρίζα του κάθε τι είναι σάπια; Πώς, όταν το σκουλήκι δουλεύει ανελέητα, ακόμη και μέσα σε σένα; 

            Και όμως, υπάρχει διέξοδο! Η απόφαση πάρθηκε. Η τιμημένη απόφαση. Αυτός είναι ο τρίτος τρόπος, ο σωστός, που πρέπει να αντιμετωπίζεις τα πράγματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο καυχιέται πως βλέπει εκείνος.

Η λύση θα έρθει απλά. Τη φέρνει το τραίνο.

Το τραίνο ξεφύτρωσε ξαφνικά από τη στροφή, μέσα από τα πλατάνια. Ήταν όπως το ήξερε: κατάμαυρο, τεράστιο, όλο μουγκρητό και δόντια και καπνούς και φωτιές. Σχεδόν αμέσως ακούστηκε το σφύριγμά του. Ένας ήχος βροντερός και επίμονος. Έπειτα άρχισαν να στριγκλίζουν οι τροχοί. Ο μηχανοδηγός με το ένα χέρι τράβαγε το κορδόνι της σφυρίχτρας, ενώ είχε γείρει από τη μέση και πάνω έξω από το παράθυρο, και κουνούσε το άλλο του χέρι έξαλλος και φώναζε συνέχεια με φωνή που χανόταν μέσα στο πανδαιμόνιο.

Εκείνος περίμενε οπλισμένος με γαλήνη που σχεδόν τον τρόμαζε. Είχε διαλέξει σωστά την τοποθεσία. Ανάμεσα στα πλατάνια, σ’ έναν χώρο δίχως ορατότητα, στην κατηφοριά, το τραίνο, όχι, ήταν αδύνατο να σταματήσει εγκαίρως. Εδώ, στο αγαπημένο του μέρος, περίμενε τη λύση όρθιος, κοιτάζοντας κατάματα το σιδερένιο όγκο που ερχόταν κατά πάνω του. Και βρισκόταν ανάμεσα στις γραμμές. Είχε το ένα του πόδι στη μια ράγια και το άλλο στην άλλη, ενώνοντας με το σώμα του τη δίδυμη μαύρη τραχύτητα των διλημμάτων του, τη δίχως αρχή και δίχως τέλος.

 

Β

 

Έγειρε πίσω και ξάπλωσε φαρδιά πλατιά στη βελούδινη, αναπαυτική πολυθρόνα. Ένιωθε ένα γλυκό μούδιασμα σ’ όλο του το κορμί, μα δεν ήταν από κούραση. Αντίθετα, ήταν μια βαθιά, η πιο βαθιά συναίσθηση ευτυχίας που είχε νιώσει ποτέ. Υλική ευτυχία, χειροπιαστή, αγαπημένη. Ευτυχία και η ράχη της μπροστινής πολυθρόνας, ευτυχία και ο διάδρομος ανάμεσα στα  καθίσματα, και οι κουρτίνες που ανεμίζανε στα παράθυρα. Ευτυχία και τα πιο μηδαμινά, αυτά που δεν υπολογίζεις καθόλου, μα που έρχονται, στρατός ολόκληρος, συνισταμένη χαράς, και σ’ αναγκάζουν να ξαπλώσεις βαθιά στην πολυθρόνα,  μεθυσμένος από ατέλειωτο μεθύσι. Ευτυχία και ο ζωντανός ήχος των τροχών πάνω στις γραμμές, που επαναλαμβάνεται κάθε τόσο, κάθε τόσο, τούκου-τούκου, τούκου-τούκου, χτύπος μιας τεράστιας καρδιάς που ξεπηδάει από βαθιά και προχωρεί συνέχεια, επιβεβαιώνοντας τη θριαμβευτική κίνηση προς τα εμπρός.

Το τραίνο τρέχει συνέχεια. Τρέχει κι αυτός μαζί με το τραίνο, μέσα στο τραίνο. Τρέχει, τρέχει μπροστά, ενώ τα άλλα, τα έξω από αυτόν, απομένουν ανήμπορα πίσω. Και τα δέντρα και η άμμος και το ποτάμι. Και η απομόνωσή του από τους άλλους και η απαισιοδοξία του. Νικάει πάντα η ταχύτητα, η σιδερένια ταχύτητα, που είναι σίγουρη για τον εαυτό της και δεν κρύβεται μέσα στα πλατάνια, κι ούτε θάβεται στην άμμο.

Κάτι του σφίγγει τον λαιμό. Ένας κόμπος είναι, ο κόμπος αυτός που άλλοτε φανέρωνε παράπονο, η μόνη συντροφιά του στις τόσες δύσκολες στιγμές. Τώρα, όμως… Τώρα δεν είναι ο ίδιος. Είναι κόμπος άλλου είδους. Τώρα δεν εκφράζεται με λόγια, νιώθεται μόνο.

Και νιώθεται συγκλονιστικά.

Όλα είχανε γίνει γρήγορα και αναπάντεχα.  Τη λύση την

είχε φέρει πράγματι το τραίνο.

Πριν λίγη ώρα, εκεί που στεκόταν ανάμεσα στις ράγιες του τραίνου, αντιμέτωπος με το τέλος που ερχόταν, μπορεί και να είχε φοβηθεί· και ο φόβος ανθρώπινος. Μα πιο πολύ από τον φόβο, πολύ πιο πολύ, μέσα στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που η σιδερένια δύναμη ερχόταν κατά πάνω του, εκείνος, με μια στιγμιαία ζηλευτή ενάργεια, τότε και μόνο τότε, ένιωσε να ξεπηδά από μέσα του η πραγματικά σωστή απόφαση. Ήταν μια απροσδόκητη, μια ασύγκριτη αποκάλυψη. Μέσα στις τόσες του λαθεμένες αποφάσεις και μία επιτέλους σωστή. Και η απόφαση ήταν τούτη: πως έπρεπε να χρησιμοποιήσει κι εκείνος τη σιδερένια δύναμη, για να τρέξει και ν’ απομακρυνθεί από όσα τον απομάκρυναν από τη ζωή. Τούτη η δύναμη, που ήθελε να τη βλέπει σα δύναμη καταστροφής, ήταν από τη φύση της δύναμη σωτηρίας.

Και καθώς το τραίνο πλησίαζε και βρισκόταν μόνο λίγα μέτρα μακριά του, την τελευταία στιγμή τινάχτηκε στο πλάι, έξω από τις γραμμές, και κατρακύλησε στην άμμο της όχθης.

Το τραίνο σταμάτησε λίγο πιο κάτω. Ο μηχανοδηγός το είχε φρενάρει για να διαπιστώσει αν είχε συμβεί το ατύχημα. Εκείνος σηκώθηκε, δεν είχε χτυπήσει – η άμμος τον είχε δεχτεί απαλά. Σηκώθηκε και κρύφτηκε στα πλατάνια.

Από τη μεριά του τραίνου ακούγονταν φωνές: ο οδηγός, οι υπάλληλοι, οι ξαφνιασμένοι επιβάτες. Τον έψαχναν; Μπορεί. Μα καθώς ήταν χωμένος μέσα στα κλαδιά, δεν μπορούσαν να τον βρουν. Αόρατος, περίμενε να ησυχάσουν. Το περιττό ψάξιμο σημαίνει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σε λίγο η φασαρία σταμάτησε. Ακούστηκε το σφύριγμα και το τραίνο ξεκινούσε πάλι. Πλησίασε τότε προσεχτικά και, καθώς οι τροχοί άρχιζαν πάλι να κυλάνε, έτρεξε και σκαρφάλωσε στο τελευταίο βαγόνι.

Κανένας δεν τον είχε πάρει είδηση. Κανένας δεν ήταν δυνατόν να φανταστεί μια τέτοια ενέργεια. Και μάλιστα από κείνον.

Διέσχισε όλα τα βαγόνια, από το τέλος μέχρι την αρχή, και από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρατήρησε το τραίνο με κάθε λεπτομέρεια. Το έψαξε σε κάθε γωνιά, έκθαμβος για το παραμικρό, λες και ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε και η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε τα μάτια του. Παρατήρησε και τους ταξιδιώτες. Τους άγγιξε. Άκουσε τις κουβέντες τους, οσμίστηκε τα χνώτα τους. Και τέλος, γλυκά μουδιασμένος, ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα για να συγκεντρώσει και να ξαναχαρεί όλα τούτα τα πρωτόγνωρα συναισθήματα, ενώ, από βαθιά, η ατσάλινη καρδιά του τραίνου συνέχιζε να χτυπάει.

Ξαφνικά, δίπλα του ακούγεται μια φωνή:

– Το εισιτήριό σας, παρακαλώ…

Στην αρχή, απορροφημένος από τις σκέψεις του, δεν κατάλαβε. Όταν, όμως, κοίταξε πιο προσεχτικά, είδε τη σκούρα στολή του υπαλλήλου, είδε το χέρι του απλωμένο μπροστά, και στο άλλο του χέρι πρόσεξε το εργαλείο που τρύπαγε τα εισιτήρια.

Δεν είχε εισιτήριο. Δεν είχε ούτε καν χρήματα. Ίσως τα είχε χαρίσει, ίσως τα είχε πετάξει στο ποτάμι. Μετά το πέρασμα του τραίνου θα του ήταν άχρηστα. Άλλοτε θα τον στενοχωρούσε που δεν είχε να πληρώσει. Τώρα όμως όχι, τώρα είναι το τώρα. Τώρα δεν πειράζει, δεν έχει σημασία. Τώρα σημασία έχει πως το τραίνο τρέχει, πως νικάει η σιδερένια ταχύτητα, πως το παρελθόν μένει πίσω, πίσω για καλά, πως ακόμα και τα πιο μηδαμινά είναι δύναμη χαράς, πως υπάρχει πάνω απ’ όλα η απόφαση, η πραγματικά σωστή απόφαση, πως υπάρχει ο κόμπος, όχι ο τότε κόμπος μα ο τωρινός, ο ασύγκριτος, ο αγαπημένος, που δεν περιγράφεται με λόγια αλλά νιώθεται μόνο, και νιώθεται συγκλονιστικά.   

Ακούγεται πάλι η φωνή, όλο και πιο επίμονη:

– Το εισιτήριό σας, παρακαλώ.

Δε βαστάει άλλο. Τινάζεται και αρπάζει με τις δυο του φούχτες το πρόσωπο του υπαλλήλου. Και καθώς εκείνος τον κοιτάζει κατάπληκτος και τρομαγμένος, του σκάζει δυο τρανταχτά φιλιά, ένα στο κάθε μάγουλο.

Και τα φιλιά τούτα είναι το καλύτερο εισιτήριο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου