Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

Ένα ποίημα

του Θοδωρή Μαραγκού

μεταφραστή στις Βρυξέλλες (Βέλγιο)

με τίτλο

"Λυκόφως του Φθινοπώρου"

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ















ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΣ


Λυκόφως του φθινοπώρου


Λυκόφως του φθινοπώρου ως ακούγεσαι μέσα μου,

στο νιώσιμο της μέρας τινάζω τις στάχτες σου,

η φωτιά έσβησε πάλι, λες και νίφτηκε πρωινή αύρα όλη μου η ύπαρξη.

Ψιλόβροχο στάζει στο στεγόθυρο κι ακούγονται φωνές να μουρμουρίζουν

πως το κρασί του αμαρτωλού ωρίμασε και γλύκανε τις νύχτες.


Αυτοί δεν ξέρουν

ούτε πώς πλαταίνουν τα μάτια στης ζωής τις έγνοιες

ούτε της χαράς την κόσμια ντροπή, ούτε το λευκό

των λουλουδιών όλων το ένδυμα, στερνά από τη νύχτα της αγρύπνιας.

Εκείνην, που ξενυχτά τη μέρα και παρηγορεί το χλωμό της μοναξιάς τραγούδι,

που το κρατά ο γέρος σφιχτά έναν κόμπο στο μαντήλι φοβούμενος την ισχνή του μνήμη

μην και ξεχάσει γι’ αύριο της μέρας του την παρηγόρια.

Και όλο κρατεί το, σαν την ελπίδα μες στης τσέπης το μετάξι,

πίνοντας για να ζήσει μες στην κρυάδα των ημερών του λίγο από το άσμα του χλωρίου.*

Και φεύγει η άνοιξη, μεσουρανεί ο ήλιος, οι άνεμοι χρωματίζουν της ιτιάς τα φύλλα.

Μα η ομίχλη που σηκώνεται απ’ τη θάλασσα πάλι με προσκαλεί σε μέθη.

Λυκόφως του φθινοπώρου, μόνο εσύ ακούς τους ίσκιους που περπατούν μαζί μου μέρα νύχτα

και σβήνουν πίσω μου όλα τα χνάρια

κι ας είναι το πανωφόρι μου από ψίεθο* σερνάμενο στου δρόμου τη στροφή,

τα κουπιά βραχέα και η βάρκα μου εκκλίνουσα!

Λυκόφως του φθινοπώρου που ακούγεσαι μέσα μου τόσο βραχύ, κι οι

άκρες των ορέων προς τη δύση σαν να μου φαίνονται όλο και πιο κοντά,

το σμαραγδί του όγκου των με πορφυρίζουσες τις κορυφές τους διώχνει μακριά τη μοναξιά

μου.

Εσύ και εγώ, μισόμεθοι, αντικρίζουμε του λιβανιού την κούπα

κι ο λύχνος στο τριλίρισμά του ξαγρυπνά του ποταμιού το βρύχος,

η νύχτα δεν τελειώνει πια, ως πριν,

οι ρυτίδες της ψυχής αντάμωσαν μ’ εκείνες των χεριών μου

και πάνω στον ρου του ποταμού η ψυχή μου καρτερά τον άγγελό της.


----------

Σημειωση

ψίεθος: κατά τον ιωνικό τύπο (ή άλλως ψίαθος) είναι το πλέγμα από σχοίνους ή βούρλα.

χλωρίον: φλωρίον, με τροπή του φι σε χι, δηλαδή το πτηνό φλώρος.


*****


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου