Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

 ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΝΟΣ ΑΠΟ 

ΤΟΥΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΥΦΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ, ΤΗ ΣΕΜΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ, ΤΟ ΣΤΕΡΕΟ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥ, ΤΟ ΔΙΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΤΟΥ

ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ
ΜΕ ΤΙΤΛΟ
"ΕΓΩ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΩ ΜΕ ΕΣΕΝΑ (ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ ΣΠΙΤΙ)"

Αναστάσης Βιστωνίτης (Αθηνα Μάρτης 2022)

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1952 και κατοικει στην Αθήνα. Από το 1970 εξέδωσε δώδεκα ποιητικά βιβλία, έξι πεζογραφικά, πέντε τόμους δοκιμίων και τρία βιβλία μεταφράσεων: των κινέζων ποιητών Λι Χο και Μπέι Ντάο και του ισραηλινού Αμίρ Ορ. Έχει δημοσιεύσει πλήθος από άρθρα, δοκίμια, ταξιδιωτικά κείμενα και κριτικά σημειώματα. Είναι συντάκτης της εφημ. Το Βήμα από το 1991. Υπήρξε μέλος της επιτελικής ομάδας που συνέταξε τον Φάκελο Υποψηφιότητας της Αθήνας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Από το 1996 ως το 2001 υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Ευρωπαίων Συγγραφέων και από το 2003 ως το 2008 αντιπρόεδρός της. Ποιήματα, δοκίμια και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες. Έξι ποιητικά βιβλία του εκδόθηκαν στα: αγγλικά, γερμανικά, σλαβομακεδονικά, σλοβενικά, κινεζικά και εβραϊκά, κι ένα πεζογραφικό στα σερβικά. Τον Δεκέμβριο του 2018 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη ο τόμος Ποιήματα 1971-2008 με το σύνολο της έως τώρα ποιητικής του δουλειάς.


ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ


ΕΓΩ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΩ ΜΕ ΕΣΕΝΑ

(ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ ΣΠΙΤΙ)


 Από τον καπνισμένο τοίχο τ΄αστέρια στάζουν

κι η πλάτη σου να τρώει τον ασβέστη. Μακριά στις εκβολές

του μυαλού σου ανωθρώσκουν οι φιγούρες των πόλεων

και πέφτουν πάνω από τα δοκάρια σκόνες και καμμένα έντομα.


Το πρόσωπό σου σκοτεινό περιφέρεται στο χώρο

την ακατοίκητη ψυχή σου φύλαξε

το αμμουδερό σου μάτι κρύψε κάτω απο το βλέφαρο

τον τενεκέ που μαζεύει τη βροχή σπρώξε πιο πέρα

βγαίνει ένας δακτύλιος από χιόνι

ασπρίζει το στερέωμα

κι εγώ που μοιάζω με εσένα και με ξεφλουδίζει

ένα κόκκινο κρύο δεν έχω να σου πω.


Πριν από καιρό παραλία και βήματα και ήλιος

ενώ τώρα αυτό το γκρεμισμένο σπίτι, η εξογκωμένη πέτρα

ο ιδρώτας των τοίχων,οι αναπνοές γύρω μας

και να φλεγμαίνει η σκέψη από πυρετό.

Γιατί... απέχει πολύ το δάσος? σε ρώτησα, δεν μίλησες

μια σπασμένη σφυρίχτρα κάτω απο το φεγγάρι

για να καλείς τα φαντάσματα, ν΄αναστατώνεις τους νεκρούς.


Ανάβω ένα τσιγάρο, να καπνίσω το χρόνο

ο καπνός γαλάζια αιώρα μπροστά στο μάτι

κι όπυο να δεις μικρόβια. Μικρόβια που μεγαλώνουν.

Βαζω το χέρι στην τσέπη κι είναι βαθιά και κρύα σαν τάφος.


Έξω το άγνωστο τέρας χρεμετίζει.

Να σπιρουνίσεις το τέρας, να πας κάτω στην κόλαση

γιατί μονάχα ο Διάβολος σε ξέρει εσένα.

Κι όχι όπως εδώ, μέσα στους άκληρους να παριστάνεις

τον ασώματο, ιατρός παθών και τα λοιπά.


Άλλους αιώνες άλλοι ονειρεύονταν. Τώρα βλέπω-

ή όχι. Πώς θα μπορούσε χωρίς ψευδαισθήσεις?


Αγγίζω το πρόσωπό μου, το παράλογο τρόπαιο!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου