Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

"Η ποίηση είναι μια εξομολόγηση. Κι αν γράφω ποιήματα είναι γιατί δεν έχω μάθει να μιλώ σε άλλη γλώσσα."

ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ 
ποιητή, μεταφραστή, δοκιμιογράφου και κριτικού λογοτεχνίας από τη Λαμία
από τους σημαντικοτερους συγχρονους Ελληνες ποιητές αλλά και ανθρώπους σπάνιας τιμιότητας, λαγαρότητας, ηθικού ύψους και πνευματικού βεληνεκούς, που διακρινεται για τη σεμνότητά του, την αφοσίωση του στους φίλους του, την αξιοπιστία του και το σταθερό και ξεκάθαρο του χαρακτήρος του, που υπηρετεί τη λογοτεχνία με έργα και πράξεις 
που ζει στην Αθήνα
ΣΠΥΡΟΥ ΤΣΑΚΝΙΑ



Σπύρος Τσακνιάς

Ο ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας Σπύρος Τσακνιάς (1929-) γεννήθηκε στη Λαμία. Σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά στη συνέχεια σταδιοδρόμησε ως στέλεχος επιχείρησης φαρμάκων. Από τη μεταπολίτευση ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική κριτική. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1951, με το ποίημα “Γράμμα σ’ έναν ποιητή”, στην εφημερίδα “Δημοκρατικός Τύπος”. Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού “Γράμματα και Τέχνες”, των ανθολογιών μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Σοκόλη και διευθυντής της σειράς “Οι ποιητές του κόσμου” των εκδόσεων Εγνατία. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (“ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ", "Το Δέντρο”, “Η Λέξη”, “Σχεδία”, “Τραμ”, “Διαβάζω”), καθώς και με εφημερίδες (“Η Αυγή”, “Η Καθημερινή”, “Η Πρώτη”, “Τα Νέα”). Ήταν παντρεμένος με την ποιήτρια και μεταφράστρια Αμαλία Τσακνιά που απεβίωσε το 1985.



ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΛΥΓ   ΜΟΣ  

(γραμμενο και δημοσιευμένο το 1992 περιεχεται στην ποιητική του συλλογή "ΤΑ ΕΚΚΕΝΤΡΑ")


Ο αναστάς εκ νεκρών καθόταν στη δροσιά

εβγαζ΄ ένα καθρεφτάκι απ΄την τσέπη του

και κοίταζε το σκοτάδι.

Χειρίζομαι προσεκτικά τις λέξεις

όπως ο χημικός τους δοκιμαστικούς σωλήνες.

Ομως ετούτη έσπασε δεν ξέρω πως

απ΄τη ρωγμή της

μπήκε το χιόνι μες το ποίημα

τώρα λιώνει

κυλάει στο πρόσωπό σου καθώς τα δάκρυα

τη βραδιά που ήσουν λυπημένη.

Κρατούσα τρυφερά το χέρι σου

και δεν μπορούσα να κλάψω δεν μπορούσα

το μαχαίρι ήταν στο στήθος μου ακόμα

τραγουδούσα όμως πνιχτά δυστυχισμένα τραγουδούσα

- τραβηξες το μαχαίρι

κι από το χαίνον τραύμα μου χύθηκαν χαλιδόνια

και νομίσματα χρυσά. Δεν τραγουδούσα πια δεν

τραγουδούσα.

Τα χελιδόνια πέταξαν ψηλά στον ουρανό

γίνηκαν εκτροχιαστές άστρων.

Καταθέσαμε τα νομίσματα στην Τράπεζα

της Μνήμης. Αποσύρουμε κάθε τόσο

ένα μικρό ποσό και ψευτοζούμε

χρόνια τώρα ψευτοζούμε.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου