Τρίτη 12 Απριλίου 2022

 


ΕΝΑ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΗΣ 
Χρυσοβαλάντου Τσιρώνη (Βάλη Τσιρώνη)
νομικός-λογοτέχνης
με τιτλο
"ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΠΙΣΩ ΠΟΤΕ;"


ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΤΣΙΡΩΝΗ 
(ΒΑΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ)

Η Χρυσοβαλάντου Τσιρώνη (ΒάληΤσιρώνη) είναι λογοτέχνης- νομικός (εισαγγελέας Εφετών-Συμβουλος Εθνικού Συμβουλίου της Επικρατείας) μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας και Υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Έχει εκδώσει 15 βιβλία και έχει διακριθεί με πολλά βραβεία λογοτεχνίας παγκοσμίως και έχει βραβευτεί και από την Ακαδημία Αθηνών.



ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΤΣΙΡΩΝΗ


ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΠΊΣΩ ΠΟΤΕ;


“Ωρα να σκεφτώ τα μελλούμενα σωριασμένα αιφνίδια στο χθες» (1) γράφει ο Νίκος Καρούζος!

Και σε κρεμασμένες πετσέτες εξηγήσεων πρέπει κάθε φορά να αντικρούεις και να εξηγείς γιατί  η γυμνότητα των προτάσεων του τύπου «μην κοιτάς ποτέ πίσω!» , «ξέχνα το παρελθόν σου», «διέγραψε τη ζωή σου» , «κοίτα μόνο μπροστά» κλπ. δένονται στην ασάλευτη γωνιά της επινόησης   όσων απλά θέλουν να σε κάνουν άθυρμα στα χέρια τους.

Γιατί, στην καθορισμένη επίφαση του καθενός που θα σου πει αυτές τις εκφράσεις, αντικρύζεις αμέσως των ενιαυτό της πρόφασης. Ποτέ άνθρωπος, χώρα, πολιτεία δεν στάθηκε όρθιος δίχως τις συντεταγμένες που τον καθορίζουν. Και καθώς τα πλοία στη θάλασσα βρίσκουν τη θέση τους από τις γεωγραφικές συντεταγμένες (μήκος, πλάτος κλπ.), ο άνθρωπος, βρίσκει τη θέση του στον κόσμο κάθε στιγμή, από 3 σημεία: το παρελθόν του, το παρόν του και το μέλλον του.  Και καθώς το παρελθόν του είναι σταθερό, του καθορίζει το σημείο στο οποίο έχει φτάσει αυτή τη στιγμή, το σημείο δηλαδή από το οποίο κοιτάζει τον κόσμο! Καθώς το παρόν του είναι ρευστό, του καθορίζει την πορεία που ακολουθεί αυτή τη στιγμή. Και καθώς το μέλλον είναι άγνωστο, του καθορίζει όλα τα σημεία στα οποία μπορεί να βρεθεί!

Στο ζωγραφισμένο πίνακα των υπάρξεων λοιπόν, υπάρχουν αστυνομεύσεις εντάσεων.  Που χαράζουν (ή τουλάχιστον προσπαθούν ακαταπόνητα με κάθε τρόπο να το κάνουν) διάστημα στις αποστάσεις. Εξοβελίζοντας χαρακτικά δοκιμιακών παρεμβάσεων, ζουλούν σε φροντισμένα λόγια την ύπαρξη, σε μια προσπάθεια να την αποκόψουν από ότι την χαρακτηρίζει στη θέση την στον κόσμο: το παρελθόν της! Η τουλάχιστον να το μεταβάλλουν, να παρέμβουν σε αυτό. Γιατί τότε, μπορούν να ελέγξουν πιο εύκολα το μαλακό ηφαίστειο του ανικανοποίητου που κουβαλάει ο καθένας μας και να το στρέψουν  στην καταβροχθισμένη έρημο των επιβολών και των ελέγχων.

Είναι εκείνοι, που με ευκολία θα υψώσουν και την ποίηση ακόμη στα μεγάλα πανό των χειρισμών τους, αναμασώντας τα λόγια του Καβάφη: «Από όσα έκαμα κι από όσα είπα/ να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν» (2) 

Με την πρόφαση της πρυτανολογίας του «πνεύματος», στοχεύουν να κλείσουν κάθε πανόραμα προεξοχών στα συγυρισμένα ταβάνια της μετριότητας. Στεριώνοντας τη λιωμένη σούπα των ενδεχομένων στην προκαταβολή ενός μέλλοντος που θα επαναπαύσει τον άνθρωπο στη φορεμένη στίξη της σιωπής. Της αφωνίας δηλαδή. Εξιχνιάζουν κάθε περίπτωση θύμησης ονείρων, ενσταλάζοντας το πινέλο του παρήγορου στην αψίκορη διεύθυνση των αντιρρήσεων και των αιτιασμών σου. Έπειτα προχωρούν σε κατάτμηση ονείρων. Και στους σεμέδες των κρατημένων αναπνοών τους, εκχωρούν την ένσταση της «ευθύνης» ως φλάμπουρο ακράτειας στους στοχασμούς σου!

Εκεί, στις εσοχές των σβησμένων πινακίδων ενός υπερσυντέλικου παρελθόντος, παραγεμίζοντας  το λουκούμι της ελπίδας  με σακατεμένες προβολές, η λέξη «ευθύνη» ξεφεύγει από την πρωταρχική της σημασία. Κατακρεουργείται, στη λέξη «υποχρέωση»! «Υποχρέωση» βεβαίως όχι προς τον εαυτό σου. Όχι προς την ύπαρξη και το συλλογική ανάταση. Αλλά, προς εκείνο το βόστρυχο των συρραμμένων  πράξεων που κατακρεουργούν τη θύμηση τη δική σου και των άλλων. Προσπάθειες να κολλήσει κανείς τον ίκτερο των πεσμένων βλεφάρων. Να οικειοποιηθεί το ανάρμοστο. Να εξουσιαστεί από το απέταλο βάδισμα των άλογων συνειρμών, πηγμένος λάσπη στην ειλικρινή του σημασία.

Στυπόχαρτα σήψεων υπογράφουν το απόλυτο, σε τούτους τους ενοικιαστές της φαντασίας.

 «Είναι τα μάτια, δεν είναι η όραση», θα μας προειδοποιήσει ο Έκο…(3)

Αλλά για αυτά γράφαμε έκθεση κάποτε. Όσο κι αν θέλουν κάποιοι να το ξεχάσουν.

Μουσκεύοντας την πυζάμα του δυνατού, στην εσάρπα της συγκατάθεσης μια επιφάνειας παραγεμισμένης τα τυπωμένα συμφέροντα των έκτακτων εκδοχών τους, λιμοκτονεί το αυτεξούσιο του ανθρώπου! Και κομμένο από τις ρίζες του που το ορίζουν, που ορίζουν την πορεία του, δίχως τιμόνι, δίχως οδοδείκτες, με τους χάρτες πειραγμένους, με την πυξίδα του συντονισμένη σε έναν βορρά δοτό και με τις βραχυκυκλωμένες επικοινωνίες ασυρμάτου, το καράβι του καθενός, πλέει ακυβέρνητο από τον ίδιο. Και στρεφόμενο καταπώς του ορίζουν οι εν λόγω παρεμβάσεις κοιτάζει πλέον τον κόσμο όχι από τη θάλασσα που έχει επιλέξει μέσω της προηγούμενης πορείας του να πλεύσει, αλλά από τη νέα θάλασσα που του ορίζουν  οι λαθραίες επιβιβάσεις της αντιστοίχισης της σκέψης σε δωμάτια ομοιώσεων.

Κι ύστερα, οι ίδιοι εκείνοι, θα του μιλήσουν για την ανάγκη της ιστορίας. Της ιστορίας της χώρας του, της γης, των ηπείρων, των άλλων, ποτέ τη δική του. Την ανάγκη να κοιτάει «πίσω»! Αλλά όχι στη δική του ζωή! Μην αντικρύσει όσους του έμαθαν την «ηθική», το σεβασμό, τη συνέπεια, τα μεγάλα ύψη στο πνεύμα και την ψυχή, τις άτρωτες ειλικρινείς πράξεις, την ακεραιότητα του χαρακτήρα, τη δύναμη του να είσαι αληθινός!

«Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο» όπως θα γράψει ο Διονύσιος Σολωμός! (4)

Με βουκέντρες κατάμεστες τν εξορία των ματιών, πρέπει να θρασύνει τη μελάνη της αμφιβολίας σε τούτη την εκτροπή της σταβλισμένης δυνατότητας, ο άνθρωπος. Να στοιβάξει εαυτό, σε τούτους τους ζελέδες των χειροκροτημάτων του παράλογου και να στείλει τη νοοτροπία της προσοχής στην κενότητα των επαναλήψεων που του επιβάλλουν, δυναμιτίζοντας τον τρίφτη του παρελθόντος του σε στροβιλισμένες δράσης επέκτασης.

Και δομώντας με αλήθεια τις γυαλισμένες πράξεις του, να εξακοντίσει εκείνος τις επαναλήψεις τις δικής του ύπαρξης, κυκλωτικά, επίμονα, με την κτισμένη αντίσταση του πραγματικού. Κι έτσι λυγίζεται η αύριος στην εντομοκτονία του φωτός, νηστεύοντας τις ενοικιασμένες υποστάσεις που προσφέρονται απλόχερα για να στεγνώσουν τον κεραυνό της μνήμης που καταθέτει αυτομολία εγκωμίων στη μουσκεμένη διαχωριστική των φαινομένων.

Κι «ο δρόμος, μας φέρνει και πάλι πάνου στη φλούδα και βάθος μεγάλο απομένει ανεξερεύνητο, από το αδιανόητο και το ανέκφραστο, που είναι ο εαυτός μας…» όπως βροντοφώναζε ο μεγάλος και ταπεινός εργάτης του στοχασμού Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος. (5)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). Στίχος από το ποίημα του Νίκου Καρούζου «Όσο κρατήσει η ζωή»

(2) Κ.Π.Καβάφης «Κρυμμένα» 1908

(3) Ουμπέρτο Έκο «ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΦΟΥΚΩ» εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, σελ.234

(4) Διονύσιος Σολωμός, από το ποίημα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», σχεδίασμα Γ΄, που περιλαμβάνεται στον τόμο με τα Άπαντα του Διονυσίου Σολωμού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

(5) Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, από το βιβλίο του «Ο Στοχασμός και ο Λόγος» εκδοσεις Φιλιππότη, σελ 165.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου