Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021


Ενα διήγημα του

Κώστα Ανδρουλιδάκη

με τίτλο

“ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ "Η ΡΑΓΙΑ”"

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ










ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ


Το καφενείο  «Η ράγια»    

 

            Ο μακαρίτης ο πατέρας μου έφαγε όλη του τη ζωή στα τραίνα. Δούλευε στο σίδερο και στον καπνό από μικρός. Ξεκίνησε γύρω στα δεκαπέντε του από μαθητής τεχνίτης. Τον έφαγαν ο λάκκος, η μουτζούρα, η ηλεκτροκόλληση, ο ατέλειωτος κι εκκωφαντικός θόρυβος του σφυριού πάνω στη λαμαρίνα. Ωστόσο, δόξα τω Θεώ, μετά από αναρίθμητα χρόνια κατάφερε να βγει στη σύνταξη. Αλλά, για να έχει πάντα μια γεύση από την τραινίλα, αυτήν τη μισητή αγάπη, συνήθιζε να πηγαίνει σ’ ένα καφενεδάκι στην Αχαρνών, όπου μαζεύονταν κι άλλοι παλιοί  συνταξιούχοι συνάδελφοί του. Κι εκεί περνούσαν την ώρα τους, μιλώντας – για τι άλλο; – για τον  έρωτα των τραίνων. Πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα και, καθώς έβγαινε από το σπίτι, μας έλεγε:

– Πάω για βόλτα στα βουλεβάρτα της Αχαρνών.

            Αστειευόταν συγκρίνοντας το δρόμο της  γειτονιάς με τα παρισινά Γκραν Μπουλβάρ, που φυσικά δεν τάχε δει ποτέ, αλλά τα λαχταρούσε από νέος· ένα ανεκπλήρωτο όνειρο. Το καφενείο   βρισκόταν στη γωνία Αχαρνών και Ηπείρου. Σήμερα, το παλιό εκείνο κτίριο έχει γκρεμιστεί και στη θέση του υψώνεται μια τεράστια τράπεζα. Δεν ήταν μακριά από τον σιδηροδρομικό σταθμό, ούτε όμως και κοντά. Απείχε τόσο ώστε να διατηρεί τις ευχάριστες αναμνήσεις, όχι όμως και τους σιδηροδρομικούς πόνους. Όταν περνούσες απ’ έξω γευόσουν την τραινίλα, μα κι όταν ακόμα έβλεπες από μακριά τους θαμώνες του, το ένιωθες πως ήταν απόμαχοι της ράγιας. Το ένιωθες από κείνη την όλο παράπονο λεβεντιά τους.

            Η φασαρία του δρόμου και τα καυσαέρια προσπαθούσαν

επίμονα να μολύνουν τις αναμνήσεις. Τα φώτα της τροχαίας αναβόσβηναν σαν τρελά, τα λεωφορεία ασθμαίνανε στη διπλανή  στάση, το ΙΧ ενός γείτονα είχε στρογγυλοκαθίσει στη στροφή, το μοτοσακό κάποιου νεαρού δεν υπολόγιζε ούτε θεούς ούτε δαίμονες. Και μέσα σ’ όλα, ξένος προς τους θορύβους της εποχής μας, ο πατέρας μου ερχόταν και καθόταν στην αγαπημένη του γωνιά. Καφεδάκι, τσιγάρο, κι έμπαινε στο όνειρο.

Η φασαρία και τα καυσαέρια, όχι, δεν μπορούσαν, δεν ήταν ικανά να μολύνουν τις αναμνήσεις.

           

*************

            Στο διπλανό τραπέζι το έχουν ρίξει στην πρέφα. Πιο κει, άλλοι παρηγοριούνται με το κρακ-κρακ των ζαριών. Θόρυβος σκληρός, ασυγκίνητος, σα να χτυπάς ανέλπιδα την κλειστή πόρτα της μοίρας.

            Όταν τα παλιά χρόνια δουλεύανε στα τραίνα, τις πιο πολλές φορές κοιμούνταν μακριά από τα σπίτια τους. Τότε, οι κοπιαστικές εκείνες μέρες περνούσαν χαρούμενα. Γιατί στον πηγαιμό έφερναν στον νου τους το μεροκάματο που θα φούσκωνε την τσέπη τους – ο Θεός να το κάνει φούσκωμα –, ενώ στον γυρισμό είχαν στον νου την αγαπημένη εικόνα του σπιτιού τους. Τώρα, το ίδιο τους το σπίτι κατάντησε ξένο και τους βαριέται. Κάθε μέρα, κάθε μέρα, η ίδια δίχως νόημα ρουτίνα. Και μόνο τούτη την άγνωστη γωνιά, εδώ στο καφενείο, αυτήν νιώθουν για αληθινό τους σπίτι. Ποια κακιά μοίρα διαστρεβλώνει την πραγματικότητα;

Ο μαστρο-Χρήστος, παλιός μηχανοδηγός, πίνει αμίλητος το ουζάκι του. Κάθεται παράμερα και συλλογίζεται. Συγκρίνει το χτες με το σήμερα, κι η θλίψη του μεγαλώνει. Ποιος το περίμενε, αυτός, που πάταγε τη γης κι έτρεμε ο τόπος, αυτός να είναι τώρα μισός άνθρωπος. Σαράβαλο το κορμί: πίεση, καρδιά, ζάχαρο, νεφρά κι όλα τα καλά των γηρατειών. Και τον καφέ σκαστό τον πίνει, και το ούζο και το τσιγάρο. Και τη ζωή την ίδια, σκαστά τη ζει. Μια διαρκής αναβολή θανάτου.

Οι φίλοι μαντεύουνε τις σκέψεις του και τον πλησιάζουν. Τον μάστορα τον θυμούνταν διαφορετικό: εύθυμο, ανέμελο  χωρατατζή, σωστό περιβόλι στ’ αστεία και στα καλαμπούρια. Δεν τους πάει να τον βλέπουνε τώρα με τα μούτρα κατεβασμένα. Ναι, το παραδέχονται κι αυτοί: τα χρόνια περάσανε κι όλα γύρω μαυρίζουν, μα δε χρειάζεται να τα χειροτερεύουμε και από μόνοι μας. Η ζωή είναι πάντα ζωή, έστω και γερασμένη.

Και οι φίλοι αρχίζουνε να κεντρίζουνε τον μαστρο-Χρήστο. Ξέρουνε πως με λίγη προσπάθεια θ’ αλλάξει η δύσθυμη όψη του. Ο λύκος κι αν εγέρασε… 

Τον ρωτάνε:

– Έλα μάστορα, δείξε μας πώς κυνηγούσε ο Ανέστης τον Ανέστη…

Πάει να τους κόψει την κουβέντα ο μαστρο-Χρήστος, μα δεν αντέχει. Ορμούν οι μνήμες, τον κυριεύουν και σκάει χαμόγελο.  Για σκέψου, οι Ανέστηδες…

            – Πού τους θυμηθήκατε, βρε παιδιά;

            Ο ένας Ανέστης ήταν νυχτοθερμαστής στα Φύχτια. Ψηλός και νταβραντισμένος. Σκληροκόκαλος και πεισματάρης. Δούλευε σκυλίσια. Κι όταν είχε ελεύθερο χρόνο, τον πέρναγε κοντά στον άλλον Ανέστη. Που ήταν κι αυτός το ίδιο δυνατός, το ίδιο σκληροκόκαλος και το ίδιο πεισματάρης. Μόνο που τούτος ο δεύτερος δεν ήταν άνθρωπος, ήταν άλογο. Να τόνε πούμε καθαρόαιμο, δεν μας πάει στη γλώσσα· ήταν κάθε άλλο παρά αριστοκράτης. Απλώς, ένα γερό άλογο, με αντοχή και ξεροκεφαλιά καθαρά μοραΐτικη. Αντάξιος του αφεντικού του, που σε στιγμή άκρατου ενθουσιασμού είχε βαφτίσει και το άλογό του με το δικό του όνομα.

            Τις ελεύθερες ώρες τους, λοιπόν, οι δυο Ανέστηδες ήταν αχώριστοι. Αγάπες, παιχνίδια, τρέξιμο. Δεν ξέρουμε αν στους αλογίσιους καφενέδες ο Ανέστης-άλογο μιλούσε με τόσες παινεσιές για το αφεντικό του. Πάντως ο Ανέστης-άνθρωπος δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να μιλάει για το ζώο του. Για την κορμοστασιά, τη χαίτη, το χλιμίντρισμα, τον καλπασμό του. Αυτό δεν ήταν άλογο, ήταν αριστούργημα, μυθικό ον. Ήταν ο φτερωτός Πήγασος, που αποφάσισε να βρεθεί και πάλι κοντά στους ανθρώπους.

Όσοι άκουγαν τον νυχτοθερμαστή, στην αρχή δέχονταν με ευχαρίστηση τα λόγια του. Τους συγκινούσε τούτος ο στενός δεσμός. Τούτη η φιλία είχε μια άδολη και άγρια ειλικρίνεια, τόσο ασυνήθιστη για την εποχή μας. Μετά, όμως, όταν ξανακούγανε τα ίδια και τα ίδια, τον βαριούνταν. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές, ο αυθορμητισμός του νυχτοθερμαστή, οι χειρονομίες του, το ξαναμμένο αγαθό του μούτρο, καταλήγανε να γίνουνε μια πρώτης τάξεως αφορμή για πείραγμα. Όταν, λοιπόν, τον ακούγανε να ξεσπάει εκστατικός «Και να δείτε, λοιπόν, πώς καλπάζει ο Ανέστης!…», όλοι γύρω του τον ρωτούσαν κοροϊδευτικά:

– Πες μας τώρα και πώς κοπρίζει ο Ανέστης…

Κάποτε, λοιπόν, καθώς συνεχίζονταν τα πειράγματα, κάποιος πέταξε την πρόκληση:

– Εδώ σε θέλω. Μπορεί ο Ανέστης να συναγωνιστεί στο τρέξιμο το τραίνο;

– Μπορεί και παραμπορεί. Το μόνο εύκολο, απάντησε αγέρωχα ο νυχτοθερμαστής.

Ο συναγωνισμός ανάμεσα στη φύση και στη μηχανή, και  μάλιστα μ’ αυτήν τη μορφή του αγώνα, «άλογο εναντίον τραίνου», είναι κλασικός και πολύ συνηθισμένος. Ωστόσο, κάθε περίπτωση έχει τη δικιά της ξεχωριστή χάρη. 

Συμφωνήσανε, λοιπόν, τον αγώνα στο άψε σβήσε. Την άλλη μέρα το πρωί όλο το χωριό βρισκόταν στον σταθμό. Πρώτοι και καλύτεροι οι δύο Ανέστηδες, φορμαρισμένοι, ο ένας καβάλα στον άλλον. Το τραίνο θα ερχόταν από την Τρίπολη. Ήταν το τακτικό καθημερινό δρομολόγιο προς Αθήνα. Έφτασε γύρω στις 9. Σταμάτησε στον σταθμό, άφησε κόσμο, πήρε κόσμο κι ετοιμάστηκε να ξεκινήσει πάλι.Οι Ανέστηδες ήταν παραταγμένοι δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή. Με το πράσινο σήμα του σταθμάρχη ξεκίνησαν ταυτόχρονα, ατμομηχανή και άλογο.

Η αμαξοστοιχία βαριά και ο δρόμος ανήφορος. Τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, προχωρούσε πολύ αργά. Μηχανοδηγός της ήταν – ποιος άλλος – ο μαστρο-Χρήστος, που μας διηγείται τούτη την ιστορία. Το άλογο είχε σίγουρη τη νίκη. Το τέρμα ήταν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα: ο σταθμός της Νεμέας. Τα νέα του αγώνα είχαν διαδοθεί αστραπιαία. Στον σταθμό του τέρματος περίμενε όλη η Νεμέα.

Οι Ανέστηδες ήταν στα κέφια τους. Θα είχανε προχωρήσει καμιά πεντακοσαριά μέτρα και το τραίνο είχε μείνει κιόλας πολύ πίσω. Ο νυχτοθερμαστής, επειδή ο θρίαμβός του διαγραφόταν πολύ εύκολος, δεν έκρυβε καθόλου τη χαρά του. Έστριβε το άλογο, πότε δεξιά και πότε αριστερά, το γύρναγε προς τα πίσω, έφτανε στην ατμομηχανή και την ξεπερνούσε πάλι. Άλλοτε τιναζόταν, έφτανε στην κορφή του γειτονικού λόφου και μετά κατρακυλούσε ξανά μέχρι τις σιδηροδρομικές γραμμές. Έκανε όποια τρέλα τού ερχόταν στο χοντρό του  κεφάλι.

Και τα χιλιόμετρα περνούσαν.

Ο μαστρο-Χρήστος, μέσα στην ατμομηχανή, διασκέδαζε κι αυτός με τον τρόπο του. Ακουμπισμένος πάντα στο πρεβάζι, παρακολουθούσε χαμογελαστός τους Ανέστηδες και περίμενε τη στιγμή  που  θα δικαίωνε την αξία της μηχανής. Η ιστορία του λαγού και της χελώνας μπορεί να επαναληφθεί όταν κανένας δεν το υποψιάζεται.  

 Θα ήταν γύρω στο ένα χιλιόμετρο πριν από το τέρμα, όταν οι δυο Ανέστηδες πλησιάσανε γι’ άλλη μια φορά στη μηχανή του τραίνου.  Ήταν μια τελευταία πρόκληση της φύσης προς την τεχνολογία. Και από εκεί ετοιμάστηκαν να πάρουνε φόρα, για να καλπάσουν ακάθεκτοι πια προς τη νίκη.

Τούτο, όμως, το πλησίασμα ήταν ό,τι το καλύτερο επιθυμούσε ο μαστρο-Χρήστος. Καθώς το άλογο ήταν πολύ κοντά στα πλευρά της ατμομηχανής, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο μηχανοδηγός πέρασε σε απροσδόκητη αντεπίθεση. Με κοφτή κίνηση τράβηξε το κορδόνι της σφυρίχτρας και η μηχανή σφύριξε δυνατά, διαπεραστικά: ο γύρω χώρος τραντάχτηκε. Και ταυτόχρονα τράβηξε τον μοχλό, και η μηχανή ξεφύσηξε απότομα. Ένα τεράστιο σύννεφο ατμού ξεχύθηκε ζεματιστό και τύλιξε άλογο και καβαλάρη. Και συνεχώς το παρατεταμένο σφύριγμα. Σωστή κόλαση, χάλαγε ο κόσμος.

Το άλογο τρόμαξε. Χλιμίντρισε, τινάχτηκε στα πισινά του πόδια, πέταξε τον καβαλάρη ανάσκελα και πήρε δρόμο αφηνιασμένο. Και ενώ ο τετράποδος Ανέστης εξαφανιζόταν στο δάσος, ο δίποδος Ανέστης σηκωνόταν σιγά-σιγά, και, πιάνοντας με τα δυο χέρια τους γοφούς του, προσπαθούσε, κωμικά, κουτσαίνοντας και τρικλίζοντας, να φτάσει τον τετράποδο φίλο του.

Ο μαστρο-Χρήστος πάνω στην ατμομηχανή είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Και τώρα ακόμη που διηγείται την ιστορία δεν μπορεί να κρατηθεί. Σηκώνεται από την καρέκλα του και, γελώντας πάντα, μιμείται τον Ανέστη-άνθρωπο  βαδίζοντας σαν κοψομεσιασμένος.

*************

 Καθώς το ακροατήριο πυκνώνει όλο ένα και τα μάτια όλων φωτίζονται από ευχαρίστηση, ο μαστρο-Χρήστος ξεκινάει καινούργια ιστορία.

Ήτανε δυο συνάδελφοι, φίλοι αχώριστοι. Αλλά, αυτή τη φορά, άνθρωποι κι οι δυο. Ο ένας μηχανοδηγός και ο άλλος προϊστάμενος αμαξοστοιχίας. Τους γνωρίζετε δα. Ο Διονύσης ο Κάργας και ο Νικολάκης ο Λίλης. Καθώς τους κοίταζες, δεν μπορούσε να βάλει ο νους σου πώς τούτοι οι δυο ταιριάζανε τόσο πολύ. Σα χαρακτήρες ήταν εντελώς διαφορετικοί. Ο Διονύσης – τι Διονύσης; Διονύσαρος! – ψηλός, χοντροκομμένος και στο σώμα και στα φερσίματα. Κάργας, όνομα και πράμα. Μηχανοδηγός τέλειος. Έτσι κι έκανε μόνο ν’ αγγίξει το τραίνο, η μηχανή υποτασσόταν στα έμπειρα χέρια του. Όσο για τον Νικολάκη: Λίλης, άλλο όνομα και πράμα. Μικροκαμωμένος, λεπτεπίλεπτος, ευγενικός. Είχε έναν όμορφο, στρωτό γραφικό χαρακτήρα. Όταν συμπλήρωνε το φύλλο πορείας, το στόλιζε με όλη την επαγγελματική του ευλάβεια. Το έφτιαχνε καλλιτέχνημα.

Θα έπρεπε, λοιπόν, τούτοι οι δυο να μην ταιριάζανε με καμία δύναμη. Η μοίρα, όμως, παίζει τα πιο παράδοξα παιχνίδια. Τι ήταν αυτό, επιτέλους, που τους ένωνε τόσο πολύ; Απλούστατα αγαπούσαν κι οι δυο παθιασμένα το κυνήγι του λαγού. Αλλά τι κυνήγι; Θα δείτε. Έτσι και βγαίνανε να κυνηγήσουν, δεν τους ξέφευγε ούτε λαγουδίσιο αυτί. Ούτε τρίχα από λαγουδίσια ουρά. Προσέξτε όμως: η επιτυχία ερχόταν θριαμβευτική μόνο όταν ήταν κι οι δυο μαζί, ντουέτο, και ποτέ χωριστά ο καθένας τους. Και κάτι άλλο, το πιο βασικό: ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχανε πιάσει ποτέ όπλο στη ζωή τους. Τι θα πει φυσίγγι, δεν το ξέρανε. Είχανε, όμως, άλλο όπλο, πολύ πιο αποτελεσματικό: την ωτομοτρίς. Κάθε φορά που δουλεύανε μαζί, σπάνια γυρνούσαν σπίτι χωρίς να φέρουνε και κάποιο λάφυρο. Και μάλιστα, λάφυρο πάντα καλοθρεμμένο. Βέβαια και οι άλλοι συνάδελφοι χτυπούσαν λαγούς στο ταξίδι, μα αυτό που συνέβαινε με τούτους τους δυο ήταν από τ’ άγραφα. Η μεγάλη θραύση γινόταν τις νύχτες.

Λοιπόν, καθώς ο Κάργας βρισκόταν δεξιά, στα χειριστήρια, και ο Λίλης αριστερά, στη θέση του προϊσταμένου, οχυρωμένοι πίσω από τη μουσούδα της μηχανής που έτρεχε, οι δυο φίλοι είχανε συνέχεια καρφωμένα τα μάτια τους στις σιδερένιες γραμμές. Και συνήθως, πρώτος ο Λίλης διέκρινε δυο άλλα μάτια να γυαλίζουνε στο σκοτάδι, ανάμεσα στις ράγιες. Τότε, ψιθύριζε ψύχραιμα, σα να έδινε το σύνθημα:

– Νάτονε! 

Και το κυνήγι ξεκινούσε.   

Καθώς η αυτοκινητάμαξα έτρεχε με ταχύτητα και τα δυο γυαλιστερά μάτια ολοένα πλησιάζανε, ο Κάργας έσβηνε τους προβολείς. Και την κατάλληλη στιγμή – ποια στιγμή ήταν η κατάλληλη και σε ποια απόσταση από το θύμα, ήταν αποκλειστικά δικό τους μυστικό –, λοιπόν την κατάλληλη στιγμή, ο Κάργας άναβε ξαφνικά τους προβολείς και ταυτόχρονα πίεζε το κουμπί της σφυρίχτρας που έβγαζε τον παράξενο, μακρόσυρτο ήχο της.

Ο λαγός ξαφνιάζεται, τινάζεται και όπου φύγει-φύγει. Αλλά εδώ βρίσκεται η μεγάλη κυνηγετική τέχνη. Πες το παράξενο σφύριγμα, πες τα ξαφνικά εκτυφλωτικά φώτα, πες η ταχύτητα, πες όλα μαζί, το αποτέλεσμα είναι ένα και σπουδαίο: τινάζεται ο λαγός, αλλά ποτέ δεν πηδάει δεξιά ή αριστερά για να ξεφύγει. Προχωρεί κατευθείαν μπροστά, ανάμεσα στις ράγιες. Κι αυτό, βέβαια, αποτελεί την καταδίκη του. Κανένα ζευγάρι κυνηγών δεν το καταφέρνει με τόση επιτυχία τούτο το κόλπο.

Η απόσταση ανάμεσα σε μηχανή και λαγό μικραίνει αδιάκοπα. Τρέχει απεγνωσμένα ο λαγός, μα έτσι τρομαγμένος και ζαλισμένος, μπερδεύεται συνέχεια και χάνει έδαφος. Και ξαφνικά… ένα ξερό χτύπημα του προφυλακτήρα, κι ο λαγός πέφτει, έτοιμος για στιφάδο.

Ο Κάργας σταματάει τη μηχανή λίγα μέτρα πιο πέρα. Κι ο Νικολάκης ο Λίλης κατεβαίνει ανάλαφρα και μαζεύει θριαμβευτικά το λάφυρο. Και μετά συμπληρώνει στο φύλλο πορείας με τα γνωστά καλλιγραφικά του γράμματα:

 

«Στάθμευσις 2 λεπτών εις χιλιόμετρον τάδε, λόγω πτώσεως λίθων επί των σιδηροτροχιών».

 

Έπειτα κρεμάει τον λαγό ανάποδα έξω από το παράθυρο της μηχανής, δένοντάς τον και στερεώνοντάς τον καλά. Καθώς τρέχει η αυτοκινητάμαξα, το θήραμα ανεμίζει σαν τρόπαιο. Να το βλέπουν οι συνάδελφοι των άλλων αμαξοστοιχιών στις διασταυρώσεις, και να σκάνε από το κακό τους.

Ωστόσο, κάποτε, οι συνάδελφοι, αυτοί που «σκάγανε από το κακό τους», σκέφτηκαν να σκαρώσουν ένα παιχνίδι στους δυο τυχερούς. Πήρανε, λοιπόν, έναν σκοτωμένο λαγό, τον γδάρανε με προσοχή, γεμίσανε το τομάρι του άχυρα, το ξαναράψανε και το αφήσανε ανάμεσα στις σιδηροδρομικές γραμμές, σε ώρα που ξέρανε πως θα περάσει η αυτοκινητάμαξα με το τυχερό ντουέτο. Είχανε φυσικά τοποθετήσει τον αχυρένιο λαγό σε μια τέτοια «φυσιολογική» στάση που να φαίνεται σα ζωντανός. Όταν ήρθαν ο Κάργας με τον Λίλη, παραξενεύτηκαν βέβαια με την ακινησία του ζώου, αλλά δεν μπορούσαν να φανταστούν την αλήθεια. Αναβοσβήσανε κανονικά τα φώτα, σφυρίξανε με το γνωστό σφύριγμα και πλησίασαν ολοταχώς. Όταν πια φτάσανε πολύ κοντά, πίστεψαν πως ο λαγός είχε πάθει συγκοπή από την τρομάρα του. Τελικά, ο Λίλης κατέβηκε και έφερε στον μηχανοδηγό ένα λαγοτόμαρο ξεκοιλιασμένο, ενώ τα άχυρα έβγαιναν και πλημμύριζαν όλο τον θάλαμο της μηχανής. Καταλαβαίνετε, τη στιγμή εκείνη ο Κάργας ξεστόμισε μερικές από τις πιο χοντρές, τις πιο κάργικες βρισιές του.

Στο μεταξύ, όλα τα τραίνα και όλοι οι σταθμοί περίμεναν με ανυπομονησία τους δυο τυχερούς. Είχαν δουλέψει οι ασύρματοι και τα τηλέφωνα, κι έτσι, κάθε συνάδελφος, σε όποιο σημείο του δικτύου κι αν βρισκόταν, είχε ακονίσει τα λόγια του στο πιο κοφτερό σιδηροδρομικό ακόνι και ήταν πανέτοιμος για το βροντερό γιουχάισμα.

Και πραγματικά, καθώς ο Κάργας με τον Λίλη έμπαιναν καμαρωτοί στους σταθμούς, ανεμίζοντας κι αυτή τη φορά θριαμβευτικά το καινούργιο λάφυρο, όλοι οι συνάδελφοι έπαιρναν φόρα για την τρομερή επίθεση. Φανταστείτε όμως την κατάπληξη αλλά και τη λύσσα όλων, όταν, πλησιάζοντας και ψηλαφίζοντας το λάφυρο, πέφτανε από τον ουρανό, καθώς διαπιστώνανε πως ο λαγός ήταν αληθινός, αληθινότατος και καθόλου αχυρένιος.

Και ποια ήταν η εξήγηση; Απλούστατα: αυτό το αχτύπητο κυνηγετικό ντουέτο, δυο-τρία χιλιόμετρα μετά τον αχυρένιο λαγό, είχε χτυπήσει έναν άλλο, αληθινό, με σάρκα και οστά. Η τύχη τους δεν είχε όρια.

 

**************

Τώρα που ο μαστρο-Χρήστος έχει πάρει φόρα, δε λέει να σταματήσει. Η τρίτη του ιστορία μιλάει για τις περιπέτειες της γυναίκας ενός σταθμάρχη.

Ρωτάτε ποιες περιπέτειες; Ακούστε.

Ήτανε, λοιπόν, ένας σταθμάρχης στο Μάναρι. Βολικός άνθρωπος, μειλίχιος, ευσυνείδητος στη δουλειά του. Και η γυναίκα του, αγαθή, κάπως χαζούλα. Και αθόρυβη. Αλλά όχι για πολύ. Ο εξαποδώ έφερε έτσι τα πράγματα που η χαζούλα αυτή γνώρισε τον κλειδούχο του γειτονικού σταθμού, στο Ανεμοδούρι. Και καταλαβαίνετε ότι ο εξαποδώ δεν σταμάτησε μόνο στη γνωριμία. Νέος και ζωηρός ο κλειδούχος, νέα και η γυναίκα του σταθμάρχη· έγινε ό,τι ήταν να γίνει. Όποτε είχε υπηρεσία ο σταθμάρχης, η κυρία σταθμάρχη καβάλαγε τον γάιδαρο και κινούσε για το Ανεμοδούρι. Συναντούσε τον κλειδούχο κι αρχίζανε.

Και ο καιρός περνούσε. Όλα πηγαίνανε πρίμα, αλλά στον νου της κυρίας σταθμάρχη είχε αρχίσει να δημιουργείται μια μεγάλη απορία. Το έφερνε από δω, το έφερνε από κει, δεν έβρισκε απάντηση. Τον κλειδούχο δεν ήθελε να τον ρωτήσει, φοβόταν πως θα την κοροϊδέψει. Τον άντρα της πάλι, πώς; Είχε βέβαια το θάρρος, μα όσο και καλόβολος και αγαθός να ήταν, κάτι θα καταλάβαινε από το μυστικό της. Έτσι, περνούσαν οι μέρες και την κυρία σταθμάρχη την τριβέλιζε μεγάλη  περιέργεια. Και ποια ήταν η τρομερή της απορία; Να, ο έρωτας με τον άντρα της, στην κρεβατοκάμαρα, στο νοικοκυρεμένο συζυγικό περιβάλλον, κάτω από τη στέρεη οικογενειακή στέγη, με τη σιγουριά της νομιμότητας, ήτανε βέβαια καλός, περίκαλος, μα… κάπου σκόνταφτε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Αντίθετα, ο έρωτας με τον κλειδούχο, ο παράνομος, ο λαχανιασμένος, ο χωρίς καμιάν άνεση, πότε κάτω στη χαράδρα δίπλα στο ρυάκι, πότε ανάμεσα στα σκίνα και πότε μέσα σε κάποιο εγκαταλειμμένο παλιοβάγονο, ο έρωτας τούτος ο τραχύς, ο καθόλου ρουτινιέρικος, ήταν το κάτι άλλο. Και να μη μιλήσουμε για λεπτομέρειες, γιατί αυτές ήταν για νάταν. Κάθε άλλο παρά ρουτινιέρικες. 

Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή που η κυρία σταθμάρχη δεν μπόρεσε να βαστάξει άλλο. Ρωτάει, λοιπόν, μια τρυφερή νύχτα τον σταθμάρχη:

– Μα δε μου λες, άντρα μου, αλλιώς το κάνουνε στο Μάναρι κι αλλιώς στο Ανεμοδούρι;

 Και από τότε έμεινε σαν παροιμία η φράση: «Αλλιώς στο Μάναρι κι αλλιώς στο Ανεμοδούρι».

Η παρέα που παρακολουθεί τη διήγηση του μαστρο-Χρήστου παραπονιέται πονηρά:

– Τελικά, μάστορα, δε μας έχεις πει: πώς κάνουνε τον έρωτα στο ένα χωριό και πώς στο άλλο;

– Τι με ρωτάτε εμένα; Ρωτήστε τη γυναίκα του σταθμάρχη, απαντάει χαμογελαστά ο γερο-μηχανοδηγός.

 

*************

Η ώρα έχει περάσει, φτάνει μεσημέρι. Οι θαμώνες του καφενείου αρχίζουν σιγά-σιγά να φεύγουν για τα σπίτια τους. Τότε ακούγεται η φωνή κάποιου άλλου συναδέλφου. Έχει βγει στη σύνταξη τώρα τελευταία και είναι νεοφερμένος στο καφενείο,

– Να σας πω κι εγώ μιαν ιστορία…

Όσοι πήγαιναν να φύγουν κοντοστέκονται. Κι εκείνος συνεχίζει:

– Είναι πρόσφατη, φρέσκια-φρέσκια, ακούστε την. Τον θυμόσαστε τον Γιάμπαλη;

– Γιάμπαλης; Γιάμπαλης; Α, ναι, και πώς σου ήρθε να μας τον θυμίσεις;         

– Το ξέρετε πως ο Γιάμπαλης έγινε διευθυντής;

– Αποκλείεται, πλάκα μας κάνεις…

– Θέτε να σας ορκιστώ; Εδώ βούιξε όλη η Εταιρία, και μόνο εσείς δεν το πήρατε χαμπάρι…

 –Μα ο Γιάμπαλης διευθυντής, δεν μπορώ να το πιστέψω!

– Και η πλάκα δεν είναι ότι έγινε, αλλά με ποιον τρόπο έγινε.

– Αλλά αυτός, χριστιανέ μου, δεν ήξερε να δέσει ούτε τα κορδόνια των παπουτσιών του.

– Μα η δουλειά του διευθυντή δεν είναι να δένει κορδόνια, αλλά να διευθύνει. Ακούστε, για να μορφωθείτε. Ο Γιάμπαλης ήταν, είναι και θα είναι αυτός που ξέρουμε: τεμπέλης, βλάκας, άχρηστος, φαντασμένος. Μα είναι κι αυτός που δεν ξέρουμε, ή καλύτερα αυτός που ξέρουνε πολύ λίγοι: γλείφτης και κουτοπόνηρος. Αν νομίζετε πως αυτά τα προσόντα δεν αρκούν για να γίνεις διευθυντής στην Εταιρία Σιδηροδρόμων, τότε σας λυπάμαι: τόσα χρόνια δεν καταλάβατε τίποτα. Ο Γιάμπαλης, όπως ξέρετε, ήταν υπάλληλος, από το προσωπικό που δουλεύει πάνω στα τραίνα. Ελεγκτής εισιτηρίων. Αλλά καρφί δεν του καιγόταν για δουλειά. Του άρεσαν τα ταξίδια, ο καθαρός αέρας, η κουβεντούλα και το κόρτε με τις επιβάτισσες· ζωή χαρισάμενη. Κι όταν έπαιρνε το σοβαρό του ύφος να ελέγξει τα εισιτήρια, δεν το έκανε από υπηρεσιακό φιλότιμο, αλλά ο νους του ήτανε πώς θα επινοήσει και θα επιβάλει κάποιο πρόστιμο στον επιβάτη, για να το τσεπώσει, ή πώς θα τον ξεγελάσει στα ρέστα. Ο νους του πάντα στην κονόμα.

»Εκεί, όμως, που ήταν ασυναγώνιστος ήτανε στο γλείψιμο προς τους προϊσταμένους. Δεν έχανε την ευκαιρία να παρουσιάζεται συχνότατα στα κεντρικά γραφεία για να τους “υποβάλει τα σέβη του”. Κι αν συνέβαινε κάποιο ατύχημα στο ταξίδι, κάποια σύγκρουση, κάποια εκτροχίαση, καρφί δεν του καιγόταν να βοηθήσει τον τραυματισμένο κόσμο, αλλά πρώτος και καλύτερος στο τηλέφωνο, να “ενημερώσει” τους προϊσταμένους. Έτσι είχε καταφέρει να τον γνωρίζουν όλοι οι ανώτεροι. Ξεγελιόνταν από αυτό το επιφανειακό του ενδιαφέρον και δεν έμπαιναν στον κόπο να εξετάσουν την ουσία. Γι’ αυτούς ο Γιάμπαλης ήταν ένας πολύ καλός και εξαιρετικά συνεργάσιμος υπάλληλος. 

»Τον βοηθούσε βέβαια και το παρουσιαστικό του, αλλά και το ύφος του. Ψηλός, ορθός σαν να είχε καταπιεί σανίδα, και σοβαρός, πολλά καντάρια. Τα λόγια του ήταν πάντα κοινότοπα, αλλά τα ξεφούρνιζε με τέτοιο στόμφο ώστε  όλοι τα περνούσαν για σοφίες. Και ο ίδιος εξάλλου πίστευε απόλυτα πως βγαίνανε σοφίες από το στόμα του.  Έλεγε δηλαδή: “Ο άνθρωπος πρέπει να φέρεται σωστά!”, χωρίς φυσικά και ο ίδιος να ξέρει ποιος είναι ο σωστός τρόπος συμπεριφοράς. Γιατί αν ήξερε, η ζωή του θα ήταν εντελώς διαφορετική: θα είχε αλλάξει αμέσως χαρακτήρα. Αυτή  τη  φράση την είχε ακούσει κάποτε, και το γιαμπαλικό του ένστικτο την είχε βρει κατάλληλη προς αποστήθιση, μια και ταίριαζε στον προσωπικό του στόμφο. Και έτσι, σε κάθε ευκαιρία τη χρησιμοποιούσε.

»Μια άλλη του μανία, εξίσου σπουδαία, ήταν να εκφωνεί λόγους στις γιορτές της Εταιρίας. Είτε θρησκευτικές, είτε εθνικές. Και ήταν μια ιδανική λύση ο Γιάμπαλης, γιατί όλοι οι συνάδελφοι βαριόνταν να ξεστομίζουν τις γνωστές κοινοτοπίες των γιορτών, τα ίδια και τα ίδια κάθε χρόνο, και τσακώνονταν μάλιστα ποιος να αποφύγει τούτο το μαρτύριο. Ο Γιάμπαλης, όμως, σαν από μηχανής θεός, έλυνε το πρόβλημα. Ποιος τον έπιανε τότε· βρισκόταν στο φόρτε του. Προετοίμαζε επί ώρες ολόκληρες τον δεκάρικο λόγο του, έκανε ξανά και ξανά πρόβες στον καθρέφτη, έπαιρνε τις πόζες του και, πανέτοιμος πια, με το καλό του κουστούμι και τα παπούτσια τα γυαλισμένα στην τρίχα, ανέβαινε στο βήμα σοβαρός και παρφουμαρισμένος.

»Κάποια Χριστούγεννα, η Εταιρία είχε κάνει γιορτή για τα παιδάκια του γειτονικού ορφανοτροφείου. Το μεγάλο δέντρο των Χριστουγέννων καταστόλιστο και από κάτω τα δώρα για τα ορφανά,  τα γλυκά και οι σοκολάτες. Ο Γιάμπαλης στο βήμα εξαπέλυε τους θρησκευτικούς του μύδρους. Όποια χοντρή κοινοτοπία μπορείτε να φανταστείτε βγήκε από το στόμα του. Και κατέληξε, βέβαια, με νουθεσίες προς τα παιδάκια. Και ασφαλώς χρησιμοποίησε το αγαπημένο του ρητό: “Ο άνθρωπος πρέπει να φέρεται σωστά!”, αλλά το διαμόρφωσε σύμφωνα με την περίσταση. Είπε δηλαδή: “Και σεις, παιδιά μου, όταν μεγαλώσετε να φερνόσαστε σωστά, να γίνετε άνθρωποι χρηστοί, για να σας χαίρονται οι γονείς σας”.

»Όσοι τον ακούγαμε, παγώσαμε. Μα να σκαλίσει την πληγή των ορφανών, μιλώντας τους για γονείς; Τα παιδιά ευτυχώς δεν πρόσεχαν τα λόγια του. Φλυαρούσαν συνέχεια μεταξύ τους, έχοντας τον νου τους στα δώρα και στα γλυκά. Κι όταν κάποιος του μίλησε για την γκάφα του, ο Γιάμπαλης απάντησε με αγέρωχη κουτοπονηριά: “Μα δεν καταλάβατε το πνεύμα μου. Εννοούσα ότι πατέρας των παιδιών είναι ο κόσμος και μητέρα τους η κοινωνία”.        

            »Να μην ξεμακραίνουμε, όμως, από το θέμα μας, δηλαδή την προαγωγή του Γιάμπαλη. Ήταν ο μοναδικός υπάλληλος που είχε στο ενεργητικό του τόσο πολλούς επαίνους. Και δε μιλάμε μόνο για το γλείψιμο προς τους προϊσταμένους και για τους δεκάρικους λόγους. Κι αυτά, βέβαια, παίξανε μεγάλο ρόλο, αλλά η ξεχωριστή του ειδικότητα ήταν το κόλπο της χαμένης βαλίτσας.

»Τύχαινε μερικές φορές κάποιος επιβάτης να χάσει τη βαλίτσα του. Έψαχνε παντού στο βαγόνι, στα καθίσματα, στα ράφια, στους διαδρόμους – η  βαλίτσα άφαντη. Έκανε ο επιβάτης παράπονα στην Εταιρία και τις περισσότερες φορές απαιτούσε αποζημίωση. Τότε, πάλι σαν από μηχανής θεός, παρουσιαζόταν ο Γιάμπαλης βαστώντας θριαμβευτικά τη βαλίτσα στο χέρι του. Χαρά και δάκρυα ευγνωμοσύνης ο επιβάτης, συγχαρητήρια και έπαινοι από την πλευρά της Εταιρίας. Φυσικά, τη βαλίτσα δεν την είχε βρει. Απλούστατα, κάποια στιγμή που ο επιβάτης δεν πρόσεχε, του την είχε πάρει, την είχε κρύψει σε μέρος που ήξερε μόνο αυτός ο ίδιος, και μετά παρουσιαζόταν ως μεγάλος σωτήρας. Και το είχε σύστημα: κάθε φορά που ένιωθε πως οι προϊστάμενοί του τον είχαν ξεχάσει, όλο και κάποια παρόμοια κομπίνα σκαρφιζόταν για να κινήσει ξανά το ενδιαφέρον τους. Τελικά, όταν ερχόταν η ώρα των προαγωγών, αυτός ήταν πάντα πρώτος και καλύτερος στη λίστα των υποψηφίων. Ήταν, όπως είπαμε, πασίγνωστος στους ανωτέρους, ως “πολύ καλός και εξαιρετικά συνεργάσιμος υπάλληλος”, και επιπλέον φορτωμένος με επαίνους και με εύφημες μνείες.

»Ποιος λογικός άνθρωπος δεν θα τον θεωρούσε απολύτως κατάλληλο για προαγωγή;

»Και έτσι ανέβαινε τους βαθμούς, και συνάδελφοι πολύ ικανότεροί του έμεναν πίσω και τον έβλεπαν από χαμηλά, με το μακαρόνι. Και τελικά, σκαρφάλωσε και στον βαθμό του διευθυντή. Μέσα σε χιλιάδες άτομα προσωπικό, πέντε-έξι είναι οι διευθυντές. Κι ένας απ’ αυτούς η αφεντιά του, ο Γιάμπαλης».

Ο μαστρο-Χρήστος παίρνει ένα προσποιητό σοβαρό ύφος και ρωτάει:

– Γιατί να μη γίνει διευθυντής, μήπως οι άλλοι είναι κα-λύτεροι;

– Και φυσικά είναι καλύτεροι. Υπάρχει σύγκριση; απαντάει κάποιος.

– Γιατί, μήπως αυτοί έχουν «ανακαλύψει» περισσότερες βαλίτσες; ρωτάει ο μαστρο-Χρήστος και όλη η παρέα σκάει στα γέλια.   

*************

            Έτσι περνάνε τον χρόνο τους οι απόμαχοι των τραίνων στο καφενεδάκι. Συναντιούνται συχνά και οι ατέλειωτες ώρες τούς προσφέρουν την ευκαιρία να γνωριστούνε πολύ καλύτερα από όσο τότε, στο λαχανιασμένο τρέξιμο της καθημερινής δουλειάς. Τώρα μάλιστα γνωρίζονται και οικογενειακά και πολλές φορές συμπεθεριάζουν, μέσω των παιδιών τους αλλά και από τα εγγόνια τους. 

            Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλες στιγμές, αναπόφευκτες, και κάποιο κάθισμα στο καφενείο απομένει άδειο. Κάποιος συνάδελφος αρρωσταίνει, ή το χειρότερο…

            Μια μέρα ο πατέρας μου έφυγε για το καφενεδάκι συννεφιασμένος κι αμίλητος. Ούτε για βουλεβάρτα μίλησε, ούτε για τίποτα.  Πήγε και γύρισε μετά από λίγες ώρες, το ίδιο συννεφιασμένος. Με τα πολλά που τον ρωτούσαμε ανήσυχοι, μας εξήγησε. Να, ο μαστρο-Χρήστος έφυγε. Για πάντα. Οι συνάδελφοι τον συνοδέψανε μέχρι την τελευταία κατοικία, και γυρνώντας στο ίδιο πάντα καφενεδάκι ήπιανε καφέ και κονιάκ για κατευόδιο. Και του δώσανε την ίδια ευχή, όπως εύχονταν επί χρόνια τώρα οι μηχανοδηγοί ο ένας στον άλλον, στους σταθμούς, στις διασταυρώσεις: «Καλό ταξίδι, συνάδελφε».

Ο μαστρο-Χρήστος είχε φύγει για το τελευταίο ταξίδι, παίρνοντας μαζί του τους Ανέστηδες, τον Κάργα, τον Λίλη, τη γυναίκα του σταθμάρχη, όλα του τα χωρατά και όλες του τις στενοχώριες. Είχε φύγει για το ταξίδι το ήρεμο, χωρίς τα αγκομαχητά και τα λαχανιάσματα του τραίνου της ζωής.

 

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου