Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
από το Νέο βιβλίο 

του Κώστα Ανδρουλιδάκη 
που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει
με τίτλο

"ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗ"

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗ


(περιεχόμενα)

 Α.  Εισαγωγή 

 Β.  Το ιστορικό της φιλίας του Γιώργου Μπουζιάνη με το Νίκο

       Σαντοριναίο

 Γ.   Περιγραφή των φύλλων των επιστολών του Γ. Μπουζιάνη

 Δ.   Παρατηρήσεις για τα κείμενα των χειρογράφων των επιστολών

 Ε.   Περιλήψεις των κειμένων των επιστολών

 ΣΤ. Τα  κείμενα των επιστολών του Γιώργου  Μπουζιάνη (με σχόλια και

        παρατηρήσεις).

  Ζ.   Οι απόψεις του Γ. Μπουζιάνη για τη ζωγραφική και γενική κριτική του

         για το έργο του Ν. Σαντοριναίου (Τα δύο αυτά θέματα ήταν το κυρίως

         αντικείμενο της αλληλογραφίας).

 

            








ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ


"ΜΙΑ ΑΝΩΣΤΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗ...

-ΕΙΣΑΓΩΓΗ"

 

Μια στιγμή καλής τύχης έχει πάντα πολλά και ευχάριστα αποτελέσματα. Αλλά η στιγμή κατά την οποία άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου το ιστορικό της φιλίας του Γιώργου Μπουζιάνη και του συμμαθητή του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου, επίσης ζωγράφου, του Νίκου Σαντοριναίου, είχε τόσο απροσδόκητες θετικές συνέπειες τις οποίες δεν μπορούσα να φανταστώ. Ακόμη και σήμερα, μετά από τρεις και πλέον δεκαετίες, όλη αυτή η ιστορία μοιάζει με παραμύθι. Τόσο, που αν δεν είχα όλες τις απτές αποδείξεις οι οποίες φανερώνουν ότι είχε συμβεί στην πραγματικότητα, θα θεωρούσα πως ήταν όνειρο άλλου κόσμου. Και δεν υπερβάλλω καθόλου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μια ομάδα καθηγητών των Πανεπιστημίων Πατρών και Ιωαννίνων μαζί με μια ομάδα φιλολόγων, λογοτεχνών και δοκιμιογράφων της Πάτρας που είχαν αισθητή παρουσία στην πνευματική κίνηση της χώρας μας, αποφάσισαν να ιδρύσουν το Συμπόσιο Νεοελληνικής Ποίησης, έναν ετήσιο θεσμό στην αχαϊκή πρωτεύουσα, υπό την αιγίδα του εκεί Πανεπιστημίου, της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το Συμπόσιο ήταν τριήμερο και οι συνεδριάσεις του πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο, στις αρχές του Ιουλίου, σε μεγάλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου, στο Ρίο. Η εκδήλωση αυτή κίνησε το ενδιαφέρον πολλών πνευματικών ανθρώπων της χώρας μας, και κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια αυτού του τριημέρου, αποτελούσε μια πραγματική όαση λογοτεχνικών ομιλιών, συζητήσεων και παρουσιάσεων έργων παλαιότερων και νέων ποιητών, σαν διάλειμμα δροσιάς μέσα στον καυτερό καλοκαιρινό ήλιο. Μ’ ενδιέφεραν αυτές οι συναντήσεις, που αποτελούσαν εξάλλου τις μοναδικές ευκαιρίες να δραπετεύσω από την καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς μου ως μηχανικού, στερημένης από κάθε ίχνος αισθητικής απόλαυσης. Από τότε και για αρκετά χρόνια η παρουσία μου στις συναντήσεις αυτές ήταν ανελλιπής.

            Την τέταρτη χρονιά του Συμποσίου, τον Ιούλιο του 1984, περιμένοντας την έναρξη των εισηγήσεων, το αμφιθέατρο ήταν σχεδόν γεμάτο. Τότε ήρθε και κάθισε στη διπλανή μου θέση, στη μόνη που ήταν κενή εκεί γύρω, μια κυρία ηλικιωμένη, γύρω στα εξήντα, μικροκαμωμένη, πολύ ζωηρή και δραστήρια. Βαστούσε ένα βιβλίο με τίτλο: Σαντορίνη, αγαπημένο μου… «διαβολόνησο!». Στα διαλείμματα των ομιλιών πιάσαμε κουβέντα. Το βιβλίο ήταν μια περιήγηση στο όμορφο νησί, μια γλαφυρή περιγραφή της ομορφιάς του και ενός αγώνα για να διασωθούν τα θαυμάσια τοπία του από την καταστροφική μανία των λατομείων. Η εικονογράφησή του μου είχε κάνει εντύπωση. Πίνακες ζωγραφικής με τοπία γεμάτα τεράστιους βράχους, παρουσιασμένα, θα έλεγα, με μυθοποιημένη αγριάδα. Στο εξώφυλλο ήταν γραμμένο το όνομα της συγγραφέα: Μυρσίνη Σαντοριναίου. Το όνομα αυτό το είχα συναντήσει και παλαιότερα. Και θυμήθηκα. Κάθε φορά που περνούσα μπροστά από το Εθνικό Θέατρο στην Αγίου Κωνσταντίνου, το έβλεπα στις λίστες των ηθοποιών του, στις μεγάλες αφίσες που διαφήμιζαν τα θεατρικά έργα του ρεπερτορίου του.

            Στη συζήτησή μας, η περιέργεια νίκησε την άγνοια μου και τη ρώτησα αν η ηθοποιός και η συγγραφέας του βιβλίου είναι το ίδιο πρόσωπο και αν τις γνώριζε. Η συνομιλήτριά μου απάντησε με υπερηφάνεια που δεν κρυβόταν: «η ίδια είμαι». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά συνέχισε: «κι εγώ, επίσης, ζωγράφισα τους πίνακες για την εικονογράφηση του βιβλίου μου». Μη έχοντας άλλο τρόπο να κρύψω την έκπληξή μου, την συγχάρηκα όσο πιο θερμά μπορούσα. Και από τη συζήτηση εκείνη ξεκίνησε μια φιλία που κράτησε όσο το επέτρεψε η μοίρα. Αλλά τα σπουδαιότερα ακολούθησαν στη συνέχεια.

            Βλέποντας η Μυρσίνη το ενδιαφέρον μου για τις δραστηριότητές της, και αφού στο μεταξύ κατά τη διάρκεια του τριημέρου είχε δημιουργηθεί μια ειλικρινής οικειότητα μεταξύ μας, μου εξομολογήθηκε πως οι δικοί της πίνακες ωχριούσαν μπροστά στα έργα του πατέρα της, του Νίκου Σαντοριναίου, που ήταν πολύ γνωστός και βραβευμένος ζωγράφος στην εποχή του. Με κάλεσε λοιπόν στο σπίτι της, εκεί που ήταν και το παλαιό ατελιέ του πατέρα της, για να θαυμάσω τους πίνακές του.

            Καθόταν σ’ ένα μικρό διαμέρισμα, στον τελευταίο, πέμπτο όροφο πολυκατοικίας, στην οδό Αχαρνών κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα. Σπίτι κάπως σκοτεινό, έρημο, απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Μόλις έμπαινες, το χολ ήταν μάλλον άδειο και μπορούσες να το διασχίσεις με κάποια ευχέρεια. Αλλά τα άλλα τρία μικρά δωμάτια ολόγυρα, ήταν ξέχειλα από χαρτιά, βιβλία, ζωγραφικούς πίνακες, και προπάντων από ατέλειωτες αναμνήσεις. Δεν ήταν η σκόνη που βασίλευε εδώ και κει – αν κι αυτή βοηθούσε να ζωντανεύει ακόμη περισσότερο το παρελθόν – αλλά εκείνη η ανάσα που είχε ξεμείνει από τις περασμένες εποχές, που σε ταξίδευε σε παλαιούς, ξεχασμένους κόσμους. Από αυτό το περιβάλλον έμπαινες στην εποχή του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Έπιπλα του μεσοπολέμου, παλιά τραπεζομάντηλα και χαλιά, κάδρα με ηλικιωμένους συγγενείς που είχαν χαθεί προ πολλού, και με τη φωτογραφία του Νίκου Σαντοριναίου και της γυναίκας του στον απέναντι τοίχο ενός δωματίου που κάποτε έπρεπε να ήταν σαλόνι. Το σαλόνι αυτό έκανε και χρέη ατελιέ. Τα άλλα δύο δωμάτια ήταν οι κρεβατοκάμαρες, της Μυρσίνης και των γονιών της. Και πάνω από όλα κυριαρχούσε ο χαρακτήρας της που όχι μόνο ταίριαζε με το περιβάλλον, αλλά σαν να το εμψύχωνε, να μη σβήσει ποτέ.    

            Πριν αναφερθώ λεπτομερέστερα στη φιλία μου με τη Μυρσίνη, τη μοναδική απόγονο των Σαντοριναίων, θεωρώ απαραίτητο να μιλήσω για την ιστορία της οικογένειάς της. Ο πατέρας της γεννήθηκε στο Ξυλόκαστρο και αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, το 1905. Αμέσως μετά, για να βρει την τύχη του, πήγε στην Αίγυπτο, η οποία ήταν τότε μεγάλο κέντρο απόδημου Ελληνισμού. Μετά από πέντε χρόνια, γνώρισε ένα καλοκαίρι στο Ξυλόκαστρο, όπου είχε έρθει για διακοπές, την Ευφροσύνη Σαγρέδου, την οποία έκανε γυναίκα του. Οι γονείς της δεν ήθελαν να ξενιτευτεί η κόρη τους, και έτσι ο Σαντοριναίος, μπροστά στον έρωτα, εγκατέλειψε το αιγυπτιακό όνειρο και δεν ξαναπήγε στην Αίγυπτο.

Στη συνέχεια, μετά από μακρά σειρά συνεχών επιστρατεύσεων και προσωρινών απολύσεων κατά τη διάρκεια της φοβερής δεκαετίας 1912-1922, και ύστερα από τις μεγάλες ελληνικές νίκες και καταστρεπτικές ήττες, ο ζωγράφος αποστρατεύτηκε στο τέλος αυτής της περιόδου. Στο μεταξύ το ανδρόγυνο είχε αποχτήσει μια πρώτη κόρη, που την είχαν ονομάσει Μυρσίνη. Το παιδί αυτό χάθηκε γρήγορα, σκορπίζοντας στους γονείς του απέραντη θλίψη. Ωστόσο, σύντομα οι Σαντοριναίοι απόχτησαν και δεύτερο παιδί, που ήταν κι αυτό κορίτσι, και το δέχτηκαν σαν μεγάλη παρηγοριά για την προηγούμενη οδυνηρή τους απώλεια. Αποφάσισαν να το ονομάσουν κι αυτό Μυρσίνη. Ήταν ένα ψυχολογικά επικίνδυνο τόλμημα, να αναμίξουν τη ζωή και το θάνατο μέσα σε ένα μικρό κοριτσάκι, αλλά τη θλίψη τους την  νίκησε η επιθυμία να βλέπουν να συνεχίζεται η ζωή και για τις δύο κόρες τους μέσα στο σώμα της καινούργιας Μυρσίνης.

            Το κορίτσι τούτο το αγάπησαν διπλά. Ο Σαντοριναίος, ως καθηγητής καλλιτεχνικών μαθημάτων σε σχολεία Μέσης Εκπαιδεύσεως, πήρε μεταθέσεις σε πολλές πόλεις και τα επόμενα χρόνια η οικογένεια, αποτραβηγμένη στην επαρχία,  έζησε μίαν ήσυχη ζωή. Μέσα σ’ αυτή την απομόνωση, κάποια στιγμή, το 1926, θα αρχίσει η αλληλογραφία του Νίκου Σαντοριναίου με τον φίλο και συμμαθητή του, Γιώργο Μπουζιάνη, την οποία θα παρουσιάσω στις επόμενες σελίδες.

            Η Μυρσίνη μεγάλωσε σε επαρχιακό περιβάλλον. Αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και κατά διάρκεια της Κατοχής έζησε στο Ξυλόκαστρο, ενώ την επόμενη πενταετία, έζησε στην Αθήνα, από όπου πήρε σύνταξη ο πατέρας της, το 1952. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Το κύριό της επάγγελμα ήταν ηθοποιός: εμφανίστηκε πολλές φορές σε έργα του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και στο Φεστιβάλ Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου.  Επίσης, ασχολήθηκε συστηματικά και με τη ζωγραφική, συμμετέχοντας σε πολλές, ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στο εσωτερικό και εξωτερικό. Τέλος, η απασχόλησή της στη λογοτεχνία αποτελούσε διασκέδαση για να καλύψει τις ελάχιστες ελεύθερες ώρες της. Είχε γράψει πέντε μονόπρακτα, μία ποιητική συλλογή, και το πεζό της για τη Σαντορίνη, που εκδόθηκε λίγο πριν τη συνάντησή μας. 

            Οι πολλές της δραστηριότητές είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί γύρω της ένας μεγάλος κύκλος γνωριμιών, οι οποίες όμως επηρέαζαν ελάχιστα τη ζωή της. Χωρίς να αποφεύγει συναδέλφους, γνωστούς και φίλους, τους κρατούσε σε απόσταση. Πέρα και πάνω από όλους είχε τους γονείς της, για τους οποίους έτρεφε αγάπη παθολογική. Όπως εκείνοι την αγαπούσαν διπλά, και για τις δύο Μυρσίνες, έτσι κι αυτή ανταπέδιδε πολλαπλά την αγάπη τους. Χάνοντας τον πατέρα της το 1966, αφοσιώθηκε στη μητέρα της, και χάνοντας και εκείνη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αφοσιώθηκε, σε κάποιες αγαπημένες της θείες, από ό,τι φαίνεται αδικημένες κι αυτές από τη μοίρα. Όταν συναντηθήκαμε, το 1984, είχε κάπως παρηγορηθεί από όλα τα πένθη της – γιατί είχαν πεθάνει στο μεταξύ και οι θείες της – και είχε αρχίσει πάλι τις προσωπικές της δραστηριότητες. Γι’ αυτό εξάλλου συμμετείχε και στο Πατρινό Ποιητικό Συμπόσιο εκείνης της χρονιάς.

            Όσον αφορά τις γνωριμίες της, τις διατηρούσε, όπως είπα, σε ειλικρινή εγκαρδιότητα, αλλά τίποτα περισσότερο. Είχα αντιληφθεί πολύ γρήγορα ότι, παρ’ όλο που ζούσε σε περιβάλλον καλλιτεχνών και ειδικότερα ηθοποιών, διαφωνούσε ριζικά με αυτή την ελευθεριότητα της συμπεριφοράς τους, κυρίως των περισσότερο δημοφιλών, που συνηθίζουμε να τους ονομάζουμε «βεντέτες». Διατηρούσε μίαν άκαμπτη ηθική αυστηρότητα. Θεωρούσε ότι το να είσαι ηθοποιός αποτελεί πράγματι λειτούργημα, που θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένο από κάθε επαγγελματική υποκρισία. Αυτές οι απόψεις, τις οποίες δεν δίσταζε να εκφράζει δημόσια, προκαλούσαν αντιπάθειες. Και καθώς ήταν μικρόσωμη, συμπαθητική μεν αλλά όχι εντυπωσιακή σε εμφάνιση, οι «πρώτης γραμμής» ηθοποιοί της μόδας την υποτιμούσαν και την απέφευγαν. Με τους συναδέλφους της ζωγράφους τα πήγαινε αισθητά καλύτερα. Ωστόσο και εκεί υπήρχε κάποιος μικρός ή μεγαλύτερος ανταγωνισμός. Όσο για τις σχέσεις της με το άλλο φύλο, και σ’ αυτές αποτελούσε θύμα της αυστηρότητάς της, καθώς έψαχνε για το ιδανικό ταίρι. Για τις αισθηματικές της περιπέτειες ποτέ δεν μου μιλούσε. Μόνο κάποτε τής είχε ξεφύγει να μου πει για τον πλατωνικό της έρωτα με ένα καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών, γνωστή προσωπικότητα της εποχής. Ήταν ένας έρωτας που δεν είχε καταλήξει πουθενά. Δεν ήμουν αδιάκριτος να τη ρωτήσω λεπτομέρειες αλλά, γνωρίζοντας το χαρακτήρα της, δεν είχα λόγους να μην πιστεύω τα όσα λίγα μού είχε εκμυστηρευτεί. 

Τελικά η υπερβολική αφοσίωση προς τους γονείς της είχε κάποιες παράξενες, αλλά μάλλον αναμενόμενες συνέπειες. Όταν ελευθερώθηκε κάπως από τις στενοχώριες που της είχαν προξενήσει τα τόσα πένθη, βρέθηκε να έχει διαμορφωμένες κάποιες έμμονες ιδέες. Έχοντας χαθεί δια παντός το ευτυχισμένο παρελθόν, αποφάσισε ολόψυχα να το αναστήσει. Να αναστήσει τα δημιουργικά έργα της οικογένειας, όπως τα είχε δει να γεννιούνται και να αναπτύσσονται τις ευτυχισμένες δεκαετίες που τα έζησαν η ίδια και οι γονείς της, και οι τρεις μαζί,. Και με ποιο τρόπο; Να εκδώσει όλο το ποιητικό έργο της μητέρας της και να παρουσιάσει τους πίνακες του πατέρα της σε μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις.  

Παρά τη μεγάλη δημιουργική δραστηριότητα και των τριών μελών τη οικογένειας, τα έργα τους βρίσκονταν επί δεκαετίες καταχωνιασμένα σε συρτάρια και ντουλάπια. Κάποιοι πίνακες δικοί της και κάποια γραφτά της, πολλοί στίχοι της μητέρας της, και ένας μεγάλος αριθμός πινάκων του πατέρα της είχαν χρόνια να δουν το φως της μέρας. Όπως έλεγε και η ίδια με πένθιμο αυτοσαρκασμό, το να μην αξιοποιούν τα έργα τους, ξεχνώντας τα και περιφρονώντας τα, τελικά είχε καταντήσει οικογενειακή τους παράδοση. Είχε αποφασίσει λοιπόν να τα ξαναβγάλει στο φως, προπάντων των γονιών της, και να τα γνωστοποιήσει σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, είχαν ξεκινήσει μαζί, η Μυρσίνη και η μητέρα της, την έκδοση των ποιημάτων της τελευταίας, όχι με το πραγματικό της όνομα, Ευφροσύνη Σαγρέδου, αλλά με το ψευδώνυμο «Κλάρα Πευκιά». Είχαν εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, αλλά ο θάνατος της μητέρας είχε ανακόψει αυτήν την προσπάθεια. Μερικά χρόνια αργότερα, και λίγο πριν συναντηθούμε, την εργασία αυτή η Μυρσίνη την είχε ξαναρχίσει μόνη της και με μεγαλύτερη ορμή. Από τους στίχους της Κλάρας Πευκιά, τους χαμένους μέσα σε χιλιοτσαλακωμένα και κιτρινισμένα φύλλα, ξεδιάλεγε τους καλύτερους, για να ολοκληρώσει τα άπαντά της. Παράλληλα, προχωρούσε και τα δικά της βιβλία, όπως αυτό για τη Σαντορίνη. Είχε επίσης την πρόθεση να πραγματοποιήσει μετά από δύο χρόνια, το 1986, μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του πατέρα της, για την εικοσαετία από το θάνατό του. Αυτές οι προσπάθειες συνάντησαν τα κακεντρεχή σχόλια κάποιων του κύκλου της, ότι δηλαδή ήθελε να εκβιάσει μια μεταθανάτια δόξα υπέρ του πατέρα της για τη ζωγραφική, και υπέρ της μητέρας της για την ποίηση, δόξα που δεν πετύχαν οι ίδιοι όσο ήταν ζωντανοί. Η αντιμετώπιση αυτή την έκανε να πεισμώσει ακόμη πιο πολύ και να πολλαπλασιάσει τις προσπάθειές της.

Η πραγματοποίηση όμως της έκθεσης του πατέρα της υπερέβαινε τις δυνάμεις της. Δεν απαιτούσε μόνο επιμελημένη οργάνωση αλλά και πολλή χειρωνακτική εργασία. Χωρίς να ξέρω τι ακριβώς έπρεπε να κάνω, θέλησα να τη βοηθήσω. Και ξεκίνησε μια δουλειά που κράτησε ενάμισι χρόνο περίπου, από το φθινόπωρο του 1984 ως τις αρχές του 1986. Αδειάσαμε σιγά σιγά όλες τις ντουλάπες, τους πάγκους, την κάθε γωνιά όπου υπήρχαν πίνακες του Σαντοριναίου και αρχίσαμε συστηματική εργασία. Στην αρχή ξεχωρίσαμε τα καλύτερα κατά τη γνώμη της Μυρσίνης έργα και επιλέξαμε εκείνα που θα προορίζονταν για εκθέματα. Ήταν πάνω από 100 κομμάτια, μεγάλων σχετικά διαστάσεων, αρκετά από τα οποία ήταν μεγαλύτερα από 1,0x1,0μ., και η μεταφορά τους ήταν αρκετά δύσκολη. Αφού καθαρίστηκαν καλά από τις σκόνες, τα μεταφέραμε σιγά σιγά σε κορνιζάδικα της γειτονιάς για την τοποθέτηση των κάδρων. Και μετά από κάποιους μήνες τα εκθέματα ήταν επί τέλους έτοιμα.

Αν κάνω όλες αυτές τις περιγραφές με κάποιες σχολαστικές ίσως λεπτομέρειες, είναι για να παρουσιάσω, όσο μπορώ καλύτερα τη δημιουργική ένταση των Σαντοριναίων κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης οικογενειακής ζωής, και επί πλέον τις συνθήκες, όπως θα δούμε, υπό τις οποίες βρέθηκαν στα χέρια μου τα χειρόγραφα της αλληλογραφίας του Μπουζιάνη. Και πράγματι πλησιάζω σιγά σιγά σ’ αυτό το ενδιαφέρον σημείο. 

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της έκθεσης, η εργασία προχωρούσε συστηματικά αλλά όχι βεβιασμένα. Η Μυρσίνη έκανε αρκετά διαλείμματα. Όχι τόσο λόγω αδυναμίας εξαιτίας της ηλικίας της και κάποιας ευπάθειας του οργανισμού της, όσο προπάντων γιατί ήθελε να χαρεί κατά το δυνατόν περισσότερο όλη αυτή τη διαδικασία. Ίσως προαισθανόταν ότι μάλλον δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει άλλη έκθεση για τον πατέρα της, και αυτό το κύκνειο άσμα την χαροποιούσε ιδιαίτερα. 

Αλλά, όταν μιλάμε για διαλείμματα, τότε γινόταν η πιο ουσιαστική εργασία. Η Μυρσίνη άφηνε ελεύθερες τις αναμνήσεις της και μου περιέγραφε το ιστορικό του κάθε πίνακα, όπως το θυμόταν, είτε από τα λεγόμενα του Σαντοριναίου, είτε από τα προσωπικά της βιώματα. Και ταυτόχρονα μου μιλούσε για την τεχνοτροπία του σ’ εκείνες τις εποχές: για τα ερεθίσματα που τον ώθησαν να δημιουργήσει το κάθε συγκεκριμένο έργο αλλά και για πιο λόγο το έργο αυτό φιλοτεχνήθηκε έτσι και όχι αλλιώς. Από την μεριά μου ερευνούσα την καλλιτεχνική πορεία του ζωγράφου που περνούσε μέσα από τις διάφορες τεχνοτροπίες και κατέληγε στο πιο επιθυμητό γι’ αυτόν αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι, χωρίς να έχω από πριν καμία γνώση από εικαστικές τέχνες, κατέληξα μέσα σε διάστημα δυο-τριών μηνών, και με την καθοδήγηση της Μυρσίνης, να περιπλανιέμαι στο νατουραλισμό, στον ιμπρεσιονισμό, στον εξπρεσιονισμό και στην αφηρημένη τέχνη. Κι ακόμη, στο λαβύρινθο των ψυχρών και θερμών χρωμάτων, και να κατανοώ την αρμονία των αντιθέσεών τους. Τελικά έμαθα, όσο μου ήταν δυνατόν, αρκετά πράγματα για να μπορούμε να συνεννοούμαστε κάπως άνετα με τη γλώσσα της ζωγραφικής.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Για να ολοκληρωθεί το φωτογραφικό αρ-ρχείο του Σαντοριναίου, φωτογραφίσαμε σιγά σιγά όλους τους απούλητους πίνακές του καθώς και τους ημιτελείς, μαζί με τα σχέδιά του. Και μετά άρχισε η κατάταξη των φωτογραφιών κατά χρονολογίες, ώστε να φανεί η εξελικτική του πορεία με την πάροδο των χρόνων.

Στις συζητήσεις μας εξέφραζα την απορία γιατί είχαν μείνει τόσοι πίνακες απούλητοι, αφού δεν ήταν κατώτεροι σε ποιότητα από εκείνους που είχαν ήδη διατεθεί. Η απάντησή της μου προκάλεσε εντύπωση. Μου είπε πως ο πατέρας της είχε την «ιδιοτροπία» να διαλέγει τους πελάτες του. Δεν πουλούσε σε άτομα που έβλεπε πως δεν ένιωθαν από Τέχνη αλλά ζητούσαν τα έργα του αποκλειστικά και μόνο για να γεμίσουν έναν τοίχο του σαλονιού τους. Όταν όμως έβλεπε ανθρώπους που ενδιαφέρονταν πραγματικά για τη ζωγραφική, έκανε το παν για να φύγουν ευχαριστημένοι από το εργαστήριό του. Μου διηγήθηκε μια περίπτωση που κάποιος ενδιαφερόμενος είχε εκφράσει την ίδια έντονη επιθυμία για δύο πίνακες, αλλά δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να αποφασίσει ποιον από τους δύο θα διαλέξει για να αγοράσει, αφού δεν είχε τόσα χρήματα ώστε να τους αγοράσει και τους δύο. Τελικά, ο Σαντοριναίος τού έδωσε και τους δύο, τους χάρισε σχεδόν σε μια συμβολική τιμή, και έμεινε περισσότερο ευχαριστημένος από αυτόν τον πελάτη, γιατί είχε διαπιστώσει πόσο αγαπούσε τη ζωγραφική του, παρά αν τους είχε αγοράσει και τους δύο ένας άσχετος, δίνοντας πολύ περισσότερα χρήματα.   

Παράλληλα με το φωτογραφικό αρχείο, κατατάσσαμε τα βιογραφικά στοιχεία του πατέρα της, με τις πρωτότυπες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις τις οποίες ο ίδιος είχε πραγματοποιήσει ως καθηγητής καλλιτεχνικών μαθημάτων και με τη συμμετοχή του σε ελληνικές και ξένες εκθέσεις. Στο αρχείο αυτό περιλαμβάνονταν επίσης και κάποιες λογοτεχνικές του επιδόσεις, διαλέξεις και πεζογραφήματα. Και τέλος, το επιστέγασμα των αρχειακών ευρημάτων μας, ήταν τα περίφημα γράμματα του Μπουζιάνη, που υπήρχαν θαμμένα σε συρτάρια, από το 1939, σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια, κοντά μισόν αιώνα.

Επρόκειτο για τα υπολείμματα μιας αρκετά μεγάλης αλληλογραφίας μεταξύ τους. Ο Μπουζιάνης και ο Σαντοριναίος ήταν συμμαθητές στην Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου και φίλοι που συναγωνίζονταν σε ευγενική άμιλλα. Η αλληλογραφία τους είχε αρχίσει, όπως είπα,  από το 1926, όταν ο Μπουζιάνης είχε πια αρκετά χρόνια στη Γερμανία,  και συνεχίστηκε για λίγα  ακόμη χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, μέχρι το 1939. Η αλληλογραφία δεν είναι πλήρης. Έχουν διασωθεί μόνο τα γράμματα του Μπουζιάνη, τα οποία φύλαγε ο Σαντοριναίος στο αρχείο του, ενώ τα γράμματα του τελευταίου χάθηκαν στις τόσες μετακινήσεις του Μπουζιάνη, μέχρι να εγκατασταθεί τελικά στην Ελλάδα. Αλλά, από ό,τι φαίνεται, είχαν χαθεί και κάποια άλλα, και από τις δύο πλευρές, μάλλον από υπαιτιότητα των ταχυδρομείων. Επίσης, μερικά γραμμένα επιστολόχαρτα είχαν φθαρεί από το χρόνο και δεν έχει διασωθεί ολόκληρο το χειρόγραφο περιεχόμενο τους. Ωστόσο, διασώθηκε ένα μεγάλο μέρος του που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε εύκολα τα θέματα των συζητήσεων των δύο ζωγράφων, και κυρίως τις απόψεις του Μπουζιάνη για τη ζωγραφική. Μαζί με τα γράμματα αυτά έχουν διασωθεί και τέσσερα γράμματα του αδερφού του, Βασίλη Μπουζιάνη, και ένα της γυναίκας του, της Ρίας, προς τον  Σαντοριναίο.

Και τότε, με αφορμή αυτά τα χειρόγραφα, αρχίσαμε με τη Μυρσίνη καινούργιες συζητήσεις. Και από αυτές φάνηκε καθαρά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε ο Μπουζιάνης τη ζωγραφική, οι αυστηροί κανόνες τους οποίους είχε θέσει στον εαυτό του σχετικά με τις καλλιτεχνικές του πεποιθήσεις, και ανακαλύψαμε τον τρόπο που αντιμετώπιζε και ερμήνευε τις παράξενες προσωπογραφίες του, τους «ανθρώπους του δικού του κόσμου», όπως τις αποκαλούσε.    

Την εποχή εκείνη συνειδητοποίησα επίσης πως η Μυρσίνη ήθελε να μου εμπιστευτεί την οικογενειακή της μνήμη, να μου μεταφέρει όλο το φορτίο των αναμνήσεών της, που για μένα προφανώς δεν αποτελούσε φορτίο αλλά μεγάλη ευχαρίστηση. Αυτήν την επίμονη προσπάθειά της να αναστήσει το οικογενειακό της παρελθόν ήθελε να την συνεχίσω εγώ, ο οποίος, αν και μέχρι χτες της ήμουν άγνωστος, είχα συγκινηθεί βαθιά από αυτή την ανέλπιστη περιπέτεια της γνωριμίας μου με το δημιουργικό έργο της οικογένειάς της. Ήμουν είκοσι χρόνια νεότερός της, και ήθελε οι αναμνήσεις της να παραμείνουν ζωντανές, έχοντας μεταφερθεί στη δική μου ζωή, για όσα χρόνια ζούσα. Και φυσικά αν ήταν δυνατόν, να τις διαδώσω, όσο μπορούσα περισσότερο, στο ευρύ κοινό. Ωστόσο, δεν μπορώ να καυχηθώ ότι τουλάχιστον μέχρι σήμερα στάθηκα αντάξιος των προσδοκιών της.

Η αναδρομική έκθεση του Νίκου Σαντοριναίου πραγματοποιήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 1986, και στεγάστηκε σε δυο αίθουσες του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων. Είχε μεγάλη επιτυχία, από όσο τουλάχιστον μπόρεσα να καταλάβω από τις εκφράσεις θαυμασμού των πολυάριθμων επισκεπτών και των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών που ξεναγούνταν από τους καθηγητές τους. Δεν πουλήθηκε κανένα  έργο, αλλά αυτό δεν μείωσε καθόλου τη χαρά της Μυρσίνης, η οποία δεν αποσκοπούσε σε εμπορικό κέρδος, αλλά αποκλειστικά και μόνο στο ξαναζωντάνεμα της παλαιάς ευτυχισμένης ζωής της.

Μετά την έκθεση ένιωθα τη συμπεριφορά της Μυρσίνης να αλλάζει βαθμιαία. Ο προηγούμενος ενθουσιασμός της σιγά σιγά χανόταν. Οι ενέργειές της έμοιαζαν με επίλογο ενός περιπετειώδους βιβλίου. Άρχισε να μοιράζει τους πίνακες, και τους δικούς της και του πατέρα της, σε ορισμένους γνωστούς και φίλους που ήξερε ότι πράγματι θα τους εκτιμούσαν. Μου χάρισε και μένα μερικούς, αυτούς για τους οποίους είχαμε συζητήσει περισσότερο. Είχε ξεδιαλέξει και είχε αφήσει στην άκρη μόνο ένα συγκεκριμένο αριθμό αξιόλογων έργων τα οποία είχε σκοπό, όπως μου έλεγε, να τα διαθέσει αργότερα. Ήταν το πολύ διακόσια κομμάτια.

Όσον αφορά το αρχειακό υλικό, συγκεντρώσαμε τις φωτογραφίες των πινάκων του πατέρα της και των ελάχιστων δικών της, τις γραπτές βιογραφικές πληροφορίες όλης της οικογένειας, τα χειρόγραφα των ποιημάτων της μητέρας της, όσα είχε επιλέξει, καθώς και τα δικά της. Συγκεντρώσαμε φυσικά  και τα χειρόγραφα των γραμμάτων του Μπουζιάνη. Όλα αυτά τα τοποθετήσαμε με τάξη μέσα σε ένα ευρύχωρο χαρτοκιβώτιο.

Γι’ αυτές τις εργασίες ξοδέψαμε πάνω από ένα χρόνο, μέχρι περίπου το καλοκαίρι του 1987. Μετά, το φθινόπωρο και το χειμώνα του ίδιου χρόνου, η Μυρσίνη εξαφανίστηκε. Πριν φύγει, μου είχε εκμυστηρευτεί ότι έγραφε ένα μεγάλο μυθιστόρημα που το θεωρούσε ως το αριστούργημά της. Επειδή όμως παρουσίαζε δυσκολίες, ήταν ανάγκη να ανατρέξει σε κάποιες πληροφοριακές πηγές στο εξωτερικό, και κυρίως στην Αγγλία. Δεν ανησύχησα για την απουσία της, γιατί ήξερα ότι ήταν αεικίνητη, γνώριζε την Ευρώπη μια και είχε συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις στο εξωτερικό, και προ πάντων διότι της άρεσαν τα ταξίδια. Πέρασε ο χειμώνας, και την άνοιξη του 1988 ανακάλυψα τα ίχνη της. Μου τηλεφώνησε μία φίλη της δικηγόρος για να μου πει ότι η Μυρσίνη είχε επιστρέψει πριν λίγο καιρό, ήταν βαριά άρρωστη και με περίμενε στο τάδε αθηναϊκό νοσοκομείο.

Πήγα και τη βρήκα. Το θέαμα ήταν τόσο θλιβερό που δεν θέλω να το περιγράψω. Να πω μόνο πως μέσα σε λίγους μήνες είχε γεράσει δεκάδες χρόνια. Με κοίταζε συνέχεια χωρίς να μιλάει, και από το ύφος της ένιωθα πως ντρεπόταν που την έβλεπα σ’ αυτήν την κατάσταση. Στις γύρω καρέκλες κάθονταν κάποιοι γνωστοί της που δεν τους είχα συναντήσει ποτέ στο παρελθόν. 

Έμαθα πως βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου. Χάθηκε γρήγορα, και η κηδεία της έγινε μέσα σε λίγες μέρες. Τότε ανακάλυψα και το τελευταίο της αθώο ψέμα. Στην Αγγλία δεν είχε πάει να αναζητήσει πληροφοριακά στοιχεία για το νέο της βιβλίο. Είχε πάει σε έναν ειδικό γιατρό για να την γιάνει από την αρρώστια. Αλλά αυτή η προσπάθεια δεν πέτυχε. Πάντως, το θέμα του καινούργιου της βιβλίου δεν ήταν άσχετο με το ταξίδι. Όπως κατάφερα να διαβάσω στα τελευταία της βιαστικά γραμμένα χειρόγραφα, ήταν ένα μυθιστόρημα που περιέγραφε μιαν ανίατη ασθένεια και έναν γιατρό που προσπαθούσε να βρει το φάρμακο για τη θεραπεία της. Ελπίδες που ούτε και στα χειρόγραφα δεν πραγματοποιήθηκαν.    

Η Μυρσίνη με είχε ορίσει εκτελεστή της διαθήκης της. Η ακίνητη περιουσία της ήταν το διαμέρισμα της οδού Αχαρνών και το μικρό της πατρικό σπίτι στο Ξυλόκαστρο. Τα πρόσφερε σε δύο γνωστές της πονεμένες οικογένειες, που της είχαν συμπαρασταθεί σε δύσκολες στιγμές. Όσο για τους πίνακες του πατέρα της, αυτούς που είχε ξεδιαλέξει, τους κληροδοτούσε σε μερικές Πινακοθήκες, στην Εθνική και σε τρεις άλλες, έχοντας ορίσει το πόσους θα έπαιρνε η κάθε μια. Συγκεκριμένα, είχε σχεδιάσει να προσφέρει γύρω στα 50 έργα σε κάθε Πινακοθήκη. Κάθε τόσο έρχονταν οι αρμόδιες Επιτροπές και παραλάμβαναν τα έργα που τους ανήκαν. Σε λίγες βδομάδες η διανομή είχε τελειώσει.

Τέλος, στο χαρτονένιο κιβώτιο του αρχείου που είχαμε ετοιμάσει μαζί, όπου υπήρχαν όλα τα αρχεία της οικογένειας και τα γράμματα του Μπουζιάνη, η Μυρσίνη είχε γράψει απέξω το όνομά μου, και μέσα είχε ένα σημείωμα, στο οποίο μου ζητούσε συγγνώμη, επειδή με είχε επιφορτίσει με το θλιβερό και επίπονο καθήκον να μοιράσω τους πίνακες του πατέρα της. Και μια δεύτερη συγγνώμη, επειδή μου είχε κληροδοτήσει μέσα σ’ αυτό το κιβώτιο τις αναμνήσεις τριών ανθρώπων οι οποίοι, όπως έλεγε, εκτός από μιαν εφήμερη δόξα, δεν πέτυχαν στη ζωή τους τίποτε περισσότερο παρά να καταλήξουν θύματα της φθοράς του χρόνου.  

 

 

 *******



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου