Πεζά Κείμενα (δοκίμιο, μυθιστόρημα, διηγήματα, σκέψεις) / Fiction and No-Fiction and Essays

Ένα κείμενο- μελέτημα της Βάλη Τσιρώνη για τον ΚΑΦΚΑ, δημοσιευμένο στο έντυπο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Γενάρης-Φλεβάρης 2018 σελ. 6-10.

 

Η Βάλη Τσιρώνη(Χρυσοβαλάντου Τσιρώνη) ιατρός-νομικός(εισαγγελία)-λογοτέχνης, είναι μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας και Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Ύλης του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Έχει βραβευτεί με το Διεθνές Βραβείο DON QUIXOTE METAL PRISE FOR LITERATURE 2016, το Διεθνές Βραβείο Ποίησης ΠΟΥΣΚΙΝ, με Τιμητικό Αριστείο εξαιρετικής λογοτεχνικής προσφοράς-διάκρισης και χαρακτήρος Ακαδημίας Αθηνών κι έχει εκδώσει 13 βιβλία εκ των οποίων 9 ποιητικές συλλογές από τις οποίες η πρώτη της είναι βραβευμένη από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας.

Οι φωτογραφίες του παρόντος δημοσιευμένου κειμένου-μελετήματος, ανήκουν στη γράφουσα και προερχονται από το σπίτι-Μουσείο του Καφκα στην Πράγα Τσεχία, που επισκέφθηκε το Δεκέμβρη του 2016, με ειδική παραχώρηση άδειας φωτογράφισης, ως μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας της Ουνέσκο.









****************


Η ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΙ ΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ



  • The Blue Hotel (του Stephen Crane (1871-1900) Αμερικανού συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου)
  • The Open Boat (Stephen Crane, δημοσιευμένο το 1897)
  • Dubliners (του Τζέιμς Τζόυς δημοσιευμένο το 1914)
  • The Red and the Black (του Σταντάλ δημοσιευμένο το 1830)
  •  Of Human Bondage (του Σόμερσετ Μομ, δημοσιευμενο το 1915)
  • Anna Karenina (του Τολστόι, δημοσιευμένο το 1877)
  • War and Peace (του Τολστόι δημοσιευμένο το 1867)
  • Buddenbrooks (του Τόμας Μαν, δημοσιευμένο το 1901)
  • Hail and Farewell (του Τζορτζ Μουρ, δημοσιευμένο το 1911)
  • The Brothers Karamazov ( του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, δημοσιευμένο το 1880)
  • The Enormous Room (του Ε. Ε. Κάμμινγκς δημοσιευμένο το 1922)
  • Wuthering Heights (της Έμιλι Μπροντέ δημοσιευμένο το 1847)
  •  Far Away and Long Ago (του Γουίλιαμ Χένρι Χάντσον δημοσιευμένο το 1918)
  • The American (του Χένρυ Τζέιμς , δημοσιευμένο το 1877)

***********************


Ένα κείμενο της Μαρία Α. Μίτλεττον 

με τίτλο "ΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ" που λάβαμε

δημοσιευμένη στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Μαρία Α. Μίτλεττον

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τόπος γέννησης: Πάφος, Κύπρος
Μόρφωση: Αποφοίτηση από το Λύκειο Α΄ Εθνάρχη Μακαρίου Γ΄ Πάφου 
                     Πήρε πτυχίο Κλασικών Σπουδών με ειδίκευση στη Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου.
                     Έκανε μεταπτυχιακό με θέμα τις Κλασικές Σπουδές (Αρχαίο Δράμα) στο Πανεπιστήμιο του NottinghamUK.
Εργασία: Από το 2007 εργάζεται ως Φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Κύπρο.
Εκδόσεις: Ποιητική συλλογή «Γυναικών Λόγος, Το παράπονο της σφαγμένης ιέρειας», Κύπρος 2016



Έλα να σου πω μια ιστορία

  «Έλα να σου πω μια ιστορία. Έλα, κάτσε δίπλα μου, στο σκαμνί που σκάλισα πάνω του τ’ αρχικά μου. Είναι για κάποιαν αρχή του χρόνου η ιστορία μου. Τότες που καθήμενος στ’ άλογο και περνώντας μέσ’ από τα φουσκωμένα χωράφια και τον ποταμό, βρήκα κάτι. Έλα να σου πω πώς το βρήκα. Και για αρχή να σου συστηθώ: Με λένε Χαράλαμπο. Και σ’ όλη μου τη ζήση έζησα με αγάπη. Σ’ όλη μου τη ζήση δέθηκα με τις Μούσες. Τη μάνα μου τη λέγαν Ουρανία. Την αδελφή μου Κλειώ. Τη γυναίκα που αγάπησα… τη γυναίκα που αγάπησα Καλλιόπη».
  Πήγα με δίχως φόβο. Περπάτησα θαρρετά μέσα από σύγνεφα και χειραποσκευές αφημένες μπροστά και πάνω σε καθίσματα αεροδρομίου. Πλησίασα. Καθόταν όπως πάντα στο σκαμνί του. Έγειρα στα πόδια του και μου χάιδεψε το κεφάλι. «Μαριάννα μου», ξεκίνησε. Ένας κόμπος ήταν έτοιμος να λυθεί. Μόνον εκείνος με λέει «Μαριάννα του»! Ξεκίνησε να γυροφέρνει την ιστορία αποφεύγοντας να την αγγίξει κι ύστερα να την πιάσει γερά από τα μαλλιά και να την αναλύσει σε κομμάτια.
«Το σκαμνί που βλέπεις είναι από ξύλο χαρουπιάς. Το έφτιαξα τον καιρό που δούλευα στα φουσκωμένα χωράφια. Τα χωράφια τότε φούσκωναν πολύ. Από τα νερά της βροχής. Πού καιροί ανομβρίας! Ο Ιουστινιανός ο Β΄ στην εποχή μου δεν θα είχε κανένα πρόσχημα. Ότι τον κόσμο δεν τον θέριζε το μαχαίρι κι η αναβροχιά, αλλά τον κατάπιναν οι ποταμοί. Τι με κοιτάς; Ξέρεις πόσους προγόνους μου κατάπιε ο ποταμός;»
  Φοβόμουν από πάντα τη φωτιά και το νερό. Τη φωτιά γιατί αφήνει πίσω της στάχτη που τη σκορπά ο άνεμος και το νερό του ποταμού γιατί παρασέρνει τα πάντα στη θάλασσα δίχως ελπίδα να βρεθούν ποτέ. Τουλάχιστον ήξερα ότι μιλούσε για τα φουσκωμένα χωράφια, άρα ήμασταν πολύ κοντά στην ιστορία. «Τότες που καθήμενος στ’ άλογο και περνώντας μέσ’ από τα φουσκωμένα χωράφια» δεν είχε πει; Το χέρι του πλέχτηκε στα μαλλιά μου στο σημείο ακριβώς του κρανίου μου που μέσα του φώλιαζε η μνημοσύνη. «Το σκαμνί που βλέπεις είναι από ξύλο χαρουπιάς», είπε. «Έχει σημασία. Τι με κοιτάς; Στον κορμό εκείνης της χαρουπιάς ξεκίνησε η ιστορία».
  «…Δεν είχε όμως σημασία ότι δούλευα σκληρά. Γι’ αυτό μου έδωσε τα χέρια το Θεός. Κι εκεί που ένιωσα τα χέρια μου να γίνονται ασήκωτα από το σκάψιμο και σταμάτησα να ξαποστάσω στον ίσκιο ετούτης της χαρουπιάς, άφησα έναν αναστεναγμό κι έμπηξα με δύναμη το τσαπί μου στο χώμα, κάτω από τη φυλλωσία κι ακριβώς δίπλα στον κορμό. Και τότες, κάτι σκληρό χτύπησε το τσαπί μου. Κάτι μεταλλικό. Μ’ έζωσε φόβος, μα και μια απροσδιόριστη χαρά ότι κάτι σπουδαίο βρήκα. Ξέχασα μεμιάς την κούραση και τ’ ασήκωτα χέρια μου και βάλθηκα να σκάβω με δύναμη στο συγκεκριμένο σημείο. Έσκαβα ίσαμε μια ώρα τρελά και νευρίαζα. Μα πού στο καλό βρισκόταν ό,τι ακούστηκε και κειτόταν κρυμμένο; Δεν ήταν και πολύ βαθιά για ν’ ακουστεί. Και έσκαβα στο ακριβές σημείο από το οποίο ακούστηκε ο ήχος.
  Ήλπιζα να είναι κάτι αξίας. Ένα χρυσαφικό να πάρω στη γυναίκα που μου έκλεψε την καρδιά. Δεν είχα να της δώσω τίποτε. Πώς θα πήγαινα στο διπλανό χωριό; Με αδειανά χέρια; Εκείνη την εποχή, Μαριάννα μου, τα δώρα μας δεν ήταν χρυσαφικά. Ήταν κομμάτια από τόπια υφάσματος να φτιάξει η κοπέλα ένα φουστάνι ουρανί με τυπωμένα ρόδα. Συνέχισα να σκάβω με δύναμη. Το τσαπί μου πλήγωνε το χώμα ανελέητα κι όμως κάποτε μετάνιωσα και πήρα να σκάβω πιο προσεκτικά, πιο ήπια, μην τύχει να διαλύσω κατά λάθος εκείνο που κρυβόταν εκεί κι επέλεξε τούτη τη μέρα για να μου φανερωθεί.
  Κι εκεί που έσκαβα μ’ ιδρώτα κι ελπίδα να σμίγουν επικίνδυνα, άκουσα τον απαίσιο συριγμό του. Εκείνο το σίγμα το συνεχές κι ανατριχιαστικό. Κι ύστερα είδα το φολιδωτό κορμί του να ξετυλίγεται, το κακό μούτρο και τη γλώσσα του που δεν έχω λέξεις να περιγράψω. Τυλιγμένο στη χαρουπιά με παρακολουθούσε χαιρέκακα για ώρα να σκάβω, να ιδρώνω, να λαχταρώ. Το κοίταξα και με κοίταξε ευθεία στα μάτια. «Καταραμένο να’ σαι», του φώναξα και του έλιωσα το κεφάλι με το τσαπί μου. Έβαλα τον σταυρό μου πολλές φορές και συνέχισα να σκάβω με χτυποκάρδι.
  Τα βήματα που άκουσα πίσω μου με τρόμαξαν και γύρισα απότομα. Ήταν μια γύφτισσα με κατσαρά μαλλιά, ντυμένη με πολύχρωμα κουρέλια που με έκοβε με το βλέμμα από πάνω ως κάτω.  Κάτω από τα κουρέλια της φορούσε ένα υπέροχο γαλάζιο φουστάνι («εσθήτα κυανήν φέρουσα», μου ήρθε αμέσως στο μυαλό και δεν θυμόμουν σε ποια τάξη του σχολείου το έμαθα) και στα χέρια της κρατούσε μια σφαίρα κι ένα διαβήτη.
«Καλημέρα τζιαι τα Φώτα, αφέντη. Μεν φοάσαι. Εν θα σου κάμω κακόν. Μόνον που θέλω να μου δώκεις τζι εμέν μερίδιον που το χρυσαφικόν που μάσιεσαι να φκάλεις. Είμαστεν φτωσιοί, γέρημα πλάσματα. Είμαστεν ούλλη μέρα μες στες στράτες τζιαι τα βουνά, γυρίζουμεν ούλλη μέρα του Θεού». Εσύ ξέρεις πόσο πονώ τους ταλαίπωρους. Κι εκείνη η γερασμένη κατά τα φαινόμενα γυναίκα, μα σίγουρα πολύ πιο νέα, με το ουρανί φόρεμα, τη σφαίρα και τον διαβήτη, παρ’ ότι φαινόταν να έχει μια δόση πονηριάς, μ’ έκανε να τη λυπηθώ. «Τελοσπάντων», είπα, «αφού βρέθηκες στον δρόμο μου, θα σε βοηθήσω. Θα σου δώσω τη μισή αξία από ό, τι θα βρω. Πώς σε λένε;» «Ουρανία», μου αποκρίθηκε. Τα μάτια της είχαν εκείνο το παχύρρευστο βαθύ καφέ της χαρουπιάς που πάει να γίνει μαύρο.
  Συνέχισα να σκάβω με την παράξενη γυναίκα να με παρακολουθεί. Τα μέλη μου ήταν κατάκοπα κι εγώ κάθιδρος κι απελπισμένος τώρα πια, όχι τόσο για τη λεία όσο για την ατυχία μου. Όποτε πήγαινε να γίνει κάτι καλό στη ζωή μου, προέκυπτε κάτι άλλο για να το ανατρέψει. Κι αν έβρισκα ένα πράγμα που δεν θα μπορούσε να κοπεί στα δυο, πώς θα της έδινα μερίδιο; Θ’ αναγκαζόμουν τότε να το εξαργυρώσω και με τα χρήματα που θα μου απέμεναν, ίσως να μην μπορούσα ν’ αγοράσω ένα καλό χρυσαφικό. Θα κατέληγα κι εγώ, δέσμιος της γενιάς και της φτώχειας μου, στο ύφασμα. Ένα κομμάτι ουρανί ύφασμα με τυπωμένα ρόδα.
  Το τσαπί μου χτύπησε επιτέλους σε κάτι μεταλλικό. Εστίασα γύρω από το σημείο όπου ακούστηκε ο ήχος και σιγά σιγά άρχισε να μου φανερώνεται μια επιφάνεια. Έσκυψα και το κράτησα στα χέρια μου, ένα κουβάρι χώμα και μέταλλο. Ξεκίνησα να το καθαρίζω προσεκτικά από τα χώματα. Άρχισε να εμφανίζεται κάτι που έμοιαζε με νόμισμα, ένα μεγάλο νόμισμα στρογγυλοειδές, αλλά όχι απόλυτα στρογγυλό. Άφησα τον ιδρώτα να κυλήσει πάνω του. Το σήκωσα ελάχιστα με ευλάβεια, τόσο ώστε να μπορώ να το παρατηρώ, αλλά να μην το χτυπά το φως. Συνέχισα να το καθαρίζω. Δυο κρανία φανερώθηκαν στην ανάγλυφή του επιφάνεια, ύστερα άλλα δυο, ύστερα άλλα. «Οι 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου», πετάχτηκε η Ουρανία. Μα πώς το είδε; Αφού ήμουν σκυμμένος πάνω από το νόμισμα. «Τούτον εν για τον θάνατον. Τούτον εν για να το πάρω εγώ. Εν εν για σένα». Και το άρπαξε σαν γεράκι και το έχωσε μέσα στις πτυχές του γαλάζιου φουστανιού της. Η αστραπιαία εκείνη επαφή με το χέρι της ένιωσα να μου χαράζει το δέρμα, να εισχωρεί στις φλέβες μου κι ύστερα να κυλά μέσα τους σαν τη ροή του ποταμού. Του ίδιου ποταμού που παρέσυρε τους προγόνους μου. Του Ιορδάνη, του ποταμού με τα φουσκωμένα χωράφια γύρω που πατώ και σκάβω καθημερνώς. Δεν πρόλαβα καλά καλά να δω το νόμισμα, Μαριάννα μου.
«Κι εγώ τώρα τι θα πάρω στην αγαπημένη μου; Και να σκεφτείς ότι δεν είχαμε ούτε ένα νόμισμα να βάλουμε στην πρωτοχρονιάτικη πίτα μας. Έτσι, για το καλό του χρόνου». «Ούλλα τα καλά του κόσμου έσιεις άμα έσιεις την αγάπη», είπε δασκαλίστικα η Ουρανία κουνώντας τον διαβήτη εμπρός από τα τρεμάμενα μου βλέφαρα. «Να, πιάσε τούτον το ύφασμα». Και τράβηξε από τη δεξιά της πλευρά, μέσα από τις πτυχές του φουστανιού της, το ύφασμα. «Κυανήν εσθήτα φέρουσα», μα πού το είχα διαβάσει; «Πιάσ’ το. Να της το πάρεις. Να κάμει έναν όμορφο φουστάνιν. Καλημέρα τζιαι τα Φώτα αφέντη». Κι έτσι, όπως έξαφνα μου φανερώθηκε, έτσι έξαφνα εξαφανίστηκε από μπροστά μου».
  Τα δάκρυά μου κύλησαν στα πόδια του. Αχ να μπορούσα να του έπλενα τα πόδια όπως έκαναν οι μαθητές του Χριστού! Και τα χέρια και τα πόδια, ειδικά στα σημεία που πλήγωσε το τσαπί, ειδικά στα σημεία που τρύπησαν τα καρφιά. Να μην πονά. «Κι εσύ τι έκανες;» τον ρώτησα.
«Έλα, κάτσε να σου πω μια ιστορία», μου αποκρίθηκε. «Είναι για κάποιαν αρχή του χρόνου η ιστορία μου. Τότες που καθήμενος στ’ άλογο και περνώντας μεσ’ από τα φουσκωμένα χωράφια και τον ποταμό, βαστούσα το γαλάζιο ύφασμα και πήγαινα στο διπλανό χωριό να το δώσω της αγαπημένης μου. Περνούσα μέσ’ από σύγνεφα και χειραποσκευές μα δεν μ’ έμελλε γιατί είχα την αγάπη καρφωμένη σαν παράσημο στο στήθος. Έλα να σου πω πώς έλαμψε το πρόσωπό της όταν άνοιξε την ξύλινη πορτούλα και με αντίκρισε. Άνοιγα το στόμα μου κι οι φθόγγοι δεν ακούγονταν. Μια ομάδα παιδιών τραγουδούσε τα κάλαντα:
«Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός…»
Άνοιγα το στόμα μου και δεν ακουγόμουν. Εκείνη χαμογελούσε.
«Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθετ’ η κυρά μας, η Παναγιά,
όργανο βαστάει, κερί κρατεί
και τον Άη Γιάννη παρακαλεί…»
Χαμογελούσε. Είναι ίσως για το ύφασμα, σκέφτηκα. Που θα ράψει κυανήν εσθήτα με τυπωμένα ρόδα. Γι’ αυτό χαίρεται. Τα φουστάνια των κοριτσιών στο νησί είναι σκουρόχρωμα, μυρίζουν σκοτεινιά και θάνατο. Οι φωνές των παιδιών κόντευαν να τρυπήσουν τ’ αυτιά μου, βελόνες αιχμηρές, κι η μορφή της όλο κι απομακρυνόταν.
«Άη Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί
ν’ ανεβώ επάνω στον ουρανό
να μαζέψω ρόδα και λίβανο».
Έλα να σου πω μια ιστορία, Μαριάννα μου. Για κάποιαν αρχή του χρόνου. Για τη ζήση μου. Όλη τη ζήση μου την έζησα με την αγάπη. Όλη τη ζήση μου δέθηκα με τις Μούσες. Τη μάνα μου τη λέγαν Ουρανία. Την αδελφή μου Κλειώ. Και τη γυναίκα που αγάπησα Καλλιόπη».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Της γιαγιάς μου, που κοιμήθηκε κάποια Θεοφάνεια, και του παππού μου, που επιμένει να με επισκέπτεται στον ύπνο μου κάθε που πάει να φλεβαρίσει του Αγίου Χαράλαμπου και κάθε που βρίσκω στον δρόμο μου την αγάπη. Αιωνία η μνήμη όσων έφυγαν κι ανέσπερο να είναι στη ζωή μας το φως της αγάπης.


Μαρία Μίτλεττον

*************************

Από το τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί ΓΕΝΑΡΗΣ-ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2018,  η στήλη με τα "ΧΡΟΝΙΚΑ"



******************

Ένα κείμενο του διευθυντή-εκδότη του περιοδικού 

ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα 

με τίτλο "Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΡΗ" 

δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΕΤΑΣ
Ο Κώστας Βαλέτας απούδασε νομικά και οικονομικά, πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και κοινωνιολογία στο Παρίσι. Έχει γράψει πάνω από 80 περίπου βιβλία (δοκίμιο, θέατρο, μυθιστόρημα, διήγημα, μεταφράσεις) και μεταφράστηκε ευρύτατα στο εξωτερικό σε 20 γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο "Μπλεζ Σαντράρ-2003", (το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Ελβετίας) και παλαιότερα με κρατικό βραβείο διηγήματος (1973). Εργάστηκε ως δικηγόρος και διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων. Γεννήθηκε στη Λέσβο και έζησε εφτά χρόνια στη Γαλλία και Ελβετία την περίοδο 1967-1973. Είναι διευθυντής του περιοδικού "Αιολικά γράμματα"









*****************

Προδημοσίευση: 

«Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος» – Έμμετρη διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη

του Κωνσταντίνου Μούσσα, 

που λάβαμε, 

στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ








Ο Κωνσταντίνος Μούσσαςγεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε Ιατρική και έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές και μεταφράσεις. Ποιήματα, άρθρα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά λογοτεχνίας και εφημερίδες.   
 Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Φιλολογικής Στέγης Πειραιά, της Εταιρείας Ελλήνων Εικαστικών, της Royal Society of Literature, (London UK), του Icon Italia/Ministero dell’ Istruzione dell’ Università e della Ricerca, της Société européenne des auteurs (Paris-France) και της Società Dante Alighieri (Roma-Italia). Πρόσφατα έγινε τακτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρών Λογοτεχνών και της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη.  
 Δημοσιευμένα έργα του είναι: Τα που θυμάμαι ξιστορώ (2001),  Σημεία στίξης (2015), Ιωλκός (2016),Αγνώστου πατρός (2016) – Βραβείο από τον Όμιλο για την UNESCO, Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, Ορίζοντες (2016), 3η Ομαδική ποιητική συλλογή (2017).    
 Αδημοσίευτα έργα με διακρίσεις: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος – Βραβείο Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», Ο «Ηλίθιος» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι – Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, Κατηγορία Δοκίμιο, Ποίηση – Βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού, Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία, 21ος Διαγωνισμός Ποίησης, Δοξαστικόν (ποίηση) – Βραβείο από τον Όμιλο για την UNESCO, Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος.

Επίσης έχει μεταφράσει τα παρακάτω έργα: Ορίζοντες (Marcello Vitale, Orizzonti, ποιητική συλλογή),Τα φώτα του δρόμου (Mario Luzi, Eugenio Montale, Giuseppe Ungaretti, Poesie, δίγλωσση ποιητική συλλογή), Ποιήματα (Eugenio Montale, Quaderno di quattro anni), Ποιήματα (Giuseppe Ungaretti),Ποιήματα (Pier Paolo Pasolini), Ιταλοί ποιητές Ι-IX.


ΣΧΟΛΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«Κάτου απ’ το μαρμαρωμένο προσκεφάλι, με τα κεντημένα σύμβολα της Αυτοκρατορίας
κείτουνται λαμπερά, έτοιμα πάντα, τα κλειδιά της Αγιά-Σοφιάς, και θα σηκωθείς μια μέρα, σα θελήσεις εσύ, ω Δεσπότη των Ρωμαίων, να πας να λειτουργήσεις».

                                                                                        Νίκος Καζαντζάκης, Συμπόσιον (σελ.22-23)


[…]O Κωνσταντίνος έπεσε, όπως λέει ο «θρήνος» του, επάνω στο σπαθί του. Είναι ο μόνος αυτοκράτορας που σκοτώθηκε σε μάχη και ο λαός μας ήθελε και θέλει τους ηγέτες του μαχητές και όχι ψοφοδεείς υποτακτικούς των εκάστοτε ισχυρών. Για να υψωθούμε κάπως ψηλότερα, πού λέει ὁ ποιητής, πρέπει να αρχίσουμε να  νοσταλγούμε τις όρθιες ψυχές.
Διάβασα τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο» και  -επί τέλους- χάρηκα ένα στρωτό έμμετρο λόγο με έντονη επιρροή της Κρήτης[…]  26/7/2017
                                                                                                                    Σαράντος Ι. Καργάκος
                                                                                                        Καθηγητής Φιλολογίας , Ιστορικός

¨
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος. (του Κωνσταντίνου Μούσσα)
Έμμετρη διασκευή, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Νίκου Καζαντζάκη.

«Πρόκειται για μια σπάνια εργασία, γραμμένη με προσοχή, σε εξαιρετική γλώσσα και πιστή στο ύφος του μεγάλου Κρητικού.
Ένα ακόμη έργο του Κωνσταντίνου Μούσσα, που σου κινεί το ενδιαφέρον και που το διαβάζεις, χωρίς κόπο μέχρι την τελευταία σελίδα.
Έχουμε πραγματικά ανάγκη από τέτοιες σπουδαίες μελέτες.
Γρήγορα πρέπει να δούμε το βιβλίο αυτό και στο θέατρο».

Γιώργος Στασινάκης
Πρεσβευτής του Ελληνισμού
Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη.


πρωδημοσιευση
1.                                            
                                            «Κωνσταντίνος  ο Παλαιολόγος»                                                                                         Έμμετρη διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη.
                             Κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδ. ΔΩΔΩΝΗ

 […]Σκέπεις ακόμα ψηλάθε την Πόλη σαν αϊτός  δικέφαλος και την κρατάς σαν αμνάδα στα νύχια σου και δε θες να σου ξεφύγει. Κάτου απ’ το μαρμαρωμένο προσκεφάλι, με τα κεντημένα σύμβολα της Αυτοκρατορίας, κείτουνται λαμπερά, έτοιμα πάντα, τα κλειδιά της Αγια – Σοφιάς, και θα σηκωθείς μια μέρα, σα θελήσεις εσύ, ω Δεσπότη των Ρωμαίων, να πας να λειτουργήσεις [1].                                                                                                                                                                                                                                                       
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν αποτελεί ένα απλό ιστορικό πρόσωπο που                              ο Νίκος Καζαντζάκης επιλέγει ως κεντρικό ήρωα της ομώνυμης θεατρικής τραγωδίας.
Είναι στο ιστορικό αυτό πρόσωπο που μετουσιώνονται όλες οι βαθύτερες έννοιες που χαρακτηρίζουν τα μεγάλα ιδεώδη του έθνους.
Στον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, στον πρώτο των Ελλήνων, ο Νίκος Καζαντζάκης συναντά την αδούλωτη ψυχή, το ανίκητο πνεύμα, τον ελεύθερο άνθρωπο.

[…]Ποιός μπορεί ν’ αντισταθεί στη φωνή σου; Άρατε πύλας! Και τα χρυσά μωσαϊκά θα τινάξουν απάνουθέτους σκιρτώντας το ασβέστινο σάβανο και θα βροντήσει ο θριαμβικός παιάνας της Στρατηγίνας: Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια… και τα κρουσταλλένια πολυκάντηλα μονομιάς θ’ ανάψουν, και θα σταθεί πάλι στον άμβωνα, σοζυγιάζοντας τα δυο φτερά, το αγριοπερίστερο. Ω Ακρίτα, σαλεύεις τη χρυσή πατερίτσα σου σαν απελατίκι, κι οι στρατιές των ουρανών- Άγγελοι, Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Εξουσίες, Δυνάμες, Κυριότητες, Χερουβείμ και Σεραφείμ – γύρα σου, Αρχηγέ, καρτερούν το Σύνθημα.[2]


Στον Παλαιολόγο συναντά το νεότερο Λεωνίδα, ενώ η Πόλη, η Βασιλεύουσα, η Πόλη των πόλεων, θα γίνει για τον Καζαντζάκη το αντίστοιχο των νέων Θερμοπυλών στα στενά του Βοσπόρου, αιώνες μετά το θρυλικό έπος του Λακεδαιμόνα Βασιλιά.
Ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας έγραψε το έργο το 1944 στην Αίγινα, ενώ το 1951 στην Ιταλία του έδωσε την τελική του μορφή, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Ο Μανώλης Καλομοίρης που μελοποίησε την τραγωδία, το χαρακτήρισε «εθνικό μεγαλούργημα των Ελλήνων» . Ο Καζαντζάκης ζητά στη δημιουργία του αυτή να «αναστήσει» λογοτεχνικά τον συνδετικό κρίκο μεταξύ
της μοναδικής κλασσικής αρχαιότητας και της μάλλον υποτιμημένης, λεγόμενης «Βυζαντινής περιόδου», της νέας δηλαδή Ρωμαϊκής  Ανατολικής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως  με τη σύγχρονη ιστορία της  Ελλάδος.
                                                                             


2.
Η μεταγραφή τώρα της τραγωδίας του Καζαντζάκη, διατηρώντας ωστόσο τα κύρια γλωσσολογικά και υφολογικά χαρακτηριστικά του πρωτότυπου, ήταν μια τολμηρή και επίπονη προσπάθεια ετών, που ξεκίνησε το 2002 και ολοκληρώθηκε το 2008, ενώ ξαναγράφτηκε από την αρχή την διετία 2015-2017 στην τελική της μορφή.
Έτσι προέκυψε ένα εντελώς καινούργιο έργο που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Δωδώνη, τον Νοέμβριο. Η πλοκή καθώς και η εξέλιξη των επιμέρους θεατρικών πράξεων διατηρούνται ακέραια, όμως το μέτρο και η ομοιοκαταληξία, εντείνουν ακόμη περισσότερο τον επικό χαρακτήρα της τραγωδίας και δημιουργούν ένα ενιαίο σύνθετο, επικό ποίημα που αφενός επιχειρεί να υπηρετήσει την υψηλή τέχνη της μετρικής και αφετέρου φιλοδοξεί να εκφράσει- παρά του ότι περιγράφει την τελευταία μέρα πριν την άλωση της Βασιλεύουσας- εντελώς σύγχρονες ιδέες, τις προαιώνιες αξίες της ελευθερίας, του αγώνα μέχρις εσχάτων, των ανυπέρβλητων ιδανικών που οδήγησαν το έθνος  στο διάβα του χρόνου και αποτέλεσαν σωτήριο φάρο εν μέσω ταραγμένων ιστορικών περιόδων.

[…] Θυμούμαι το μεσημέρι που στάθηκα κάτω από μιαν ανθισμένη ροδοδάφνη του Ευρώτα, ανάμεσα Σπάρτη και Μυστρά, ένιωσα τη φοβερή προαιώνια πάλη καρδιάς και νου.
Ακράτητη η καρδιά χίμηξε ν’ αναστήσει το χλωμό θανατογραμμένο κορμί του Βυζαντινού μας αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου  του Παλαιολόγου. Να ξαναγυρίσει πίσω τον τροχό του καιρού, στις 6 του Γενάρη του 1449, που εδώ απάνω στο Μυστρά ο Κωνσταντίνος δέχτηκε την αιματοβαμμένη λιγόζωη κορόνα της Πόλης[3].

Η υπόθεση εξελίσσεται σε τέσσερις πράξεις. Με τρόπο αριστουργηματικό παρουσιάζεται η αγωνία του Παλαιολόγου να διατηρήσει τις εύθραυστες ισορροπίες  ανάμεσα σε λαό και άρχοντες, σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, στους γενναίους και σε εκείνους που είχαν ήδη παραδοθεί, στο ιερό καθήκον και την μάταιη ελπίδα για διαφυγή, στο φως της ελευθερίας και το σκοτάδι της υποταγής. Ο Κωνσταντίνος προσπαθεί να διασώσει ό,τι απέμεινε από το μεγαλείο μιας ολόκληρης εποχής, από την δόξα μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, της τελευταίας των Ελλήνων. Ο λαός της Πόλης τον κατηγορεί για τα επερχόμενα δεινά, η εκκλησία τον εχθρεύεται, οι σύμμαχοι τον απαρνιόνται. Απορρίπτει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την Πόλη και να καταφύγει είτε στη Δύση, είτε σε κάποια κτίση που θα του παραχωρούσε ο εχθρός.  Και μένει μόνος. Εκείνος και η  αδούλωτη ψυχή της Ελλάδας. Μαζί με λίγους πιστούς συντρόφους, θα δώσει την τελική μάχη για την Αθανασία και θα πέσει στα Τείχη της Πόλης των Πόλεων .                                                                                                                       Το δράμα κορυφώνεται τη στιγμή που  έντρομος ο λαός της Πόλης καταφεύγει θρηνώντας στην Αγιά Σοφιά όπου και πληροφορείται το θάνατο του Αυτοκράτορα καθώς και το θαύμα του ενταφιασμού του στα θεμέλια του ναού, εκεί που πλέον θα κείτεται όχι νεκρός αλλά μαρμαρωμένος. Η αυλαία πέφτει.

[…] Σιγά σιγά, και με αναγάλλιαση, βούλιαζα στο μελάνι. Μεγάλοι ίσκιοι στριγμώνουνταν γύρα από το λάκκο της καρδιάς μου και ζητούσαν να πιουν αίμα ζεστό να ζωντανέψουν- ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, ο Προμηθέας. Μεγάλες βασανισμένες ψυχές που πολύ πόνεσαν στη ζωή τους κι αγάπησαν κι αντιστάθηκαν με αυθάδεια στο Θεό και στη Μοίρα[4].

3.                                                                         

Σ’ αυτούς τους καιρούς της πνευματικής άλωσης και κατοχής, της πνιγηρής σκόνης από την  επέλαση των οπαδών της παγκοσμιοποίησης, των καθημαγμένων  και υπόδουλων ψυχών από την οικονομική κρίση, σήμερα που όπως και τότε, περιφερόμαστε από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα της Δύσης, ως ανήμποροι επαίτες και εκλιπαρώντας για μερικά αργύρια παραδίδοντας κυριαρχία και δημόσιο πλούτο, προδίδοντας εθνική συνείδηση και παράδοση, σήμερα ο τελευταίος Αυτοκράτορας, ο Δραγάσης Παλαιολόγος, βαστώντας την βασιλική ρομφαία, στέκει όρθιος, απτόητος κι αληθινός, καρτερώντας κι ελπίζοντας να μας οδηγήσει και πάλι σε νικηφόρους αγώνες, σε μάχες σπουδαίες έναντι του προαιώνιου εχθρού, της σκοταδιστικής βαρβαρότητας, μιας ωφελιμιστικής σύγχρονης θεώρησης του πολιτισμού, της κοινωνίας του κέρδους, της απόλυτης κυριαρχίας της οικονομίας που δημιουργεί και γεννά τον χωμάτινο, τον πεπερασμένο άνθρωπο.

[…]Κι εσύ σιωπάς κι ανεσαίνεις, μαχόμενος μέσα στο πέτρινο κουκούλι της μεταθανάτιας μεταμόρφωσης – κι ως ανεσαίνεις, τρίζουν και σπούν τα σύνορα της Ελλάδας, γιατί ‘σαι εσύ το Γένος, κάτι πιο πλατύ και πιο βαθύ από τη φτενήν Ελλάδα, το Γένος μας το ανατολίτικο, το πλούσιο, ταραγμένο και πολύσπορο, το γιομάτο ανθρώπους, θεούς και τέρατα, το ακατάλυτο Γένος της Ρωμιοσύνης![5]


Το έργο αυτό αποτελεί μοναδικό προσκλητήριο αγωνιστών σε μια κοινή νέα Μακεδονική φάλαγγα, σε έναν σύγχρονο Ιερό Λόχο του ελεύθερου πνεύματος.
Μαραθώνας, Σαλαμίνα, Θερμοπύλες, Μοριάς, Ρούμελη, Κρήτη. Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Θεσσαλονίκη και Θράκη. Και πιο μετά Άγιοι Σαράντα, Βόρεια  Ήπειρος, Πίνδος ως τις μέρες μας, Κύπρος, Αιγαίο, Ίμια.

Ο σκοπός του υπερβαίνει το απλό λογοτεχνικό δημιούργημα.  Είναι μια προσπάθεια εσωτερικής ενατένισης στα άφθαρτα προγονικά ιδεώδη, στους συμβολισμούς και τα σύμβολα μιας εποχής που πολλοί θα ήθελαν να είχαμε θάψει για πάντα στη λήθη, θανατώνοντας -κι αυτή την φορά οριστικά- τον Ακρίτα της ελευθερίας, Παλαιολόγο.  Όμως όπως σχεδόν στο σύνολο του τεράστιου συγγραφικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη, ο Κωνσταντίνος επανέρχεται και στοιχειώνει σελίδες και νοήματα (από το Συμπόσιοντην Αναφορά στον Γκρέκο και τον Καπετάν Μιχάλη ως  στο Χριστός  Ξανασταυρώνεται) έτσι, έρχεται και ξανάρχεται κυρίαρχος και αρχηγέτης δείχνοντας υπομονετικά το δύσκολο, αλλά και μοναδικό δρόμο προς την δόξα και την αθανασία. Νικά το Θάνατο ο Παλαιολόγος κάθε φορά που κάποιος συντετριμμένος  χαμηλώνει το βλέμμα μην μπορώντας να αντέξει στην αποτρόπαια θέα των μιναρέδων που ζώνουν την Αγιά Σοφιά.




4.
[…] Εδώ, είπε κι η φωνή του τώρα έτρεμε, εδώ θα χτίσουμε, αδέρφια, την Πόρτα του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου! Από δω μια μέρα, παιδιά μου, σίγουρα, θα μπει, μουσκεμένος στον ιδρώτα, ο πεζοπόρος και θα φωνάξει: « Αδέρφια, πήραμε την Πόλη!»[6]

Πώς μπορούμε αλήθεια να μην ανταποκριθούμε σε τούτο το κάλεσμα; Πώς θα μείνουμε απαθείς κι ασυγκίνητοι σε τούτη την διαρκή και άδικη θυσία τόσων αιώνων θεωρώντας την στείρο εθνικισμό; Δεν είναι μόνον το αίμα του Κωνσταντίνου που στις φλέβες μας ρέει, το ζωντανό, αλλά και όλων εκείνων που έπεσαν στα ιερά πεδία της δόξας. Είναι η δική τους φωνή που μας καλεί, να σηκωθούμε και πάλι όρθιοι, με υπερηφάνεια κι αξιοπρέπεια, όπως αρμόζει σε μας που αξιωθήκαμε μια τέτοια πατρίδα.
Από τον Μαραθώνα, την Σαλαμίνα, της Θερμοπύλες και την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως το ένδοξο έπος του 1940 με την πρωτοφανή και ανέλπιστη εκείνη εποποιία των ολίγων έναντι του πανίσχυρου ναζιστικού άξονα, η Ιδέα της αδούλωτης ψυχής μεταφέρεται με ένα θαυμαστό και ακατάλυτο κώδικα από γενιά σε γενιά. Άλλοτε μέσα από τις Ομηρικές ραψωδίες και τις μοναδικές  αρχαίες ελληνικές τραγωδίες κι άλλοτε μέσα από το δημοτικό τραγούδι, και την προφορική παράδοση, κυριάρχησε στον λόγο του Σολωμού, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη, του Παλαμά, αλλά και του Καβάφη, του Σικελιανού, του Καρυωτάκη, του Σεφέρη, του Ελύτη.
Είναι χρέος μου προσωπικό, αλλά νομίζω και κάθε σύγχρονου μελετητή, λογοτέχνη και αναγνώστη, η αναφορά και η ανάδειξη στις μέρες μας του θρυλικού αυτοκράτορα, του τελευταίου Έλληνα των Ελλήνων.
Ας σταθούμε στις επάλξεις της μοιραίας Πύλης του Ρωμανού, στην αυτοκρατορική βίγλα, κάτω από το λάβαρο του Βυζαντινού Ρήγα, του αλύγιστου στα στίφη των βαρβάρων, εκεί με τον πολέμαρχο και αρχιστράτηγο των ελευθέρων, δίπλα στον ανίκητο και ζωντανό Δεσπότη της Βασιλεύουσας που ακόμη περιμένει.
Αυτό επιβάλει το ιερό καθήκον, το υπέρτατο χρέος έναντι της ιστορία και του Γένους.



[…]Για αυτό σας μιλώ και σας παρακαλώ να σταθείτε με ανδρεία και γενναία ψυχή, όπως κάνατε πάντα ως τώρα, ενάντια στους εχθρούς της πίστης μας. Σας παραδίδω λοιπόν την εκλαμπρότατη και περίφημη αυτή πόλη και πατρίδα μας και βασιλεύουσα των πόλεων.[7]
                                                                                                
                                                 Κωνσταντίνος ο εν Χριστώ τω Θεώ πιστός Βασιλεύς 
                                                        και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Παλαιολόγος       
                                                         8 Φεβρουαρίου 1405 – 29 Μαΐου1453




[1] Νίκος Καζαντζάκης. Συμπόσιον, σελ. 22
[2] Νίκος Καζαντζάκης. Συμπόσιον, σελ. 23



[3] Νίκος Καζαντζάκης. Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 174
[4] Νίκος Καζαντζάκης. Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 447
[5]Νίκος Καζαντζάκης. Συμπόσιον, σελ.23




[6] Νίκος Καζαντζάκης. Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, σελ.94
[7] Απόσπασμα από την τελευταία ομιλία του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου.


**********************************

Ένα διήγημα του Νίκου Νασόπουλου, που λάβαμε, με τίτλο "ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ" δημοσιευμένο στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.





Γεννημένος στην Αθήνα και μεγαλωμένος στα νότια της πόλης,γράφει από τη δεκαετία του 90 ποιήματα,διηγήματα,μυθιστορήματα και πιο πρόσφατα στίχους και ολοκληρωμένα τραγούδια.
Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε τυπωμένη και ηλεκτρονική μορφή όπως επίσης και αρκετά βιβλία.
Ιδιαίτερη αγάπη στο ιστορικοφανταστικό διήγημα και μυθιστόρημα,πειραματισμός με διάφορα είδη στίχων και μελοποιήσεων και προσπάθεια μελοποίησης στίχων και ποίησης άλλων δημιουργών.


ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Τον Μπένυ Βιόκτσουκ τον ήξεραν ως έναν ''απλό,καλό άνθρωπο'' κι όλοι ξαφνιάστηκαν όταν έμαθαν πως τον είχαν βρει νεκρό στη διασταύρωση πριν το σπίτι του...
Ο Μπένυ ήταν από το Κίεβο κι είχε έρθει μετανάστης στην Αμερική μετά τον πόλεμο...
Για τη ζωή του στη Σοβιετική ΄Ένωση δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ,ούτε και για τον πόλεμο,γι'αυτόν η ζωή άρχιζε από την ημέρα που είχε πατήσει το πόδι του στην Αμερική...
Το εργοστάσιο αυτοκινήτων στο Σικάγο το θεωρούσε οικογένειά του...
Δεν είχε παντρευτεί ο Μπένυ,όσο κι αν ήθελαν πολλές να τον κάνουν σύζυγό τους...προτιμούσε να ζει μια ανέμελη εργένικη ζωή με αρκετό ποτό και διασκέδαση από το να φέρνει βόλτα οικογενειακές υποχρεώσεις...

Στο εργοστάσιο των αυτοκινήτων δούλευε στη γραμμή παραγωγής και τοποθετούσε για πολλά χρόνια τα καθίσματα στα αυτοκίνητα,μέχρι που λίγο πριν τον βρουν νεκρό,είχε γίνει επιθεωρητής της καμπίνας των αυτοκινήτων που ΄βγαιναν έτοιμα από το εργοστάσιο...
Δούλευε οκτώ ώρες κάθε μέρα,ίσως και υπερωρίες κι έπειτα γυρνούσε σπίτι για λίγο πριν πάει σε κάποιο από τα γνωστά του μπαρ για να περάσει τις ώρες, πριν γυρίσει για ύπνο...
Ήταν ευχάριστος τύπος κι όλοι οι θαμώνες είχαν μια καλή κουβέντα να πούν για εκείνον...

Δυο μέρες πριν τον βρουν νεκρό είχε αλλάξει λίγο το χαρούμενο προφίλ του,είχε γίνει πιο σοβαρός,πιο λιγομίλητος,σε κάποιον μάλιστα είχε πει πως ''έβλεπε το τέλος στου να πλησιάζει''..
Δυο σφαίρες είχαν κόψει το νήμα της ζωής του Μπένυ μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη και κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να φανταστεί ποιός είχε σκοτώσει έναν απλό καθημερινό άνθρωπο που δεν είχε εχθρούς,που δεν  είχε οικογένεια,που η ζωή του ήταν εργοστάσιο,σπίτι,μπαρ και τίποτα παραπάνω...

Την υπόθεση την είχε αναλάβει ο αστυνόμος Τζέλικο..
Τις βαριόταν τέτοιες υπιοθέσεις μοναχικών ανθρώπων γιατί δεν είχαν κίνητρο...κανείς δεν νοιαζόταν για τη ζωή ή τον θανατό τους,''άδεια πουκάμισα'' ήταν,όμως,για τυπικούς και υπηρεσιακούς λόγους, έπρεπε η υπόθεση να διαλευκανθεί...
Ο Τζέλικο είχε αναλάβει ξανά παρόμοια περιστατικά και πάντα η αρχή ήταν δύσκολη...
Ουσιαστικά δεν ήξερε από που να αρχίσει...

Οι συνάδελφοι στο εργοστάσιο θα ήταν οι πρώτοι τους οποίους θα καλούσε,στους πρώτους που θα έκανε τιος γνωστές ερωτήσεις...έπειτα ή και ταυτόχρονα θα ήταν οι γείτονες και οι θαμώνες των μπαρ....
Ήλπιζε πως κάτι θα έβγαζε από την ιστορία και πως δεν θα χρειαζόταν να χάσει περισσότερο χρόνο με την υπόθεση...
Ο Τζέλικο ήταν κι αυτός μοναχικός λύκος και καταλάβαινε πόσο άδικο είναι ένας άνθρωπος που βολοδέρνει μόνος να χαθεί,όμως ήξερε πως όταν έχεις μόνο το τομάρι σου δεν σε νοιάζει τίποτα εκεί που θα πας....
Την καθημερινή αμηχανία των στιγμών ο Τζέλικο τη ''σκότωνε'' με διάφορα σνακ που κουβαλούσε στις τσέπες του κι όλη τη μέρα βρισκόταν σ'ένα συνεχές μασούλημα, που πίστευε πως τον βοηθούσε στις σκέψεις του...

Αρκετά πρωινά καταναλώθηκαν στις καταθέσεις των συναδέλφων του Μπένυ...
Ο Τζέλικο τους πολλούς τους εξέτασε στο εργοστάσιο,σε μια αίθουσα προσωπικού...έπρεπε να πάρει μια πρώτη ''γεύση'' κι αυτό έκανε...
Κάποιους λίγους τους πήρε κατάθεση στο αστυνομικό τμήμα...
Απλές ερωτήσεις έκανε κι έβλεπε τις αντιδράσεις των προσώπων...
Ήταν καλός ψυχολόγος μετά από τόσα χρόνια ερευνών..
Δεν έβλεπε λόγους να έχουν κάνει κάποιον συνάδελφο του Μπένυ να τον σκοτώσει..χαμένος χρόνος ήταν οι κουβέντες και οι εξέτασή τους...

Επόμενοι ήταν οι θαμώνες των μπαρ και οι σερβιτόρες...
Τι θα μπορούσε να ρωτήσει ο Τζέλικο εκείνα τα ''ναυάγια''...
Άνθρωποι κλεισμένοι στους εαυτούς τους που βρωμούσαν τσιγάρο και αλκοόλ,δεν είχαν κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν...από την πρώτη στιγμή τους κατάταξε στα ''καμμένα χαρτιά'',μαζί και τις γκαρσόνες που  εφόσον ο Μπένυ δεν είχε λεφτά τους ήταν αδιάφορος,τίποτα άλλο από ένα απλό κορόϊδο που έτρωγε τα λεφτά του στη μπάρα...

Το κουραστικό σενάριο συνεχίστηκε για τον Τζέλικο με τους γείτονες του Μπένυ....
Ποιόν να πρωτορωτούσε και τι να του έλεγε...
Η κυρία Έστεν στον πρώτο όροφο δεν έβλεπε και δεν άκουγε καλά,ο κύριος Τζούλιους στον δεύτερο ήταν σχεδόν ακινητοποιημένος στο κρεβάτι κι Τζένη που έμενε στον τρίτο δούλευε όλη μέρα κι ερχόταν το βράδυ για ένα φαγητό κι έναν ύπνο....

Η κατάσταση έμοιαζε αδιέξοδη...
Στη γειτονιά συμμορίες δεν υπήρχαν ούτε και άλλα περιστατικά βίας...
Πλέον θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν οι γνωστοί σπιούνοι των γειτονιών μήπως και βρεθεί κάτι...
Δεν μπορούσε τις βαλτωμένες υποθέσεις ο Τζέλικο...τις βαριόταν...
Με τους σιούνους δεν τα πήγαινε καλά γιατί γνώριζε πως ψεύδονται για να εισπράτουν...
Και τώρα το κατάλαβε, από την αρχή που του μίλησε ο Τζιμ,ο κλασικός σπιούνος της περιοχής,πως τον πήγαινε αλλού ,σε άλλα μονοπάτια...

Πλέον ήταν στο πουθενά...Έπρεπε να μάθει κάτι για την καταγωγή του Μπένυ...ίσως το παρελθόν να του είχε φέρει τη δολοφονία...όχι το πρόσφατο παρελθόν αλλά το μακρινό...
Ζήτησε τον φάκελο από τις υπηρεσίες μετανάστευσης και μετά από λίγες μέρες τον είχε...
''Μπένυ Βιόκτσουκ,γεννημένος το 1915 στο Κίεβο,πιθανόν εργαζόμενος στο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα,μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1946'' έλεγε ο φάκελος...
Ο Τζέλικο στάθηκε στην πιθανότητα ο Μπένυ να είχε εργαστεί στο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα..
Δεν γνώριζε πολλά,όμως κάτι είχε ακούσει για βασανιστήρια σε ένα στρατόπεδο με παρόμοιο όνομα...

Ο αστυνόμος Λόρενς ήταν ερασιτέχνης ιστορικός με πολλές γνώσεις και ίσως ο καταλληλότερος άνθρωπος στο τμήμα για να δώσει τέτοιες πληροφορίες...
''Πρέπει να ήταν από τους Ουκρανούς που συνεργάστηκαν με τα γερμανικά στρατεύματα...Ήταν πολλοί που δούλεψαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι ίσως η δολοφονία του να σχετίζεται με τα χρόνια εκείνα...συνήθως οι φύλακες βασάνιζαν τους κρατούμενους...'' ήταν τα λόγια του Λόρενς όταν ο Τζέλικο ρώτησε σχετικά...
Δεν ήταν λάθος επισήμανση πως η πιθανότητα να είχε βλάψει ή βασανίσει κάποιους τότε μπορεί να ήταν αιτία για το φόνο....
Πιθανόν κάποιος συνάδελφός του να είχε παρελθόν κρατουμένου σε στρατόπεδο κι αυτό έπρεπε να ερευνηθεί...οι υπόλοιποι γωστοί του απο τα μπαρ και τη γειτονιά είχαν μικρές πιθανότητες με βάση την ψυχολογία που ''καλλιεργούσε'' ο Τζέλικο...

Την επόμενη κιόλας μέρα πήγε στο εργοστάσιο..
Ζήτησε καταλόγους με ακριβή στοιχεία όσων εργάζονταν στα τμήματα που είχε εργαστεί ο Μπένυ κι έπειτα ζήτησε να πάει ξανά στο τμήμα που εργαζόταν πριν δολοφονηθεί...
Ήθελε να ξαναδεί τα πρόσωπα γιατί πολλές φορές τα βλέμματα μιλάνε...
Εκείνο το πρωί ο διευθυντής του εργοστασίου ο Σταν Γιούργκεβιτς έκανε επιθεώρηση στα τμήματα και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τζέλικο...
Του είπαν πως είναι ο αστυνόμος που ερευνά για τον Μπένυ κι εκείνος εμφανώς ενοχλημένος έδωσε το χέρι του σε μια χειραψία που πολύ θα ήθελε να την αποφύγει...
Το πρόσωπο του Τζέλικο ''καρφώθηκε'' στο τατουάζ με τον εξαψήφιο αριθμό που είχε ο Γιούργκεβιτς στο χέρι του...
Δεν είπε τίποτα αλλά κύταξε τα μάτια του διευθυντή που έδειχναν αναστάτωση και αμηχανία...
Φρόντισε να τελειώσει γρήγορα η επίσκεψη στο εργοστάσιο και γύρισε στο Τμήμα...
Το πρόσωπο του διευθυντή και το τατουάζ έδιναν μια αρχή στο μυαλό του...
Πριν αρχίσει να μασουλάει τα γνωστά του σνακ,ο γραμματέας τον ειδοποίησε πως ένα κύριος Τζάκσον που έμενε στη γειτονιά του Μπένυ ήθελε να του μιλήσει...
Έφυγε γρήγορα για τη συνάντηση...

Ο Τζάκσον ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος που πότε ήταν καλά και πότε έπεφτε σε λήθαργο για μέρες...τον ταλαιπωρούσε μια σπάνια αρρώστεια...
''Εκείνο το βράδυ χάζευα στο παράθυρο τον έρημο δρόμο και είδα μια λευκή Κάντιλακ να σταματάει δίπλα στον Μπένυ...κάποιος πυροβόλησε μέσα από το αυτοκίνητο'' είπε ο ηλικιωμένος άντρας που από εκείνο το βράδυ είχε πέσει σε λήθαργο που κράτησε αρκετές μέρες...

Ο Τζέλικο είχε πλέον κάποια στοιχεία..
Το τατουάζ του διευθυντή και η μαρτυρία του Τζάκσον έδιναν το πρώτο φως...
Ο Λόρενς ρωτήθηκε για τα τατουάζ που πιθανόν είχαν οι κρατούμενοι της Τρεμπλίνκα και απάντησε καταφατικά...''εξαψήφια έδιναν στους σλαυογενείς,πάντα χτυπημένα στο δεξί χέρι με σκούρο μπλε ανεξίτηλο μελάνι''
Το θέμα τώρα ήταν να μάθουν την προιστορία του διευθυντή και μάλλον ήταν έυκολο...
Ο Τζέλικο ζήτησε άμεσα τον φέκελλο του Γιούργκεβιτς από τα κεντρικά...

''Σταν Γιούργκεβιτς,από το Κλόσκο της Σλοβακίας,αιχμάλωτος στα ναζιστικά στρατόπεδα,μεταφέρθηκε μετά από αίτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες μόλις απελευθερώθηκε,σπουδές οικονομικών,καριέρα στελέχους επιχειρήσεων,χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις''
Ο φάκελλος τα έλεγε όλα...τι  άλλο να ζητούσε...
Έπρεπε να μάθει λίγες ακόμα λεπτομέρειες...τι αυτοκίνητο οδηγούσε,που έμενε,τι είδους άνθρωπος ήταν...

Δυο αστυφύλακες του τμήματος ανέλαβαν να παρακολουθήσουν τον διευθυντή για λίγες μέρες...
''Μοναχικό άτομο είναι,μετακινείται ελάχιστα,δεν έχει παρέες,οδηγεί μια λευκή Κάντιλακ'' ήταν τα βασικά σημεία της αναφοράς των αστυφυλάκων μετά την παρακολούθηση...
Ήταν σίγουρα αυτός που σκότωσε τον Μπένυ και η αιτίες βρίσκονταν σίγουρα στο κοινό τους παρελθόν...
Έπρεπε να δράσουν με τρόπο αργό,''κυκλωτικό'' ή θα έπρεπε να γίνει μια αστραπιαία κίνηση που να τον έφερνε σε αδιέξοδο μέσα στο διευθυντικό του γραφείο...
Τα μοναχικά άτομα δεν πρέπει να έχουν περιθώρια αντιδράσεων κι έτσι ο Τζέλικο προσέγγισε τη δεύτερη λύση...
Το πρόβλημα του Τζέλικο ήταν πως θα γινόταν η σύλληψη...αν έπρεπε να κάνουν μια απλή πρόσκληση στο τμήμα για να δοθούν πληροφορίες για τον θάνατο του Μπένυ ή να δράσουν με τρόπο γρήγορο,ωμό απόλυτο.....
Μάλλον η λύση ήταν μια κλασική,δυναμική,αστυνομική επιχείρηση...
Έπρεπε να πάει με μικρή συνοδεία στο εργοστάσιιο και να μπουκάρει στο γραφείο του Γιούργκεβιτς πριν εκείνος προετοιμάσει αντίδραση...
Οι αστυφύλακες έπρεπε να είναι ντυμένοι απλά για να μη δώσουν στόχο κι ο Τζέλικο να παρακάμψει γραμματείς και λοιπούς συνεργάτες του διευθυντή...ή...να τον περιμένει την ώρα που θα έφθανε στο εργοστάσιο...

Παρακολούθησαν με εκρίβεια τις κινήσεις του Γιούργκεβιτς όταν προσερχόταν στο εργοστάσιο...
Πάρκαρε πάντα στο ίδιο σημείο κι έπειτα, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή από το υπόγειο γκαράζ,έφτανε στο γραφείο τοπυ...
Το πάρκινγκ ήταν το καταλληλότερο σημείο προσαγωγής...
Εκεί δεν θα είχε δυνατότητες ιδιαίτερης αντίδρασης...

Πρωί Δευτέρας τον περίμεναν..
Οι αστυφύλακες ήταν καμουφλαρισμένοι πίσω από κολώνες και μέσα σε αυτοκίνητα ενώ ο Τζέλικο είχε παρκάρει κοντά στην αγαπημένη θέση του διευθυντή...
Δεν άργησε να φανεί η λευκή Κάντιλακ...
Πάρκαρε αργά κι ο διευθυντής έκανε να βγεί από την πόρτα...
Τότε βγήκε ο Τζέλικο και τον πρόλαβε...
''Κύριε Γιούργκεβιτς πρέπει να με ακολουθήσετε'' του είπε..
Ο διευθυντής ξαφνιάστηκε και το χέρι του έκανε κίνηση προς την τσέπη που είχε το όπλο του,όμως εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν πέντα άντρες με προτεταμένα περίστροφα να τον στοχεύουν...

''Έπρεπε να τον σκοτώσω...ήταν ένα τομάρι που είχε ζήσει αρκετά χρόνια κι είχε βασανίσει πολλούς φίλους μου κι εμένα...Είχαμε βρεθεί στην κόλαση της Τρεμπλίνκα χωρίς να έχουμε κάνει κάτι κι εκείνος χαιρόταν να μας ταλαιπωρεί και πολλές φορές να συμμετέχει σε εκτελέσεις...έπρεπε να το κάνω...το χρώσταγα στους νεκρούς της Τρεμπλίνκα'' ήταν τα λόγια του Γιούργκεβιτς...
Είχε έλαφρυντικά πρότερου έντιμου βίου,των βασανισμών στο στρατόπεδο και της ψυχικής οδύνης..
Ίσως ξεμπέρδευε με λίγα χρόνια φυλακή...
Έδειχνε αμετανόητος κι ίσως αναπαυμένος...
Ο Τζέλικο είχε τελειώσει με μια ακόμα υπόθεση...


ΝΙΚΟΣ  ΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ



********************
"Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ".
Ένα διήγημα του λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα (διευθυντή του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ), δημοσιευμένο στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ 2017 που κυκλοφορεί από τα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ με 34 νέους και παλαιότερους συνεργάτες που καλλιεργούν όλα τα είδη του λόγου και που θα σταλεί στις βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού.














*********************************

Ο λησμονημένος σήμερα Γιώργος Βουγιουκλάκης  (1903-1956), ήταν Έλληνας Αθηναίος λογοτέχνης και είχε θεωρηθεί στα χρόνια του μεσοπολέμου ως νεοτεριστής και τολμηρός συγγραφέας. Εργα του:
  • Το φιδίσιο βλέμμα
  • Η μαντάμ Εύα, εκδ. «Η μεγάλη τέχνη», Αθήνα 1946
  • Οι πουλητές
  • Ο ξένος

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ
Γράφει για τον Γιώργο Βουγιουκλάκη ο Πάτροκλος Σταύρου: «Στην ΕθνικήΒιβλιοθήκη υπάρχει δελτίο με τα έργα του: "Το φάντασμα της γυμνής γυναίκας" το 1930, "Το φιδίσιο βλέμμα" το 1931, "Ο ξένος" το 1936, "Η Μαντάμ Εύα" και "Οι πουλητές" το 1946 και "Η πράσινη οχιά" το 1962. Φιδίσια βλέμματα και γυμνά φαντάσματα και πράσινες οχιές. Για πράσινα άλογα δεν ξέρω αν έγραψε. 
Γράφει για τον Γιώργο Βουγιουκλάκη ο Τίμος Μαλάνος στο περιοδικό ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 1947, ΣΕΛ. 77:"Υπάρχει στην Αθήνα πεζγράφος με το όνομα Βουγιουκλάκης, που, εκ πρώτης΄οψεως δεν φαίνεται και τόσο υποσχετικό εαν μόνο συλλογιστούμε ότι εδώ και 30 χρόνια υπήρχε στιχοπλόκος με το ίδιο όνομα που γέμιζε τα εβδομαδιαία λαικά περιοδικά με στίχους. Κι όμως, του πεζογράφου κ. Βουγιουκλάκη, ένα μυθιστόρημα "Ο ΞΕΝΟΣ" πριν από τον πόλεμο είχε εκδοθεί από σπουδαίο Παρισινό εκδοτικό οίκο και τώρα τελευταία, δυο ογκοδέστατα μυθιστορήματα του κυκλοφορούν σε θαυμάσιες εκδόσεις στον κλεινον άστυ. Κι όμως η Αθηναική κριτική τα αγνοεί. Κανείς δεν τα αναφέρει. Μήοως πρόκειται περί λεπρού? Μήπως είναι ανάξια λόγου? Αλλά, τότε, πώς εκδίδονται από ξένον εκδοτικό οίκο? Αυτές μας τις απορίες, ωμή κάπως ειλικρίνεια, τις υποβάλλουμε στην αθηναική κριτική με την ελπίδα ότι θα μας δωθεί κάποτε μιαν απάντηση"

************************************************************

Ευχαριστούμε τη λογοτέχνη Μίκα Μαυρογιαννη για την αναφορά της στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ  και που φιλοξενεί τον επίλογο του βιβλίου της με κείμενο της Υπεύθυνης της Ηλεκτρονικής ύλης του Περιοδικού μας και Συνεργάτριας λογοτέχνη Βάλη Τσιρώνη στο νέο της βιβλίο  "Ερωτας και Θανατος" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Η Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Υλης του περιοδικου Βάλη Τσιρώνη, λέει για τη Μίκα Μαυρογιαννη: 

"Κατέφθασε σήμερα στα χέρια μου και το παρέλαβα με περισσή συγκίνηση και χαρά! Ο λόγος για το νέο βιβλίο της συγγραφέα Μίκα Μαυρογιάννη, "Ερωτας και Θανατος"που μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράψω τον επίλογο σε αυτό το βιβλίο της και να τον συμπεριλάβει στην έκδοση του, που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από τις εκδ. ΟΣΤΡΙΑ. Είχα την τιμή να γράψω τον πρόλογο, στο προηγούμενο βιβλίο της επίσης μετά από αίτημα δικό της και θα το ξαναπώ μου το ζήτησε με τόση πρόσηνεια και απλότητα που δεικνύει σαφέστατα την μεγαλοσύνη την ψυχική της.Την ευχαριστώ ολόθερμα για μια ακόμη φορά και για την αναφορά της σε εμένα και στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ του οποίου είμαι συνεργάτης και Υπεύθυνη της Ηλεκτρονικής ύλης του και που έχει φιλοξενήσει και τα κείμενα της Μίκα Μαυρογιάννη. Να είσαι πάντα καλά Μίκα, να έχεις εκλεκτές εμπνεύσεις και να θρασσομανάς πάντα κατά τα υψηλά και τα υπέροχα! Με κατασυγκίνησες!"




*************************************************

Μάριο Βάργκας Λιόσα (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010) και Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1982). Δύο κολλητοί φίλοι, που γνωρίστηκαν το 1967 και έγιναν θανάσιμοι εχθροί το 1975–1976 που ο Μάριο Βάργκας Λιόσα (ερασιτέχνης πυγμάχος) έριξε την επική μπουνιά του στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που διακομίστηκε στο νοσοκομείο, επειδή ο τελευταίος πείραξε τη γυναίκα του πρώτου, δημιουργώντας ερωτικό δεσμό μαζί της κατά τη διάρκεια της φιλίας τους εκείνη την εποχή. Επίσης ο Μάρκες είχε την ατυχ/η τύχη να δηλώσει ότι επειδή πήρε ο ίδιος το Νόμπελ το 1982, ο Λιόσα δεν είχε καμμιά τύχη και δεν επρόκειτο ποτέ να το πάρει αφού ο Μάρκες το πήρε εκ μέρους όλης της τότε γενιάς των λογοτεχνών λατινοφωνων. Ο Λιόσα ορκίστηκε τότε ότι θα το πάρει και ότι αυτό θα είναι η εκδίκησή του. Και έτσι έγινε, το 2010, με τον Μάρκες να μη βρισκεται εκεί να πρασινίσει από το κακό του! Η ιστορία αυτή ποτέ δεν ξεχάστηκε μεταξύ τους και ποτέ δεν τα βρήκαν ξανά οι δυο φίλοι όπως και η σχέση του Λιόσα με την τότε σύζυγό του ποτέ δεν έγινε όπως πρώτα. Στις φωτό Μάριο Βάργκας Λιόσα εναντίον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Το σκίτσο είναι από εφημερίδα της εποχής εκείνης και απεικονίζει το Λιόσα να δίνει την επική του μπουνιά στο Μάρκες.






*************************************************

"Ο Αχιλλεύς. " Δράμα ηρωικόν εις την αιολοδωρικήν διάλεκτον. Από τον συγκεντρωτικό τόμο: Αθανάσιος Χριστόπουλος. 1969. Άπαντα. Επιμέλεια Γιώργος Βαλέτας (ιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ) Αθήνα: "Φίλοι Βυζαντινών Μνημείων Καστοριάς". Αθήνα.

Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο «άλλος Ανακρέων» κατά τον Γεώργιο Σακελλάριο γεννήθηκε στην Καστοριά το Μάιο του 1772 και απεβίωσε στο Βουκουρέστι 19 Ιανουαρίου 1847. Ήταν νομικός, ανώτατος δικαστικός, θεατρικός συγγραφέας, λόγιος, ποιητής και Φιλικός. Για το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζεται «πρόδρομος» (μαζί με τον Ιωάννη Βηλαρά και τον Ρήγα Βελεστινλή) επειδή θεωρείται ότι, με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, άνοιξε νέους ποιητικούς δρόμους. Το επιστημονικό του έργο περιλαμβάνει πραγματείες σε θέματα γλωσσικά, πολιτικά, φιλοσοφικά και φυσικών επιστημών, πολλές από τις οποίες όμως δεν έχουν σωθεί. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Εμμανουήλ Ροΐδης κ.α. μίλησαν με πολύ επαινετικά λόγια για τη λυρική του προσφορά και το 1891 ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε στιχούργημα με τίτλο Αθανάσιος Χριστόπουλος.

Αθανάσιος Χριστόπουλος

Ο Αχιλλεύς


(αποσπάσματα)
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Ζευ θεέ κεραυνοφόρε, όπου πάντα κατοικείς.Εις τον άπειρον αιθέρα, και τον κόσμον διοικείς,Όπου σκέπεις κι εφορεύεις, την φιλίαν την πιστήν,Ιδέ τούτων μου φίλων, την αχάριστην ψυχήν,Η οποία την πολλήν σου, ατιμάζει ανοχήν!Πώς στην γην τούς υποφέρεις, να σ’ εμπαίζουν φανερά,Κι απ’ τα νέφη δεν αστράπτεις, να τους καύσεις φλογερά;Ιδέ πόσον αναισχύντως, και τους νόμους σου πατούν,Και τους φίλους και ευεργέτας, ως εχθρούς των απατούν.Αν εγώ μεν αμαρτάνω, παίδευσέ μ’ ευθύς σκληρά,Ειδεμή, την αδικίαν εκδικήσου αυστηρά.
Εσυνέβη της Ελένης, της καλής η αρπαγή,Η των τόσων συμφορών μας, πολυστένακτη πηγή.Κι ήλθε πρέσβης εις την Φθίαν, ο στομύλος Οδυσσεύς,Ο πολύτοπος εκείνος, της Ιθάκης βασιλεύς.Κι από μέρος του Ατρείδου, προσκαλεί τον ποθητόν,Και γενναίον μου πατέρα, κατά των Τρωαδιτών.Ο πατέρας μου δε όμως, ωσάν γέρος ασθενήςπαραιτήθη, καν και ήταν, φυσικά φιλογενής.(Κι όμως ήξευρε προστούτοις, και τα ήθη τα πλαστά,Και τους δόλους του κακίστου, Αγαμέμνονος σωστά.)Αλλ’ εγώ (και ας μην είχα, σπλάχνα τόσον φιλικά,Δι’ ανθρώπους κακοβούλους και κακούργους φυσικά.)Εγώ λέγω εις τους πόδας, του πατρός μ’ ελεεινώςΠίπτω μόνος, μεσιτεύω, κι ικετεύω ταπεινώς,Μη θελήσεις, είπα, πάτερ, την φιλίαν ν’ αρνηθείς,Του καλού σου τούτου φίλου μήπως και κατακριθείς·Δεν είν’ πρέπον ν’ αποβάλεις, έναν φίλον σου σκληρά,Όταν τύχει κι υποπέσει, εις την ανάγκην, και θερμώς μας βοηθεί.)Κι έπειτα ο Αγαμέμνων, μόνος δεν παρακαλεί,Αλλ’ αυτό το γένος όλον, των Ελλήνων προσκαλεί,Μη δεχθείς λοιπόν να δείξεις κι εις τον κόσμον να φανείς,Ότι είσαι μόνος πάντων, φανερά μισογενής.Αν το γήρας σ’ εμποδίζει, κι είναι αιτί’ αληθινή,Η δική μου ηλικία, είν’ ακμαία, κι ικανή.Όθεν μόνος αν δεν θέλεις, να πηγαίνεις δι’ αυτό,Στείλ’ εμένα να πηγαίνω, κι είναι όλον το αυτό.Τέλος πάντων κατεπείσθη, με κηρύττει αρχηγόν,Των ανδρείων Μυρμηδόνων, και της μάχης στρατηγόν,Και μετέπειτα κινούμεν, όλ’ οι Έλληνες κοινώς,Κι εδώ πλέον καταντούμεν, ευτυχώς κι υγιεινώς.Καθώς ήλθαμεν αμέσως, οι μεν άλλ’ εις τες σκηνές,Αναπαύονταν ησύχως, με παντοίες ηδονές.Εγώ δε με τους ανδρείους, στρατιώτας μου κοινώς,Έτρεχα κι επολεμούσα, πανταχού παντοτινώς.Δέκα μόνος πολιτείας, καταπόρθησα καλές,Και λαφύρων μυριάδες, αιχμαλώτευσα πολλές.Και αυτά τα λάφυρά μου, όλα πρόσφερα σωστά,Τον καλόν μας βασιλέα, ωσάν τίμιος πιστά.Αυτός όμως ως πανούργος, εκρατούσε τα πολλά,Και πολύτιμα κι, όσα τον εφαίνονταν καλά.Τα δε άλλα, όσα ήτον και αχρεία κι ευτελή,Με τα έδιδεν εμένα, ως τινά πολυτελή.Ή δεν ήταν τάχα πρέπον, να κρατήσω φανερά,Όσ’ απέκτησα με αίμα, και ιδρώτα θλιβερά;Εγώ δούλος του δεν ήμουν, πανταχού να προσπαθώΔι’ αυτόν εις τους πολέμους, παραλόγως να χαθώ.Πλην αλλά ευχαριστούμουν, μα την μόνην μου ψυχήν,Αντί τούτων των κινδύνων, με την νίκην μοναχήν.Τελευταίον δε συνέβη, και πορθώ πολεμικώς,Την μεγάλην πόλιν Θήβαν, των Κιλίκων ολικώς.Κι έτυχε προς τ’ άλλα σκύλα, δυστυχώς να πιασθεί,Εις την μάχην μας εκείνην, Βρυσηίς η θαυμαστή.Την οποίαν εκ συμφώνου, όλ’ οι Έλληνες κοινώς,Με την έδωσαν της νίκης, ως βραβείον ευμενώς.Την εδέχθην τέλος πάντων, την αγάπησα πολλά,Καθώς όλοι τα ωραία αγαπούν, και τα καλά.(Επειδ’ ήταν κατά πάντα, κι εις την γνώμην της σωστή,Κι εις τον νουν σωφρονεστάτη, κι εις τα κάλλη θαυμαστή.)Μετά ταύτα ήθλ’ ο Χρύσης, Ιερεύς ο σεβαστός,Κι ευλαβέστατος και λάτρης, του Απόλλωνος πιστός,Κι έφερε μυρία δώρα, με πολλήν χαράν ψυχής,Την αιχμάλωτήν του κόρην, να λυτρώσ’ ο δυστυχής.(Της οποίας και δεσπότης, ενταυτώ και εραστής,Ήταν λέγ’ ο Αγαμέμνων, ο κακός αυτός ληστής.)Ο οποίος παρρησία, με σκληρότητα πολλήν,Το κατύβρισεν εις όλην, των Ελλήνων την βουλήν.Και αφού εφέρθη τόσον, κατ’ αυτού υβριστικώς,Τον εδίωξεν υστάτως, απεδώ κακηνκακώς.Έπειτα δε ο Απόλλων, εθυμώθη καθ’ ημών,Και μας παίδευσε αμέσως, με τον πάνδεινον λοιμόν.Και λοιπόν ο Αγαμέμνων, εβιάσθη γενικώς,Και τον έστειλε την κόρην, εις την Χρύσαν στανικώς.Κι επειδή την υστερήθη, με επήρε ληστρικώς,Την δικήν μου Βρυσηίδα, αφού μ’ ύβρισε κακώς.Ιδέ χάρις, ιδέ φίλος, ιδέ γνώμη θαυμαστή,Ιδέ άδολη φιλία, κι ειλικρίνεια πιστή!Ποίον άγριον θηρίον, όταν ευεργετηθεί,Κατ’ αυτού του ευεργέτου, ημπορεί ν’ αγριωθεί;Των ανθρώπων πλην η φύσις, κι η κακί’ αληθινάΌλην την θηριωδίαν, των θηρίων απερνά.Τί βραδύνω; τί ματαίως; τί προσμένω να ιδώ;Και δεν φεύγω τελευταίον, συντομότερ’ απεδώ;Αχιλλεύ οπίσω στρέψε, και βασίλευε εκεί,Όπου όλον σου το γένος, ευδαιμόνως κατοικεί·Τί τους θέλεις του κινδύνους; τί πολέμους κυνηγείς;Ρίξε, πάτησε τες νίκες, και τον τύφον καταγής.Βασιλεύ: δεν είν’ εκείνος, όπου πάσχει και ποθεί,Με πολέμους αιματώδεις, εις την γην να υψωθεί.Αλλ’ εκείνος όπου, σώζει, κι ευχαρίστως κυβερνάΤο βασίλειόν του όλον, και ησύχως απερνά.Ο δε φίλος Αγαμέμνων, θα ελθεί ποτέ καιρός,Να γνωρίσει πόσον ήτον, και ευήθης και μωρός·Και θα κλαύσει, θα κτυπήσει, την κακήν του κεφαλήν,Την οποίαν η κακία την κατάστησε θολήν.Ούτ’ αυτά ποσώς τα τείχη; ούτ’ οι άλλοι ημπορούν,Να φανούν υπέρμαχοί του, καν κοντάρια φορούν.Τείχη τέτοια ο Έκτωρ, περιπαίζοντας τρυφά,Και ως παίγνια νηπίων, τα πατεί και τ’ αφηφά.Ένα μόνον αυτός τρέμει, και θαυμάζει κι επαινεί,Τους δε άλλους ως ανάνδρους, σωρηδόν καταφρονεί.
[...]
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
[...]Ο Αγαμέμνων, Αχιλλεύ, είν’ άνθρωπος κι εκείνος,Δεν είναι όμως παντελώς, απάνθρωπος και κτήνος.Και αν προχθές απ’ τον θυμόν, αθλίως εσκοτίσθη,Πλην δεν εμνησικάκησε· και τούτο εγνωρίσθη.Λοιπόν μη θέλεις να δειχθείς, κατώτερος εις τούτο,Ενώ εις τ’ άλλα φαίνεσαι, ανώτερος τοσούτο.Αυτός προστούτοις μάλιστα, αν επινεύσεις τώρα,Να σε προσφέρ’ υπόσχεται, λαμπρά μυρία δώρα.Και άκουσε, παρακαλώ, να σε τα ιστορήσω,Κι ένα προς έν’ λεπτομερώς, να τα επαριθμήσω.Επτά ωραίους τρίποδας, και λέβητας μεγάλουςΣε δίδει άλλους είκοσι, ωραιοτάτου κάλλους,Επτά χρυσίου τάλαντα, και δώδεκα ωραία,Και ευπρεπέστατ’ άλογα, μεγάλα, και γενναία.Επτά γυναίκες θαυμαστές απ’ τες Μιτυληναίες,Πολυμαθείς κεντήστριες, και νέες και ωραίες.Και επομένως εις αυτές, προσθέτει κορωνίδα.Και την δικήν σου, Αχιλλεύ, ωραίαν Βρυσηίδα.Αυτά σε δίδει τώρ’ ευθύς· αν όμως την ΤρωάδαΠορθήσομεν και στρέψομεν, οπίσω στην Ελλάδα,Από τες τρεις τες κόρες του, όποιαν και θελήσεις.Να σε την δώσ’ εις νύμφην σου, οπόταν την ζητήσεις.Να σε προσφέρει εν ταυτώ, και προίκα θαυμασίαν,Όσην τινάς δεν έδωκεν, εις κόρην του καμμίαν.Έτι προστούτοις και επτά, μεγάλες πολιτείες,Ωραίες και πολυπληθείς, και όλες παραλίες,Την Άνθειαν, την Αίπειαν, και Ιεράν, και Ενώπην.Την Καρδαμήλην, τες Φηρές, την Πήδασον κατόπιν.Τούτων δε όλων μάρτυρες, κι εγγυηταί ομοίως,Αν μας δεχθείς γινόμεθε, και τώρα κι αιωνίως.Λοιπόν, γενναίε Αχιλλεύ, ιλέως καταπείσου,Κι εκείνον και τους Έλληνας, λυπήσου κι ευσπλαγχνίσου.Κι εμείς ενώ καυχούμεθε, την μόνην σου Φιλίαν,Μη θέλεις να γυρίσομεν, με άπρακτην πρεσβείαν.
[...]
ΑΝΤΙΛΟΧΟΣ
Αχ! Φίλτατέ μου Αχιλλεύ, με ποίον στόμα λυπηρόν,Θ’ αποτολμήσω να σ’ ειπώ, το μήνυμά μου το σκληρόν.Ο Πάτροκλός μας νικητής, και τροπαιούχος φοβερός,Εις τους θριάμβους μεταξύ, εθανατώθη θλιβερώς.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Έμελλε πλέον;Τούτο το νέον;Εγώ να πάθω;Εγώ να μάθω;Αχ ειμαρμένη,Αγριωμένη.Πώς με αφήνεις;Πώς δεν με σβήνεις;Τον Πάτροκλόν μου;Τον φίλτατόν μου;Εγώ να φθάσω;Λοιπόν να χάσω;Δάκρυα πού είσθε,Και δεν κινείσθε,Από το βάθος,Εις τόσον πάθος;Άθλιον στήθος,Εις τόσον βύθος,Πώς ησυχάζεις,Και δεν στενάζεις;Ημέρα ποία,Πλέον αθλία.Άλλη εστάθη,Με τόσα πάθη;Ω Ηλιέ μου,Λαμπρέ θεέ μου.Το φως πώς χύνεις,Και δεν το σβήνεις;Ο χρησμός όλος,Αναμφιβόλως.Καθώς εδόθη,Καταπληρώθη.Ο Πάτροκλός μου,Απ’ του πατρός μου.Τ’ όνομα έχει,Πατρός μετέχει.Η εδική μου,Κακή οργή μου.Ήταν δική σου,Φίλε σφαγή σου.Εγώ, εγ’ όλος,Αναμφιβόλως.Και τελευταίον,Σ’ έσφαξα πλέον.Ο Αχιλλεύς σου,Είναι φονεύς σουΚαι η φιλία,Φθοράς αιτία.Διά εσένα,Ετοιμασμένα.Όλα τα βέλη,Ήταν στα τέλη.
[...]
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
[...]Καταρούμαι δε εκείνην, την ημέραν την σκληρήν,Όταν ήλθαμεν εις μάχην και εις έχθραν λυπηρήν.Και συνέβη του Πατρόκλου, η σφαγή κι η συμφορά,Και η άλλη των Ελλήνων, αθεράπευτη φθορά.Ω και πώς των βασιλέων, ένα αμάρτημα μικρόν,Επιφέρει εις τα πλήθη, τόσον όλεθρον πικρόν!Αχ! θυμέ ανθρωποβόρε, εις τί άτοπα σκληρά,Αναγκάζεις του ανθρώπους, και τους ρίπτεις λυπηρά;Πώς δεν είναι τάχα τρόπος, απ’ τον κόσμον να σβησθεί,Το πικρόν αυτό το πάθος, και κακώς ν’ αφανισθεί;Ή τουλάχιστον να λείψει καν από τους βασιλείς,Να μη σφάλομεν ποτέ μας, ως χυδαίοι κι ευτελείς;Καθώς είμεσθεν εν γένει, εις τα άλλα υψηλοί,Να μην είμεσθε κι εις τούτο, ταπεινοί και χαμηλοί.Πόσον άθλιον να είναι, βασιλεύς τινάς ομού,Και υπήκοος διόλου, του αλόγου του θυμού,Να ορίζει τόσα πλήθη, τόσον κόσμον, τόσην γην,Κι υποκείμενος να είναι, εις ακράτητην οργήν,Δεν είν’ πρέπον καθώς είναι, και λαμπρός και σοβαρός,Να ’ναι άθυμος και πράος, και ευμενής και ιλαρός.Να μη θέλει ουδ’ ευλόγως, να θυμώνει παντελώς,Πόσον μάλλον παραλόγως, και αθλίως και ευτελώς.Άθλι’ άνθρωπ’ οι οποίοι, αβασίλευτοι κοινώς,Παντελώς δεν ημπορείτε, να συζείτ’ ανθρωπίνως!Βασιλείς δυστυχισμένοι, οι οποίοι γενικώς,Ωσάν άνθρωποι στα πάθη, δούλοι είσθε φυσικώς!Ή οι άνθρωποι να είχαν φύσιν πλέον θεϊκήν,Κι αβασίλευτοι να ζήσουν, με ζωήν ειρηνικήν.Ή οι βασιλείς να ήταν, αναμάρτητοι θεοί,Να μη πάσχουν δι’ εκείνους οι υπήκοοι λαοί.Πλην ούτ’ ένα ούτε άλλο, είναι τρόπος να γενεί,Και αύτ’ είν’ επιθυμία, όπου πλάττομεν, κενή.Οι θεοί την φύσιν όλην, των ανθρώπων φθονερά,Καταδίκασαν στα πάθη, να δουλεύει θλιβερά.Τέτοια ήσαν τέτοια είναι, και θα είναι φυσικά,Όλη πλέον βυθισμένη, αιωνίως στα κακά.
[...]
ΝΕΣΤΩΡ
Τούτο μάλιστα συμφέρει, να σας πως ειλικρινώς,Κι εις εσάς απλώς τους δύο, κι εις τους Έλληνας κοινώς.Όταν είμασθ’ ενωμένοι, κι η Ελλάς ευδοκιμεί,Και καμία δεν την βλάπτει, εχθρική επιδρομή.Όταν δε διαιρημένοι, τότε πλέον και αυτή,Είν’ αδύνατη, και τότε ο καθένας την πατεί.[...]



***************************

Τί έπραξαν οι ποιητές μας το 1940: Ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν στο μέτωπο το ' 40. Ο Άγγεlος Σικελιανόw το ίδιο.Ο Γιώργος Κατσίμπαλης επίσης. Ο Γιώργος Σεφέρης, όμως, με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα το 1941, παντρεύεται εσπευσμένα και άρον άρον τη Μάρω και το ζεύγος ακολουθεί την Ελληνική Κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Γυρίζει στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 1944 μετα την απελευθέρωση και διορίζεται κατευθείαν διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκοπου Δαμασκηνού. 
(Για το πού ήταν ο Σεφέρης του 1940, πηγή "Αγαπητέ μου Γιώργο..." εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 2ος τόμος, σελ. 21-22)

Υ.Γ. Στη φωτό αυτόγραφο του Γιώργου Σεφέρη. Γιώργος Σεφέρης προς τον Enzo Crea, 11 Φεβρ. 1970.




***************************************


Χειρόγραφο μπιλιέτο του Α.Νόμπελ που καθιέρωσε τα ομώνυμα βραβεία προς τον Βίκτωρ Ουγκό 







********************************************

Στη μελέτη του "ΜΑΚΑΡΙΑ" που δημοσιευτηκε το 1989, ο Τάκης Χατζηαναγνώστου κάνει ευρεία αναφορά στον ιδρυτή του περιοδικού μας ΓΙΩΡΓΟ ΒΑΛΕΤΑ, "ενος μεγάλου δασκάλου, ένας απ' τους πιο δυναμι κούς και τους πιο ακατάβλητους. αναδιφητές της ιστορίας και των πηγών της νεοελληνικής λογοτεχνί- ας, που ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να χτίζει το πολύτιμο για το έθνος έργο του, στοιβάζοντας τό- μους επί τόμων έρευνας και μελέτης. " όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και στον γιο του, το λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα και σημερινό διευθυντή του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, "πεζογράφος από τους πιο αξιόλογους της νεώτερης γενιάς" καθώς αναφέρει που λίγο πιο πάνω από την ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ στη Λέσβο, κατάγονται.



Τάκης Χατζηαναγνώστου 

Βιογραφικά ————— -Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1923 -Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και χρημάτισε ανώτατο διευθυντικό στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας. -Ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με τα γράμματα και συνεργάστηκε πυκνά, με άρθρα, μελέτες, κι άλλες πρωτότυπες λογοτεχνικές εργασίες σ' εφημερίδες και περιοδικά. -Έχει εκδώσει ως τώρα τ' ακόλουθα βιβλία: "ΤΟΜΕΣ", ποιήματα, 1951 "ΚΑΜΠΑΝΕΣ", διηγήματα, 1954 "ΖΩΗ", μυθιστόρημα, 1956 "ΦΥΓΗ", διηγήματα, 1958 "ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ", αφήγημα, 1961 "ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΥΛΙ", διηγήματα, 1963 "ΙΤΕ ΠΑΙΔΕΣ", μυθιστόρημα για παιδιά, 1966 "ΙΕΡΗ ΓΗ", νουβέλες για παιδιά, 1968 "ΕΡΗΜΟΣ", μυθιστόρημα, 1970 "Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ" μυθιστόρημα για νέους 1974 "ΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΕΛΕΕΙΝΗΣ ΜΟΡΦΗΣ", μυθιστόρημα, 1975 "ΑΤΟΜΟ", διηγήματα, 1978 "ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΟΣ", διηγήματα, 1982 "Η ΛΑΜΨΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ", μυθιστόρημα, 1983 "ΤΖΟΥΦΛΟΥΣ", αφήγημα, 1983 "ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ" μυθιστόρημα, 1989 -Εκτός απ’ τα παραπάνω εξέδωσε τις μεταφράσεις "Η ΑΡΑΧΝΗ", μυθιστόρημα του Ανρύ Τρουαγιά, 1970 "ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ", δοκίμιο, του Ντενύ ντε Ρουζεμόν, 1972 -Ασχολήθηκε με το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αντίστοιχα έργα του παίχτη- καν η δημοσιεύτηκαν, μεταδόθηκαν απ' το ραδιόφωνο κι απ' τη μικρή οθόνη, ή γυρίστηκαν σε ταινίες. Δικές του διασκευές ειναι η "Γαλήνη", "Οι Πανθέοι", "Η τελευταία νύχτα της γης", κι η "Μαρία Πόρνη". Επίσης δικό του έργα είναι "Η λάμψη των άστρων", η "Θύελλα", και το "Φθινοπωρινό κοντσέρτο", που προβλήθηκαν απ' τα ελληνικά κανάλια. -Αποσπάσματα από μυθιστορήματα του και διηγήματα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες του κόσμου και περιελήφτηκαν σε διεθνείς ανθολογίες: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ρουμανικά, ουγ- γρικά, κινέζικα, κλπ. -Διεύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό "Λόγος" της Μυτιλήνης (1953-1955), και "Συνεργασία" της Εθν. Τράπεζας (1974). -Τιμήθηκε επανειλημμένα με βραβεία, όπως: Το Βραβείο Ουράνη, της Ομάδας των Δώδεκα, για το μυθιστόρημα του "Ζωή". Το Βραβείο Κολλάρου, της Γυν. Λογοτεχνικής Συντροφιάς, για το μυθιστόρημα του "Ιτε παίδες". Το Βραβείο της Ετ. Μάκ. Σπουδών, για τις νουβέλλες του "Ιερή γη". Το Βραβείο της Unifrance Film, για το σενάριο του "Το μεγάλο ταξίδι". Το Κρατικό Βραβείο Mυθιστορήματος, για το βιβλίο του "Ένας πολίτης ελεεινής μορφής". Το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, για τα διηγήματα του "Ατομο". Το Βραβείο της εφημ. "Καθημερινή", για το διήγημα του "Φυγή", που αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στο Β' παγκόσμιο διαγωνισμό διηγήματος. Οργάνωση της "Herald Tribun of New York.





*************************************


Ένα κείμενο του Μήτσου Ν. Τσιάμη (συμβολαιογράφου-λογοτέχνη) από το βιβλίο του "Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ", ΑΘΗΝΑ 1978, δημοδιευμένο στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΔΑ

ΑΠΡΙΛΗΣ-ΙΟΥΝΗΣ 2015


Ο ΜΗΤΣΟΣ Ν. ΤΣΙΑΜΗΣ Μεγάλωσε στη Μήθυμνα Λέσβου, όπου τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες.Επάγγελμα Συμβολαιογράφος. Μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» και της «Ένωσης Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού». Ίδρυσε με τον Γιώργο Βαλέτα τη «Φιλολ. Στέγη Εφταλιώτη». Γράφει και δημοσιεύει από το 1938.Τα εκδοθέντα μέχρι σήμερα δημοσιεύματά του ανέρχονται σε ΠΆΝΩ ΑΠΌ 54 μεταξύ των οποίων: «Νυχτερινά Υστερόγραφα», «Το Φως Χαμογελούσε στη Μαργαρίτα», «Η Τελευταία Πανσέληνος», «Η Αλήθεια της Μοναξιάς», «Ιδιόγραφος Λόγος», «Λόγιον Μνημοσύνης», «Δοκίμιον Σιωπής», «Επιμύθιον Νότου» κ.λ.π. (ποίηση) «Μορφές του Αιγαίου», «Η Ποίηση και η Εποχή μας», «Συντομογραφίες» Ι και II «Τουρισμός και Παράδοση», «Αναφορές σε Λέσβιους Συγγραφείς», «Η Τέχνη του Κώστα Χατζόπουλου», «Μορφές του Αιγαίου ΙΙ κ.ά. (μελέτες-δοκίμια).Ποιήματα, μελέτες και άρθρα του, έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες (π.χ. «Νεοελληνικά Γράμματα», «Νέα Εστία», «Ελληνική Δημιουργία», «Νέα Σκέψη», «Αιολικά γράμματα», «Τα Ψαρά», «Φιλολ. Βραδυνή», «Αιολικά Φύλλα» κ.λ.π.Για το έργο του, έχουν γράψει και ασχοληθεί κατά καιρούς, έγκριτοι κριτικοί και έχει γίνει μνεία, στην «Επίτομη Ιστορία της Νεοελ. Λογοτεχνίας» (Γ. Βαλέτας), στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Εκδ. Σόκολη), στη «Γραμματολογική και Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια» (Εκδ. Αφοί Παγουλάτου), στη «Διαρκή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» κ.ά.Ποιήματά του, έχουν συμπεριληφθεί, σε διάφορες ανθολογίες.
ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΤΟΥ Μ. Ν. ΤΣΙΑΜΗ
«Ξεκίνημα», 1938, ποιήματα.
«Σιωπηλά Μιλήματα», 1943, ποιήματα.
«Σπονδή», 1945, ποιήματα.
«Νυχτερινά υστερόγραφα», 1947, ποιήματα.
«Το φως χαμογελούσε στην Μαργαρίτα», 1954, ποιήματα.
«Η Τελευταία Πανσέληνος», 1961, ποιήματα.
«Η Αλήθεια της Μοναξιάς», 1964, ποιήματα.
«Στο Περιθώριο μιας Απουσίας», 1971, ποιήματα.
«Η Λέσβος στο έργο του Μυριβήλη», (ανάτυπο), 1971, μελέτη.
«Φώτης Κόντογλου», 1973, μελέτη.
«Μορφές του Αιγαίου», 1973, Δοκίμια.
«Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη», 1974, ποιήματα.
«Μνήμη Κώστα Βάρναλη», 1975, ποιήματα.
«12 Τραγούδια της σιωπής», 1975, ποιήματα.
«Μήθυμνα - Σύντομη ιστοριογραφία», 1975, ιστορικό.
«Εφταλού» (ανάτυπο), 1976, άρθρο.
«Μοιρολόγι», 1976, ποιήμα.
«Η Ποίηση και η εποχή μας», 1978, δοκίμια.
«Συντομογραφίες Ι», 1981, δοκίμια.
«Συντομογραφίες II», 1982, δοκίμια.
«Ιδιόγραφος Λόγος», 1984, ποιήματα.
«Καύχημα νέον», 1987, ποιήματα.
«Τουρισμός και Παράδοση», 1988, μελέτες.
«Η Κοινωνική ανάπτυξη του Μολύβου και ο Μιχ. Γούτος», 1989, χρονικό.
«Αναφορές σε Λέσβιους συγγραφείς», 1990, κριτικά άρθρα.
«Μορφές του Αιγαίου II», 1991, δοκίμια.
«Η Τέχνη του Κώστα Χατζόπουλου», 1991, μελέτη.
«Λόγιον Μνημοσύνης», 1993, ποίηση.
«Δοκίμιον Σιωπής», 1994, ποίηση.
«Επιμύθιον νόστου», 1995, ποίηση.
«Μορφές του Αιγαίου III», 1998, μελέτες.
«Παραλειπόμενα», 1999, κριτικά άρθρα.
«Η δοκιμασία της ποίησης», 2005, ποίηση
«23 τετράστιχα», 2000, ποίηση.
«Μυθοπλασία», 2001, ποίηση.
«Αναφορές σε Λέσβιους συγγραφείς (2000-2004), 2004 κριτικά άρθρα.
«O Τουρισμός και η Μήθυμνα», 2004.
«Η ποίηση χωρίς τίτλο», 2004, ποίηση.
«Σκιαγράφημα αφηγηματικής πεζογραφίας», 2005
«Λαϊκά επιτύμβια», 2006, δίστιχα
«Ρωμανός ο Μελωδός», 2006, μελέτη
"Εξομολογήσεις γύρω στην Τέχνη", 2007







****************************

Ένα κείμενο του λογοτέχνη Δημήτρη Ι. Καραμβάλη, με τίτλο " ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ" δημοσιευμένο στο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί Ιούλης-Αύγουστος 2017, τ.286, σελ.21-23






*****************************************


Ένα δοκίμιο - μελέτη της Μυρσίνης Σ. Αναγνώστου, με τίτλο "Η ΛΕΣΒΟΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ"


ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Μυρσίνη Σ. Ἀναγνώστου
Ὀνομάζεται Μυρσίνη Ἀναγνώστου. Γεννήθηκε στὴ Λέσβο. Ὅσον ἀφορᾶ στὶς σπουδές της, ἀποφοίτησε τὸ 2006 ἀπὸ τὸ τμῆμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικῆς-Ψυχολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Κατὰ τὰ ἔτη 2006 – 2009 πραγματοποίησε τὶς μεταπτυχιακές της σπουδὲς τοῦ Α΄ κύκλου στὸν τομέα τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπὸ ὅπου ἀποφοίτησε μὲ τὸν βαθμὸ «Ἄριστα». Τὸ 2013 ὑποστήριξε τὴ διδακτορική της διατριβὴ μὲ θέμα: Νικηφόρος Χρυσοβέργης: Βίος καὶ ἔργο (μέσα 12ου-ἀρχὲς 13ου αἰ.), ἡ ὁποία βαθμολογήθηκε μὲ τὸν βαθμὸ «Ἄριστα». Ἀπὸ τὸ 2008 μέχρι καὶ σήμερα ἐργάζεται σὲ διάφορα ἐρευνητικὰ προγράμματα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 2009 ἐργάζεται καὶ ὡς ἐπιμελήτρια ἔκδοσης στοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους «Π. Κυριακίδης» καὶ «Ἁρμός». Σήμερα διδάσκει ὡς πανεπιστημιακὴ ὑπότροφος στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸ μάθημα τῆς «Ἁγιολογίας» τοῦ Τομέα Βυζαντινῆς Φιλολογίας καὶ Λαογραφίας. Ἔχει ἐξειδικευθεῖ στὴν κωδικολογία-παλαιογραφία-παπυρολογία καὶ ἔχει συμμετάσχει σὲ πολλὰ σεμινάρια σὲ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενο. Ἐπίσης, ἔχει συμμετάσχει σὲ συνέδρια ἀνάλογα τῆς εἰδικότητός της. Γνωρίζει ἀγγλικά, γερμανικὰ καὶ ἰταλικά. Μέχρι σήμερα ἔχουν δημοσιευθεῖ οἱ ἐξῆς μελέτες της: 1) Μανουὴλ Κορινθίου τοῦ μεγάλου ρήτορος, Λόγος στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴ Ζωοδόχο Πηγή,Βυζαντιακὰ 30 (2012-2013), 365-380, 2) Μανουὴλ τοῦ μεγάλου ρήτορος, Λόγος στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, στό:Πρακτικὰ 6ης συνάντησης ἐργασίας μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν τοῦ τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν 13-15 Μαΐου 2011, Ἀθήνα 2012, 9-16, 3) Ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ τοῦ Σίμωνος τοῦ Κωνσταντινουπολίτου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν MΓ΄ (2012), 55-71, 4) Ἰωάννου Μαυρόποδος, Ἀνέκδοτος παρακλητικὸς κανὼν στὸν ταξίαρχο Μιχαήλ,Παρνασσὸς ΝΒ΄ (2010), 173-190 καὶ 5) Ἰωάννης Ἐλεήμων ὁ Νέος: Ἕνας νεοφανὴς ἅγιος, στό: Πρακτικὰ 5ης συνάντησης ἐργασίας μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν τοῦ τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, 29-31 Μαΐου 2009, Ἀθήνα 2010, 9-15.



H ΛΕΣΒΟΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ


ποσπασμένο π τν πέναντι μικρασιατικ κτ μετὰἀπὸ μία σειρὰ μακρῶν φαιστειακν κρήξεων και σεισμογεννδαφολογικν νακατατάξεωντ νησὶ τῆς Λέσβουμὲ τὶς πόλειςτου κα τοὺς κατοίκους του δν ταν δυνατν ν μσυμπεριληφθον στ πάνθεον τς λληνικς μυθολογίας.[1]

            Σύμφωνα μὲ τὴ μυθικὴ παράδοση ἡ Λέσβος κατοικήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τοὺς Πελασγοὺς καὶ τὸ ὄνομά της τὸ πῆρε ἀπὸ τὸν Λέσβο, ποὺ ἔφθασε στὸ νησὶ μαζὶ μὲ Λαπίθες ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.[2] Ὁ Ὅμηρος ὡστόσο στὴν Ω ραψωδία τῆς Ἰλιάδας τὸ ἀποκαλεῖΜάκαρος ἔδος, δηλαδὴ βασίλειο τοῦ Μάκαρα[3]. Ἡ ὀνομασία αὐτὴ φαίνεται ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν μυθικὸ βασιλιὰ Μάκαρα, γιὸ τοῦ Ἥλιου καὶ τῆς Ρόδου, ὁ ὁποῖος ὅταν ἔφθασε στὴ Λέσβο, ἔγινε δεκτὸς ὡς συνετὸς καὶ πεφωτισμένος ἡγέτης.[4] Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του οἰκοδομήθηκαν πέντε πόλεις ποὺ ἔφεραν τὰ ὄνόματα τῶν θυγατέρων του ἡ Μυτιλήνη, ἡ Ἴσσα, ἡ Ἄντισσα, ἡ Μήθυμνα καὶ ἡ Ἄβρυση  καὶ ἡ Ἐρεσσὸς ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ γιοῦ του.[5] Τὸ νησὶ ἔφερε καὶ ἄλλα πολλὰ προἱστορικὰ ὀνόματα ὅπως Ἰμερτὴ (λαχταριστή), Λάσσια (μὲ πυκνὰ δάση), Αἰγερία (τὸ μέρος τῶν ἡλιοκαμένων ἂνθρώπων) καὶ Αἰθιοπία (ξεραμένο ἀπὸ τὸν ἥλιο νησί).[6] Ὡστόσο, ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὀνομασίαΜάκαρος ἔδος, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ὅμηρο, ἀποδίδεται συχνὰ στὸ νησὶ ὅπως λόγου χάρη στὸ Περὶ φυγῆς τοῦ Πλουτάρχου[7], στὸν λόγο Περὶ ἀπιστίας τοῦ Δίωνος τοῦ Χρυσοστόμου[8] κ.λπ.

            Ἱδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ προσπάθεια τῶν Χαρίση καὶ Ντυρὰν νὰ ταυτίσουν καὶ νὰ ἐντοπίσουν τὴ σημερινὴ τοποθεσία, στὴν ὁποία ἐνδεχομένως βρισκόταν ἡ ἀρχαία λεσβιακὴ πόλη, Ἀγαμήδη[9]. Στὸ πλαίσιο τῆς ἔρευνάς τους ἀναφέρονται σὲ μίακρήνη ὀμώνυμη τῆς πόλεωςΣύμφωνα μὲ τὸν Νικόλαο Δαμασκηνὸ ἡ Ἀγαμήδη τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα φέρει ἡ κρήνη ἦταν κόρη τῆς Πύρρας καὶ τοῦ Λαπίθα Λέσβου ποὺ ἔδωσε τὸ ὄνομά του στὸ νησί. Ὡστόσο, κατὰ τοὺς μελετητές, ἡ κρήνη θὰ μποροῦσε νὰ ἀντλεῖ τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν ἡρωίδα τοῦ Ὁμήρου, Ἀγαμήδη ἀπὸ τὴν Ἐφύρα τῆς Ἡλείας, ποὺ ἦταν κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῶν Ἐπειῶν, Αὐγεία, καὶ χήρα τοῦ σκοτωμένου ἀπὸ τὸν Νέστορα, Μούλιου[10]. Ἡ Ἀγαμήδη ἦταν περίφημη γιὰ τὶς βοτανολογικές της γνώσεις, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὸν ἐπικὸ ποιητὴ γνώριζε ὅλα τὰ θεραπευτικὰ βότανα τῆς γῆς:γαμβρὸς δ’ ἦν Αὐγείαο, πρεσβυτάτην δὲ θύγατρ’ εἶχε ξανθὴν Ἀγαμήδην, ἣ τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει εὐρεία χθών[11]. Ἂν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ ὀνοματοδοσία μιᾶς κρήνης στὴν ἀρχαιότητα ἦταν πολὺ συνηθισμένο φαινόμενο καὶ συνέβαινε εἴτε λόγω τῆς θέσης τῆς κρήνης κοντὰ σὲ μία πόλη, ἱερό, ἱστορικὸ μέρος ἢ πολυσύχναστο πέρασμα εἴτε γιὰ νὰ ἀποδοθοῦν ἰαματικὲς ἰδιότητες στὸ νερό της[12], τότε ἀποδεχόμενοι τὴν πιθανὴ ἰαματικὴ ἰδιότητα τοῦ νεροῦ τῆς πηγῆς δὲν ἀποκλείεται τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀντλεῖ τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν ὁμηρικὴ Ἀγαμήδη, ἡ ὁποία φέρεται ὡς γνώστρια τῶν ἰαματικῶν ἰδιοτήτων ὅλων τῶν βοτάνων.

            Μία ξεχωριστὴ πληροφορία ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν[13] σχετίζεται μὲ τὴ λεσβιακὴ καταγωγὴ γυναικῶν ποὺ ἐμπλέκονται στὴ ζωὴ τῶν ὁμηρικῶν ἡρώων.

Ὅταν ἡ συνέλευση τῶν πολιορκητῶν στὸν Τρωικὸ Πόλεμο ὑποχρέωσε τὸν Ἀγαμέμνονα νὰ ἐπιστρέψει τὴ σκλάβα του Χρυσηίδα στὸν πατέρα της, ἐκεῖνος ζήτησε ὡς ἀντάλλαγμα τὴ Βρισηίδα, τὴν ὁποία καὶ πῆρε ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα. Αὐτή του ἡ πράξη προκάλεσε τὴ δίκαιη ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα, τὴν «μήνιν» ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ θέμα τῆς Ἰλιάδας, ὅπως δηλώνουν καὶ οἰ δύο πρῶτοι στίχοι τοῦ ἔπους: Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος οὐλομένην, ἢ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε[14]Ἡ ἀποχὴ τοῦ Ἀχιλλέα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὑποχώρηση τῶν Ἑλλήνων στὴ μάχη καὶ τὸν θάνατο τοῦ φίλου του, Πατρόκλου. Ἔτσι, ὁ Ἀγαμέμνονας θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ ἐπιστρέψει τὴ Βρισηίδα στὸν Ἀχιλλέα. Στὸ πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ ἐπεισοδίου ὁ Ὅμηρος ἀναφέρεται στὴν ὀμορφιὰ τῶν λέσβιων γυναικῶν. Ἔτσι,  στὴν Ι Ραψωδία ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα, προσπαθώντας νὰ ἐξευμενίσει τὸν ὀργισμένο Ἀχιλλέα, τοῦ προσφέρει ἐπτὰ γυναῖκες καταγόμενες ἀπὸ τὴ Λέσβο, οἱ ὁποῖες κατὰ τὸν ποιητὴ διακρίνονταν γιὰ τὰ λαμπρά τους ἔργα καὶ ξεπερνοῦσαν σὲ ὀμορφιὰ ὁλόκληρο τὸ γυναικεῖο εἶδος: δώσω δ’ ἑπτὰ γυναῖκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας Λεσβίδας, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς ἐξελόμην, αἳ κάλλει ἐνίκων φῦλα γυναικῶν[15]. Κατὰ τὸν Εὐστάθιο Θεσσαλονίκης, βυζαντινὸ λόγιο καὶ σχολιαστὴ τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν, σχετικῶς μὲ τὸν στίχο ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας ὑπάρχει καὶ δεύτερη γραφή, δηλαδὴ ἀμύμονας, ἔργ’ εἰδυίας[16] ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὲς οἱ γυναῖκες διακρίνονταν γιὰ τὴν ἐργατικότητά τους.

Ἄλλη μία γυναικεία μορφὴ ποὺ ἐμφανίζεται στὴ ζωὴ τοῦ Πηλίδη εἶναι ἡ Διομήδη. Ὅταν ὁ Ἀγαμέμνονας πήρε τὴ Βρισηίδα ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα, ἐκεῖνος ἔκλεψε τὴν λεσβιακῆς καταγωγῆς Διομήδη καὶ κόρη τοῦ Φόρβαντα, τὴν ὁποία ὁ Ὅμηρος παρουσιάζει ὡς αἰχμάλωτη καὶ ἐρωμένη τοῦ Ἀχιλλέα στὴν Ι Ραψωδία[17]. Ἡ Διομήδη ἀπεικονίζεται συχνὰ σὲ ἀττικὰ ἀγγεία, ἐνῶ στὸ ὄστρακο τοῦ Εὐφρόνιου, ποὺ βρίσκεται στὸ Βερολίνο, εἰκονίζεται νὰ περιποιεῖται τὸν ὁμηρικὸ ἥρωα. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, σχολιάζοντας τὴν ἀρπαγὴ τῆς  Διομήδης, φέρει στὸν νοῦ τὸ αἴνιγμα ποὺ ἀποθησαυρίζεται στὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Διομήδη παρουσιάζεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀχιλλέα: Λέει χαρακτηριστικά: Ὅτι ἀφαιρεθεὶς τῆς Βρισηΐδος ὁ Ἀχιλλεὺς τῇ Λεσβίᾳ ἐχρᾶτο Διομήδῃ. Φησὶ γὰρ «τῷ δ’ ἄρα παρκατέλεκτο γυνή, τὴν Λεσβόθεν ἦγε, Φόρβαντος θυγάτηρ, Διομήδη καλλιπάρῃος». ἐφ’ ᾗ καὶ αἴνιγμα σύγκειται οὕτω πως ἔχον εἰς νοῦν, ὅτι τὸν Ἕκτορα Διομήδης ἔκτανεν ἀνήρ, ὅ ἐστιν Ἀχιλλεύς, ὁ τῆς Διομήδης ἀνήρ[18]. Ἡ Διομήδη λοιπόν παρουσιάζεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀχιλλέα καὶ ὄχι ὡς ἁπλὴ ἐρωμένη. Καὶ ἡ Διομήδη πρέπει νὰ ξεχώριζε γιὰ τὴν ὀμορφιά της, γι’ αὐτὸ ὁ Ὅμηρος τὴν ἀποκαλεῖ καλλιπάρῃον (Ἰλιὰς 9,665). Πρόκειται γιὰ ἕνα κοσμητικὸ ἐπίθετο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ὅμηρος χαρακτηρίζει ἐλάχιστες ἀπὸ τὶς ἡρωΐδες του (π.χ. τὴν ὡραία Ἑλένη, τὴ Θεανῶ, τὴ Μελανθῶ, τὴν Θέμιδα κ.ἄ.[19]) γεγονὸς ἴσως ἀρκετὰ τιμητικὸ γιὰ τὶς λέσβιες γυναῖκες, τὸ νὰ συγκρίνεται δηλαδὴ ἡ ὀμορφιά τους μὲ ἐκεῖνη τῆς ὡραίας Ἐλένης[20] ἢ μιᾶς θεᾶς, τῆς Λητοῦς[21]. Στὴν ὀμορφιὰ τῆς Διομήδης ἀναφέρεται καὶ κατὰ τοὺς πρώιμους Βυζαντινοὺς χρόνους, ὁ χρονογράφος Ἰωάννης Μαλάλας, περιγράφοντάς την ὡς κόρη λευκή, στρογγυλοπρόσωπη, γαλανομάτα, όμορφη καὶ καστανὴ[22] χωρὶς ὡστόσο νὰ γνωρίζουμε ἀπὸ ποὺ ἀντλεῖ αὐτὴ τὴν περιγραφή.

Καθοριστικὴ γιὰ τὴ δράση τοῦ Ἀχιλλέα στὸ νησὶ τῆς Λέσβου φαίνεται ὅτι ἦταν καὶ ἡ παρουσία μιᾶς ἄλλης λέσβιας γυναίκας, τῆς Πεισιδίκης. Σύμφωνα μὲ τὸν ποιητὴ Παρθένιο ὁ Ἀχιλλέας κατάφερε νὰ παραβιάσει τὰ ἰσχυρὰ τείχη τῆς Μήθυμνας ἐκμεταλλευόμενος τὸν ἔρωτα τῆς κόρης τοῦ βασιλιᾶ Πεισιδίκης. Ἡ ἐρωτευμένη Πεισιδίκη τὸν βοήθησε νὰ πορθήσει τὴν πατρίδα της μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ψεύτικη ὑπόσχεσή του νὰ τὴν νυμφευθεῖ  καὶ πλήρωσε μὲ τὴ ζωή της αὐτὴ τὴν προδοσία, ἀφοῦ μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Μήθυμνας ὁ Ἀχιλλέας διέταξε νὰ τὴν λιθοβολίσουν[23]. Αὐτὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Παρθενίου ἀπαντᾶται μόνο στὸν Ἀπολλώνιο Ρόδιο[24].  Ὁ Ὅμηρος δὲν ἀναφέρει πουθενὰ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἴσως ἐπειδὴ δὲν θὰ ἐξυπηρετοῦσε σὲ κάτι τὸν σκοπὸ τοῦ ἔργου του καὶ πιθανῶς διότι δὲν θὰ ἦταν ἰδιαιτέρως τιμητικὸ γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸν χαρακτήρα τοῦ ἠμίθεου Ἀχιλλέα.

Τὴ σκόπιμη ἀποσιώπηση ἑνὸς ἄλλου περιστατικοῦ, ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ ἔθιγε προφανῶς τὸν βασικὸ ἥρωα τῆς Ὀδύσσειας μαρτυροῦν γιὰ πρώτη φορὰ τὰ Κύπρια ἔπη.[25] Συγκεκριμένα πρόκειται γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ Παλαμήδη.[26] Ὁ Παλαμήδης ὑπῆρξε γιὸς τοῦ Ναυπλίου καὶ τῆς Ἠσιόνης ἢ Φιλύρας ἢ Κλυμένης.[27] Ἦταν ἐφευρέτης, συγγραφέας καὶ ἥρωας τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ τὸν διέκρινε ὡς ἄνθρωπο ἦταν ἡ εὐγένεια καὶ ἡ σοφία του. Προξένησε τὸν φθόνο τοῦ Ὀδυσσέα, διότι ἀπεκάλυψε, ὅταν μετέβη στὴν Ἰθάκη, τὸ πονηρὸ τέχνασμα τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ νὰ μὴν συμμετάσχει στὸν Τρωϊκὸ Πόλεμο. Στὴ συνέχεια σύμφωνα μὲ τὰ Κύπρια ἔπη ὁ Ὀδυσσέας συνεργαζόμενος μὲ τὸν Διομήδη ἔπνιξε τὸν Παλαμήδη ἐνῶ ψάρευαν. Ὡστόσο ὁ Ἀπολλόδωρος δίνει διαφορετικὸ τέλος, καθὼς ὑποστηρίζει ὅτι  ὁ Ὀδυσσέας παραπλάνησε τὴ δικαιοσύνη, ἀφοῦ κατηγόρησε τὸν Παλαμήδη ἀδίκως γιὰ προδοσία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τιμωρηθεῖ μὲ τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου.[28] Τὴ μνήμη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἥρωα τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου ἀποκαθιστοῦν ὁ Ἀπολλώνιος καὶ ὁ Ἀχιλλέας στὸ ἔργο τοῦ Φλάβιου Φιλόστρατου «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον». Στὸ τρίτο βιβλίο στὸ κεφ. 22 ὁ Ἰάρχας ὀ ἀρχηγὸς τῶν Ἰνδῶν σοφῶν δείχνει στὸν Ἀπολλώνιο ἕναν νέο 20 ἐτῶν καὶ τοῦ λέει ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ποὺ βλέπει εἶναι γενναῖος καὶ δυνατὸς στὸ σῶμα, μπορεῖ νὰ ὑπομείνει τὴ φωτιὰ καὶ κάθε τομὴ καὶ ἐνῶ εἶναι τέτοιος ἀπεχθάνεται τὴ Φιλοσοφία.[29] Ὁ Ἀπολλώνιος μὲ τὴ σειρά του ρωτάει τὸν Ἰάρχα ποιό εἶναι τὸ πάθημα αὐτοῦ τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ τόσο προικισμένος ἀπεχθάνεται τὴ Φιλοσοφία καὶ ὁ  Ἰάρχας τοῦ ἀπαντᾶ ὅτι  αὐτὸς ὁ νέος ἦταν κάποτε ὁ Παλαμήδης ποὺ πολέμησε στὴν Τροία. Τοῦ φέρθηκαν πολὺ ἐχθρικὰ ὁ Ὀδυσσέας καὶ ὁ Ὅμηρος, ὁ μὲν Ὀδυσσέας, διότι ἐπινόησε σὲ βάρος του τεχνάσματα ἐξαιτίας τῶν ὁποίων λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου καὶ ὁ Ὅμηρος, γιατί δὲν τὸν θεώρησε ἄξιο λόγου. Ἐπειδὴ οὔτε ἡ σοφία του τὸν ὠφέλησε, οὔτε ἀξιώθηκε νὰ ἐπαινεθεῖ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο ποὺ ἐγκωμίασε πολλούς, ἀκόμα καὶ ὄχι ἰδιαίτερα σημαντικούς, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὀδυσσέας τὸν κατέστρεψε χωρὶς νὰ ἔχει κάνει τίποτα κακό, κρατάει στάση ἐχθρικὴ πρὸς τὴ Φιλοσοφία καὶ θρηνεῖ γιὰ τὴν κακοτυχία του.[30]

Στὸ ἴδιο πάλι ἔργο τοῦ Φιλόστρατου στὸ κεφ. 16 τοῦ τετάρτου βιβλίου ὁ Ἀπολλώνιος κατὰ τὴ διάρκεια παραμονῆς του στὸ Ἴλιο καλεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ Ἀχιλλέα γιὰ νὰ τοῦ ἀπευθύνει ὁρισμένες ἐρωτήσεις. Tὸ πέμπτο ἐρώτημα τοῦ Ἀπολλωνίου πρὸς τὸν Ἀχιλλέα ἦταν: «Τί συνέβη καὶ ὁ Ὅμηρος ἀγνοεῖ τὸν Παλαμήδη ἢ μήπως τὸν γνώριζε καὶ τὸν κράτησε ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορία σας;» καὶ ὁ Ἀχιλλέας ἀποκρίθηκε: «Ἂν ὁ Παλαμήδης δὲν ἦρθε στὴν Τροία, τότε οὔτε ἡ Τροία ὑπῆρξε ποτέ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ σοφώτατος καὶ πολεμικότατος αὐτὸς ἄνδρας πέθανε ἐξαιτίας τοῦ Ὀδυσσέα, ὁ Ὅμηρος δὲν τὸν ἀναφέρει γιὰ νὰ μὴν μιλήσει γιὰ τὶς ντροπὲς τοῦ Ὀδυσσέα.» Ἀφοῦ τὸν θρήνησε ὁ Ἀχιλλέας ὡς τὸν σπουδαιότερο καὶ ὀμορφότερο, τὸν νεώτερο καὶ συνάμα τὸν πιὸ ἀξιοπόλεμο ἄνδρα, αὐτὸν ποὺ ξεπερνοῦσε ὅλους σὲ σωφροσύνη καὶ συχνὰ συναντιόταν μὲ τὶς Μοῦσες, εἶπε στὸν Ἀπολλώνιο: «Ἐσύ, Ἀπολλώνιε, ἐπειδὴ οἱ σοφοὶ ὑποστηρίζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, φρόντισε τὸν τάφο του καὶ ἀναστήλωσε τὸ ἄγαλμα τοῦ Παλαμήδη ποὺ εἶναι παραπεταμένο. Βρίσκεται στὴν Αἰολίδα, στὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου (τὸν σημερινὸ Μόλυβο)».[31]

Στὸ κεφ. 13 τοῦ ἴδιου βιβλίου ὁ Ἀπολλώνιος φεύγοντας μὲ καράβι ἀπὸ τὸ Ἴλιο ἀποβιβάζεται στὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου. Ἀναφέρει ὁ Ἀπολλώνιος: «Ὁ Ἀχιλλέας λέει εἶπε ὅτι κάπου ἐκεῖ κοντὰ κείτεται ὁ Παλαμήδης καὶ ὑπάρχει ἄγαλμά του μὲ ὕψος ἑνὸς πήχη ποὺ παριστάνει ὡστόσο κάποιον μεγαλύτερο στὴν ἡλικία ἀπὸ τὸν Παλαμήδη. Ἕλληνες, ἀς φροντίσουμε ἕναν ἐνάρετο ἄνδρα ποὺ τοῦ ὀφείλουμε κάθε σοφία. Θὰ ἀποδειχθοῦμε καλύτεροι ἀπὸ τοὺς Ἀχαιούς, τιμώντας γιὰ τὴν ἀρετή του αὐτὸν ποὺ ἐκεῖνοι τελείως ἄδικα σκότωσαν».[32] Ὁ Ἀπολλώνιος βρῆκε τὸν τάφο καὶ τὸ ἄγαλμα θαμένο κοντὰ στὸν τάφο. Στὴ βάση τοῦ ἀγάλματος ὑπῆρχε ἡ ἐπιγραφὴ «Στὸν θεϊκὸ Παλαμήδη». Ὁ Ἀπολλώνιος ἔστησε τὸ ἄγαλμα ὄρθιο καὶ ἵδρυσε ἐκεῖ ἱερὸ κάνοντας τὴν ἀκόλουθη εὐχή: «Παλαμήδη, μακάρι νὰ ξεχάσεις τὴν ὀργὴ ποὺ εἶχες κάποτε πρὸς τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ κάνε νὰ πληθύνουν καὶ νὰ γίνουν σοφοί. Καν’ τὸ Παλαμήδη, δημιουργὲ τῆς εὐφράδειας, τῶν Μουσῶν καὶ τοῦ ἴδιου μου τοῦ ἑαυτοῦ».[33]

Βλέπουμε ὅτι τόσο ὁ Ἀπολλώνιος Τυανέας, ὁ ὁποῖος δικαίως χαρακτηρίστηκε ἀναμορφωτὴς τοῦ Ἐλληνισμοῦ, ὅσο καὶ ὁ ἥρωας Ἀχιλλέας ἀποκαθιστοῦν τὴ μνήμη τοῦ Παλαμήδη καὶ τὸν τιμοῦν. Ὁ Φλάβιος Φιλόστρατος στὸν Ἡρωικό του προσδιορίζει ἀκριβῶς τὸν τόπο ποὺ βρισκόταν ὁ τάφος αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἥρωα. Πρόκειται γιὰ τὸ ὄρος Λεπέτυμνος στὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου:σοφὸς γὰρ ὢν ξυνεγίνωσκέ που αὐτοῖς τῆς ἀπάτης. ἔθαψαν δὲ αὐτὸν Ἀχιλλεύς τε καὶ Αἴας εἰς τὴν ὅμορον τῇ Τροίᾳ τῶν Αἰολέων ἤπειρον, ὑφ’ ὧν καὶ ἱερὸν αὐτῷ τι ἐξῳκοδόμητο μάλα ἀρχαῖον καὶ ἄγαλμα Παλαμήδους ἵδρυται γενναῖόν τε καὶ εὔοπλον, καὶ θύουσιν αὐτῷ ξυνιόντες οἱ τὰς ἀκταίας οἰκοῦντες πόλεις. Μαστεύειν δὲ χρὴ τὸ ἱερὸν κατὰ Μήθυμνάν τε καὶ Λεπέτυμνον· ὄρος δὲ τοῦτο ὑψηλὸν ὑπερφαίνεται τῆς Λέσβου[34].

Μνεία στὸ νησὶ τῆς Λέσβου γίνεται σὲ δύο μικροεπεισόδια τῆς Ὀδύσσειας. Στὸ πρῶτο χωρίο ὁ Νέστορας διηγεῖται στὸν Τηλέμαχο τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισε κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Τροία. Ἕνας σταθμὸς αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς ἦταν ἡ Λέσβος, ὅπου σταμάτησε μαζὶ μὲ τὸν Μενέλαο καὶ τὸν Διομήδη. Ἐκεῖ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἀχαιῶν προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφασίσουν γιὰ τὴν πορεία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσουν γιὰ νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὴν Πελοπόννησο, δηλαδὴ ἂν ἔπρεπε νὰ περάσουν πάνω ἢ κάτω ἀπὸ τὴ Χίο. Ἐδῶ ὁ Ὅμηρος φαίνεται ὅτι γνωρίζει καλὰ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ καθὼς τὴν περιγράφει λεπτομερῶς: ...ἢ καθύπερθε Χίοιο νεοίμεθα παιπαλοέσσης, νήσου ἐπὶ Ψυρίης, αὐτὴν ἐπ’ ἀριστέρ’ ἔχοντες, ἦ ὑπένερθε Χίοιο, παρ’ ἠνεμόεντα Μίμαντα...[35]. Ἐδῶ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι γενικότερα σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ Αἰγαῖο πέλαγος καὶ τὴ γεωδιαμόρφωση τῆς Πελοποννήσου, τὰ ὁμηρικὰ ἔπη εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀκριβή, πράγμα ποὺ ὡστόσο δὲν συμβαίνει μὲ τὰ Ἰόνια νησιά. Στὸ δεύτερο μικροεπεισόδιο, τὸ ὁποῖο ἐντοπίζεται στὴ Δ ραψωδία, ὁ Μενέλαος ἐξιστορεῖ στὸν Τηλέμαχο τὴ λαμπρὴ νίκη τοῦ πατέρα του στὴ Λέσβο, ὅταν χρειάστηκε νὰ παλέψει μὲ τὸν Φιλομηλείδη: αἲ γάρ, Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον, τοῖος ἐὼν οἷός ποτ’ ἐϋκτιμένῃ ἐνὶ Λέσβῳ ἐξ ἔριδος Φιλομηλείδῃ ἐπάλαισεν ἀναστάς, κὰδ δ’ ἔβαλε κρατερῶς, κεχάροντο δὲ πάντες Ἀχαιοί[36]. Σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο, συγκεκριμένα στὸν στίχο 342, ὁ Ὅμηρος ἀποκαλεῖ τὴ Λέσβο ἐϋκτιμένῃ δηλαδὴ καλοχτισμένη γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ἄποψη ὅτι τὴν γνωρίζει καλά. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη Βλάχο αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ νησιοῦ ποὺ ἀπαντᾶται καὶ στὴν Ἰλιάδα, πρέπει νὰ συσχετιστεῖ μὲ τὴν κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη «λεσβίαν οἰκοδομίαν»[37]. Πρόκειται γιὰ ἕναν ἐντελῶς πρωτότυπο τρόπο τὸν ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν, κατὰ τὴν ἀρχαϊκὴ ἐποχὴ ἢ καὶ παλιότερα, οἱ Λέσβιοι γιὰ νὰ κατασκευάσουν τοὺς τοίχους τῶν οἰκοδομημάτων τους. Ἐντυπωσιακὸ δεῖγμα τῆς πρωτότυπης αὐτῆς τοιχοποιίας σώζεται ἀπὸ τὴν ἀρχαϊκὴ περίοδο στὴν Ἀποθήκα Ἄγρας[38]. Ὰν καὶ τὸ κοσμητικὸ ἐπίθετο «εὐκτιμένη» ὁ Ὅμηρος χρησιμοποιεῖ, ὅταν ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλες νησιωτικὲς περιοχὲς δηλαδὴ στὴ Λῆμνο, στὴν Ἰθάκη καὶ στὸ φανταστικὸ νησὶ Ἐλάχεια, ὡστόσο αὐτὸ συμβαίνει ἐλάχιστες φορὲς καὶ συνήθως κατὰ τὴ μνεία συγκεκριμένων πόλεων καὶ ὄχι εὐρύτερων περιοχῶν[39]. Οἱ μόνες εὐρύτερες περιοχὲς ποὺ χαρακτηρίζονται εὐκτιμένες στὴν Ἰλιάδα εἶναι ἡ Λέσβος καὶ ἡ Λῆμνος[40], ἐνῶ στὴν Ὀδύσσεια ἡ Λέσβος, ἡ Λῆμνος, ἡ Ἰθάκη καὶ ἡ Ἐλάχεια[41].

Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη Βλάχο τὸ ὅτι ὁ ἐπικὸς ποιητὴς γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸ νησὶ τῆς Λέσβου προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει ὑπόψη του τὸ ἀπολιθωμένο δάσος της ἀπὸ τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ τὸν μελετητὴ ἐμπνέεται καὶ ἀξιοποιεῖ τόσο στὴν περιγραφὴ τῆς σπηλιᾶς τοῦ Κύκλωπα Πολύφημου ὅσο καὶ στὴν παρουσίαση τῆς νήσου τῆς Καλυψοῦς. Ἔτσι ὁ τόπος τῶν Κυκλώπων καὶ τὸ νησὶ τῆς Καλυψοῦς δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ἕνας κοινὸς τόπος, τότε ἔχουν κάποια ἀξιοσημείωτα κοινὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα. Ὅπως ἠ σπηλιὰ τῆς Καλυψοῦς, ἔτσι καὶ τοῦ Κύκλωπα Πολύφημου ὄχι μόνο περιβάλλεται ἀπὸ δέντρα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἀνήκουν καὶ αὐτὰ σὲ τρία διαφορετικὰ εἴδη, ἀλλὰ ὅπως καὶ τὸ πέτρινο δάσος στὸ ὁποῖο ὁδηγεῖται ὁ Ὀδυσσέας ἀπὸ τὴν Καλυψώ, ἔτσι καὶ ἡ σπηλιὰ αὐτὴ τοποθετεῖται στὴν ἄλλη ἄκρη (ἐπ’ ἐσχατιῆ): ... Κι’ ὅταν σὲ τόπο φτάσαμε ποὺ δὲν ἦταν ἀλάργα, εἴδαμε ἀπόμερη σπηλιὰ κοντὰ κοντὰ στὸ κύμα, ψηλὴ καὶ δαφνοσκέπαστη, κι’ ἄπειρα ἐκεῖ κοπάδια γιδοπροβάτων στόλιζαν, κι αὐλὴ εἶχε γύρω γύρω ψηλὴ μὲ πέτρες μὲς τῆς γῆς χωμένες, καὶ μὲ πεύκους μεγάλους καὶ ἀψηλόκορφες βελανιδιὲς φραγμένη[42]. Σύμφωνα μὲ τὸν μελετητὴ οἱ χωμένες μὲς τὴ γῆ ψηλὲς πέτρες καὶ τὰ ψηλὰ δέντρα ποὺ περιστοιχίζουν τὴ σπηλιὰ τοῦ Κύκλωπα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελοῦν μιὰ συστάδα ἀπολιθωμένων μὲ τὴ βάση τους χωμένη στὸ ἔδαφος, ὄρθιων δέντρων, ὅμοια μὲ αὐτὰ τοῦ ἀπολιθωμένου δάσους τῆς Λέσβου. Ἐπιπλέον, ἂν ἰσχύει αὐτὴ ἡ ὑπόθεση, μὲ βἀση αὐτὸ τὸ χωρίο, ἐμπλουτίζεται ἔμμεσα μὲ τρία εἴδη δέντρων ὁ κατάλογος δέντρων ποὺ ὁ Ὅμηρος τοποθετεῖ στὸ νησὶ τῆς Καλυψοῦς. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἴδη δέντρων συμπεριλαμβάνονται στὸν κατάλογο ἀπολιθωμένων εἰδῶν δέντρων ποὺ ἔχουν καταρτίσει οἱ παλαιοντολόγοι-βοτανολόγοι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἀπολιθωμένο δάσος τῆς Λέσβου, ἐνῶ γενικότερα ἡ ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στὸν ὁμηρικὸ κατάλογο καὶ τὸν κατάλογο τῶν σύγχρονων βοτανολόγων εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἐκπληκτική[43]. Ἡ Καλυψὼ πάλι ὅταν τῆς ζητεῖται ἀπὸ τὸν ἀγγελιαφόρο τῶν θεῶν Ἑρμῆ νὰ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν Ὀδυσσέα, προτρέπει τὸν ὁμηρικὸ ἥρωα νὰ φτιάξει μία σχεδία, κὶ ἐνῶ τὸ νησί της εἶναι κατάφυτο ἀπὸ διαφόρων εἰδῶν δέντρα, ἐκεῖνη  τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ νησιοῦ της, γιὰ νὰ κόψει κορμοὺς ἀπὸ ἕνα δάσος ἀποτελοῦμενο ἀπὸ πέτρινα δέντρα, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ Ἰωάννη Βλάχου[44].

Δὲν ξέρω πόσο πειστικὴ ἢ ἀληθινὴ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδειχθεῖ αὐτὴ ἡ θεωρία, ὡστόσο θεωρὼ βέβαιο ὅτι ὁ Ὅμηρος θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ τὴ φυσικὴ ὀμορφιὰ τῆς Λέσβου ὅπως ἀκριβῶς πηγὴ ἔμπνευσής του ἀπετέλεσε καὶ τὸ κάλλος τῶν λέσβιων γυναικῶν. Αἰῶνες ἀργότερα αὐτὴ  φυσικὴ ὀμορφιὰ θὰὁδηγήσει καὶ τὸν μεγάλο θαυμαστὴ τοῦ Ὅμήρουνομπελίστα καὶλέσβιο ποιητήὈδυσσέα Ἐλύτηνὰ τὸ παρομοιάσει μὲπλατανόφυλλο ποὺ σὲ καιροὺς ἀπίθανουςκάποιος θεόςγιὰ νακάνει τὸ κέφι τουἔκοψε καὶ φύσηξε μακριὰ καταμεσὴς τοῦπελάγους.





[1] Γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Λέσβου βλ. H. von Gaertringen - F. Freiherr, Neue Forschungen zur Geschichte und Epigraphik von Lesbos, Göttingen 1936‒ Δ. Ματζουράνη, Οἱ πρῶτες ἐγκαταστάσεις τῶν Ἑλλήνων στὴ Λέσβο, Μυτιλήνη 1949. ‒ Φ. Δήμου-Παροδίτη, Ἱστορία τῆς νήσου Λέσβου, Μυτιλήνη 1956. ‒ TXατζηαναγνώστου, Μακαρία: η Λέσβος καὶ ἡ αἰώνια πνευματική της ἄνοιξη, Ἀθήνα 1989. ‒ SLPlehnΛεσβιακὰ ἢ ἱστορία τῆς νήσου Λέσβου, μτφρ. Εὐ. Γεωργιάδη, Ἀθήνα 1973. ‒ Μ. Ἀξιώτη, Περπατῶντας τὴ Λέσβο, τ. 2, Μυτιλήνη 1992. ‒ Κ. Fallieros, Lesbos: three thousand years on an Aeolian island, Denver 1995. ‒ Στρ. Τζιμῆ, Ἱστορία τῆς Λέσβου, Μυτιλήνη 1995. ‒ Στ. Τάξη, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Λέσβου καὶ Τοπογραφία αὐτῆς, Μυτιλήνη 1994. ‒ M. Ἀξιώτη, Ἡ Προιστορία στὴ Λέσβο. Νέες θέσεις καὶ τὰ μέχρι σήμερα δεδομένα, Μυτιλήνη 1996. ‒ Στρ. Τζιμῆ - Βαγ. Γιαννάκα - Παν. Παρασκευαΐδη - Βασ. Κουρβανιοῦ - Βασ. Κωμαΐτη - Γ. Διγιδίκη, Ἱστορία τῆς Λέσβου, Μυτιλήνη 20067.
[2] Δ. Ματζουράνη, Οἱ πρῶτες ἐγκαταστάσεις (ὅπως σημ. 1), 8-9. ‒ Στ. Τάξη, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1), 17. ‒ SLPlehnΛεσβιακὰ (ὅπως σημ. 1), 45. ‒ Στρ. Τζιμῆ - Βαγ. Γιαννάκα - Παν. Παρασκευαΐδη - Βας. Κουρβανιοῦ- Βασ. Κωμαΐτη - Γ. Διγιδίκη, Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1),  10-11.
[3] Βλ. Ἰλιάδα 24,544.
[4] LPlehnΛεσβιακὰ (ὅπως σημ. 1), 45.
[5] Ὅ.π., 46. ‒ Ἰ. Δ. Κοντῆ, Λεσβιακὸ πολύπτυχο ἀπὸ τὴν ἱστορία, τὴν τέχνη καὶ τὴ λογοτεχνία, Ἀθήνα 1973, 15. ‒ Στ. Τάξη, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1), 18. ‒ Στρ. Τζιμῆ - Βαγ. Γιαννάκα - Παν. Παρασκευαΐδη - Βασ. Κουρβανιοῦ - Βασ. Κωμαΐτη - Γ. Διγιδίκη, Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1),  11.
[6] LPlehnΛεσβιακὰ (ὅπως σημ. 1), 4-7.
[7] Βλ. ἔκδ. G. N. Bernardakis - P. Bernardakis – H. G. Ingenkamp, Plutarchi Chaeronensis. Moralia, v. III, Athens 2010, 5625: ὅσσον Λέσβος ἄνω Μάκαρος ἕδος, ἐντὸς ἐέργει.
[8] Βλ. ἔκδ. Jvon ArnimDionis Prusaensis quem vocant Chrysostomum quae exstant omniav. 2,Berlin 1962, 19628: ὅσσον Λέσβος ἄνω μακάρων ἔδος ἐντὸς ἐέργει.
[9] X. Β. Χαρίση – Β. Α. Χαρίση – Π. Ντυράν – Α. Β. Χαρίση, Ἡ Ἀρχαία Ἀγαμήδη «τόπος περὶ Πύρραν τῆς Λέσβου, Λεσβιακὰ ΙΘ΄ (2002), 195-212.
[10] Ὅ.π., 197.
[11] Βλ. Ἰλιάδα 11,741.
[12] X. Β. Χαρίση – Β. Α. Χαρίση – Π. Ντυράν – Α. Β. Χαρίση, Ἡ Ἀρχαία Ἀγαμήδη (ὅπως σημ. 9), 196-197.
[13] Βλ.  Ἰλιάδα 9.
[14]  Βλ. Ἰλιάδα 1,1-2.
[15] Ἰλιάδα 9,128-130.
[16] Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Σχὸλια εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα, ἔκδ. Μvan der Valk,Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, v. 2, Leiden 1976, 6766.
[17] Ἰλιάδα 9,664-665:  δ’ ἄρα παρκατέλεκτο γυνήτὴν Λεσβόθεν ἦγεΦόρβαντος θυγάτηρΔιομήδη καλλιπάρῃος.
[18] Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Σχὸλια εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα, ἔκδ. Μvan der Valk,Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, v. 2, Leiden 1976, 83211-15.
[19] Ἰλιάδα 6,298, 15,87, 15,123, 18,321.
[20] Ἰλιάδα 15,123: Ἑλένη δὲ παρίστατο καλλιπάρῃος 
[21] Ἰλιάδα 24,607: οὕνεκ’ ἄρα Λητοῖ ἰσάσκετο καλλιπαρῄῳ.
[22] Ἰωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, ἔκδ. Ι. Thurn, Ioannis Malalae Chronographia [CFHB.Series Berolinensis 35], Berlin 2000, 7383-85καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Διομήδαν ἄγει· ἦν δὲ κόρη λευκήστρογγυλόψιςγλαυκήτελείαὑπόξανθοςὑπόσιμοςοὖσα ἐνιαυτῶν κβ΄,παρθένος.
[23] ΠαρθενίουΠερὶ ΠεισιδίκηςἔκδJ. L. Lightfoot, Parthenius of NicaeaThe Poetic Fragments and the Ἐρωτικὰ παθήματα, Oxford 1999, 3461-34822.
[24] Ἀπολλωνίου ΡοδίουΠερὶ Πεισιδίκης, ἔκδ. J. U. Powell, Collectanea Alexandrina, Oxford 1925 (repr. 1970), 71-820.
[25] Κύπρια Ἔπη XXI: Παλαμήδην δὲ ἀποπνιγῆναι προελθόντα ἐπὶ ἰχθύων θήραν. Διομήδην δὲ τὸν ἀποκτείναντα εἶναι καὶ Ὀδυσσέα ἐπιλεξάμενος ἐν ἔτεσιν οἶδα τοῖς Κυπρίοις.
[26] Χρ. Χ. Ξυδᾶ, Τὰ Κύπρια Ἔπη (προλεγόμενα-κείμενον-ὑπόμνημα), Ἀθήνα 1979, 150-152. Γ. Ζωγράφου-Λύρα, Ὁ μύθος τοῦ Παλαμήδη στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, Ἰωάννινα 1987. ‒  Ἀ. Ἰ. Βοσκοῦ, Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, τ. 1: Ποίηση Ἐπικὴ Λυρικὴ Δραματική, Λευκωσία 2008, κεφ. 3, 216 κ.ἑ. ‒Σ. Παναγιώτου, Ὁ Παλαμήδης τῶν Κυπρίων Ἐπῶν καὶ τοῦ ἀττικοῦ δράματος, Δελτίο τοῦ Συνδέσμου Ἑλλήνων Φιλολόγων Κύπρου ΣΤΑΣΙΝΟΣ ΙΔ΄ (2013-2014), 4-8.
[27] Γ. Ζωγράφου-Λύρα, Ὁ μύθος τοῦ Παλαμήδη (ὅπως σημ. 26)202-206.
[28] ἈπολλόδωρουἘπιτομή, ἔκδ.  R. Wagner, Apollodori bibliotheca. Pediasimi libellus de duodecim Herculis laboribus [Mythographi Graeci 1.], Leipzig 1926, 1905-10Ὅτι Ὀδυσσεὺς λαβὼν αἰχμάλωτον Φρύγα ἠνάγκασε γράψαι περὶ προδοσίας ὡς παρὰ Πριάμου πρὸς Παλαμήδην· καὶ χώσας ἐν ταῖς σκηναῖς αὐτοῦ χρυσὸν τὴν δέλτον ἔρριψεν ἐν τῷ στρατοπέδῳ. Ἀγαμέμνων δὲ ἀναγνοὺς καὶ εὑρὼν τὸν χρυσόν, τοῖς συμμάχοις αὐτὸν ὡς προδότην παρέδωκε καταλεῦσαικαὶ 2175-7ὁ γὰρ αὐτοῦ τοῦ Ναυπλίου καὶ Κλυμένης τῆς Κατρέως υἱὸς Παλαμήδης ἐπιβουλαῖς Ὀδυσσέως λιθοβοληθεὶς ἀναιρεῖται.  Γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ Παλαμήδη βλ. καὶ Γ. Ζωγράφου-Λύρα, Ὁ μύθος τοῦ Παλαμήδη (ὅπως σημ. 26) 277-286. ‒ S. Woodford, Palamedes Seeks Revenge, JHS 114 (1994), 168. ‒ Σ. Παναγιώτου, Ὁ Παλαμήδης τῶν Κυπρίων Ἐπῶν (ὅπως σημ. 26)5.
[29] Φλάβιου ΦιλόστρατουΤὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιονἔκδ. Ch. Jones, Philostratus. Apollonius of Tyana Books I-IV [LOEB], v. 1, Cambridge 2005-2006, 266.
[30] π., 266-267γέγονε μὲν οὖν τὸ μειράκιον τοῦτο Παλαμήδης  ἐν Τροίᾳκέχρηται δὲἐναντιωτάτοις Ὀδυσσεῖ καὶ Ὁμήρῳ τῷ μὲν ξυνθέντι ἐπ’ αὐτὸν τέχνας ὑφ’ ὧν κατελιθώθη,τῷ δὲ οὐδὲ ἔπους αὐτὸν ἀξιώσαντι· καὶ ἐπειδὴ μήθ’  σοφία αὐτόν τιἣν εἶχενὤνησεμήτεὉμήρου ἐπαινέτου ἔτυχενὑφ’ οὗ πολλοὶ καὶ τῶν μὴ πάνυ σπουδαίων ἐς ὄνομα ἤχθησαν,Ὀδυσσέως τε ἥττητο ἀδικῶν οὐδένδιαβέβληται πρὸς φιλοσοφίαν καὶ ὀλοφύρεται τὸἑαυτοῦ πάθοςἔστι δὲ οὗτος Παλαμήδηςὃς καὶ γράφει μὴ μαθὼν γράμματα.
[31] π., 354: Πέμπτον ἠρόμην· ‘τι παθὼν Ὅμηρος τὸν Παλαμήδην οὐκ οἶδεν οἶδε μέν,ἐξαιρεῖ δὲ τοῦ περὶ ὑμῶν λόγου; 'εἰ Παλαμήδηςεἶπεν 'ἐς Τροίαν οὐκ ἦλθενοὐδὲ Τροίαἐγένετο· ἐπεὶ δὲ ἀνὴρ σοφώτατός τε καὶ μαχιμώτατος ἀπέθανενὡς Ὀδυσσεῖ ἔδοξενοὐκἐσάγεται αὐτὸν ἐς τὰ ποίηματα Ὅμηροςὡς μὴ τὰ ὀνείδη τοῦ Ὀδυσσέως δοι.' καὶἐπολοφυράμενος αὐτῷ  Ἀχιλλεὺς ὡς μεγίστῳ τε καὶ καλλίστῳνεωτάτῳ τε καὶπολεμικοτάτῳσωφροσύνῃ τε ὑπερβαλομένῳ πάντας καὶ πολλὰ ξυμβαλομένῳ ταῖςΜούσαις, 'ἀλλὰ σύ', ἔφη 'Ἀπολλώνιεσοφοῖς γὰρ πρὸς σοφοὺς ἐπιτήδειατοῦ τε τάφουἐπιμελήθητι καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ Παλαμήδους ἀνάλαβε φαύλως ἐρριμμένον· κεῖται δὲ ἐν τῇΑἰολίδι κατὰ Μήθυμναν τὴν ἐν Λέσβῳ'.
[32] Ὅ. π., 344-346.
[33] Ὅ. π., 346:[…]ὁ δὲ ἐνέτυχε τῷ τάφῳ καὶ τὸ ἄγαλμα κατορωρυγμένον πρὸς αὐτῷ εὗρεν. ἐπεγέγραπτο δὲ τῇ βάσει τοῦ ἀγάλματος «θείῳ Παλαμήδει». Καθιδρύσας οὖν αὐτό, ὡς κἀγὼ εἶδον καὶ ἱερὸν περὶ αὐτὸ βαλόμενος, ὅσον οἱ τὴν Ἐνοδίαν τιμῶντες, ἔστι γὰρ ὡς δέκα ξυμπότας ἐν αὐτῷ εὐωχεῖσθαι, τοιάνδε εὐχὴν ηὔξατο· «Παλάμηδες, ἐκλάθου τῆς μήνιδος, ἢν ἐν τοῖς Ἀχαιοῖς ποτε ἐμήνισας καὶ δίδου γίγνεσθαι πολλούς τε καὶ σοφοὺς ἄνδρας. Ναὶ Παλάμηδες, δι’ ὃν λόγοι, δι’ ὃν Μοῦσαι, δι’ ὃν ἐγώ».
[34] Φλάβιου Φιλόστρατου, Ἡρωικός, ἔκδ. L. de Lannoy, Flavius Philostratus. Heroicus, Leipzig 1977, 4715-21.
[35] Ὀδύσσεια 3,169-172.
[36] Ὀδύσσεια 4,340-344.
[37] Ἰ. Βλάχου, Λέσβος καὶ Ὅμηρος: Καλυψώ, Ἀθήνα 2005,94.
[38] Ἰ. Δ. Κοντή, Λεσβιακὸ πολύπτυχο, Ἀθήνα 1973, 57-58· ‒ Ἰ. Βλάχου, Λέσβος καὶ Ὅμηρος(ὅπως σημ. 37), 94.
[39] Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴ χρήση τοῦ ἐπιθέτου εὐκτιμένη στὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου βλ. Ὅ.π., 87-100.
[40] Βλ. Ἰλιὰδα 9,129, 9,271, 21,40.
[41] Βλ. Ὀδύσσεια 4,342, 17,133, 22,52.
[42] Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ αὺτὴ τὴ σύγκριση βλ. Ἰ. Βλάχου, Λέσβος  καὶ Ὅμηρος(ὅπως σημ. 37), 108-110.
[43] Ὅ.π., 110.
[44] Ὅ.π., 114-131.






****************************************


Του Αγίου Γεωργίου σήμερα, δεν μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τον ιδρυτή του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, τον αείμνηστο ΓΕΩΡΓΙΟ ΒΑΛΕΤΑ (και πατέρα του σημερινού ιδιοκτήτη-εκδότη-διευθυντή του περιοδικού μας του μεγάλου σε λογοτεχνικό όγκο και αξία Κώστα Βαλέτα). Παραθέτουμε εδώ λοιπόν ένα σπάνιο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, το τεύχος 80-81, με αφιέρωμα στο ζωγράφο Θεόφιλο και τον Τεριάντ, που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε και φρόντισε το έργο του. Στο τεύχος, όπως θα δείτε από τα περιεχόμενα, συμμετέχουν με κείμενά τους ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Α. Κατακουζηνός, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Τάκης Ελευθεριάδης, ο Άλκης Θρύλος, ο Μήτσος Ν. Τσιάμης, ο Σπύρος Μελάς, ο Μίλτης Παρασκευαίδης, ο ίδιος ο Γιώργος Βαλέτας και τοσοι μα τόσοι αξιόλογοι συντελεστές, που ήταν και φίλοι με τον Γιώργο Βαλέτα και δημοσίευαν τα κειμενα τους στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.





ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ




**************************************************

Ένα κείμενο του λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα, ιδιοκτήτη-διευθυντή και εκδότη του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑγια το διήγημα του Τολστόι "Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΟΙΤΣΕΡ"δημοσιευμενοσ το τευχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορείΜαρτης-Απρίλης 2017


O Κώστας Βαλέτας γεννήθηκε στην Άργενο της Λέσβου στα 1939. Είναι γιος τού Γιώργου Βαλέτα από τον όποιο και κληρονόμησε το λογοτεχνικό του τάλαντο. O Κώστας Βαλέτας σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Ρώμης και Παρισιού, όπου και ειδικεύτηκε στο Συνταγματικό Δίκαιο. Διακρίθηκε για τη συνταγματολογική του επίδοση, και αναγορεύτηκε, αργότερα, διδάκτωρ τού Συνταγματικού Δικαίου. Στα Γράμματα ο Κώστα Βαλέτας παρουσιάστηκε νεαρός ακόμα με τήν πρώτη συλλογή διηγημάτων του, πού εξέδωσε στα 1962, με τον τίτλο: «Χαμένη ομορφιά». Τη δεύτερη συλλογή εξέδωσε στα 1964, με τίτλο: «Γενναία ζωή». Στη διάρκεια τής επταετίας (1967-74) ο Κ. Βαλέτας, μένοντας στο εξωτερικό έστειλε μεταφράσεις του πού εκδόθηκαν στην Ελλάδα, από τολμηρούς κι εναντιούμενους στη λογοκρισία της εποχής, εκδότες. Επίσης πολλά κείμενα του είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά. Ο Κώστας Βαλέτας έχει γράψει πάνω από 80 περίπου βιβλία (δοκίμιο, θέατρο, μυθιστόρημα, διήγημα, μεταφράσεις) και μεταφράστηκε ευρύτατα στο εξωτερικό σε 20 γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο "Μπλεζ Σαντράρ-2003", (το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Ελβετίας) και παλαιότερα με κρατικό βραβείο διηγήματος (1973). Σπούδασε νομικά και οικονομικά, πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και κοινωνιολογία στο Παρίσι. Εργάστηκε ως δικηγόρος και διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Είναι Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων. Γεννήθηκε στη Λέσβο και έζησε εφτά χρόνια στη Γαλλία και Ελβετία την περίοδο 1967-1973. Είναι διευθυντής του περιοδικού "Αιολικά γράμματα"Ακόμα εξέδωσε το ανέκδοτο δράμα τού Αριστομένη Προβελέγγιου: «O λυτρωτής», με κριτική εισαγωγή και σχόλια. και στα 1966, το θεατρικό έργο η «Κουτσούφλιανη», που το παρουσίασε ο θίασος της «Θυμέλης». Επακολούθησε το μυθιστόρημα «Οι Μέτοικοι» και οι συλλογές διηγημάτων «Το Σινικό Τείχος», (Κρατικό Βραβείο) και ο «Ελέφας». O Κώστας Βαλέτας είναι ταλαντούχος διηγηματογράφος. Η αφήγηση του έχει ζωντανή παραστατικότητα, τα περιστατικά και τα πρόσωπα αυτής είναι πειστικά, και από την ποιότητα και την ένταση των αντιδράσεων, και από την παράθεση λεπτομερειών που προσδίνουν την πολυτροπία του φυσικού στο μυθιστορηματικό. (από:Εκδόσεις Παγουλάτου,Βιογραφική εγκυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών
Αθήνα 1971]






*************************

Ένα διήγημα του Κώστα Βαλέτα



Ένα διήγημα του Κώστα Βαλέτα, λογοτέχνη και εκδότη-διευθυντή του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ και Πρόεδρο της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας και Πρόεδρο του Ελληνικού Pen Club και τ. Αντιπρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων. Ο Κώστας Βαλέτας είναι Βραβεύμενος με το βραβείο "Μπλεζ Σαντράρ-2003", (το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Ελβετίας) και με το Κρατικό βραβείο διηγήματος από την Ακαδημία Αθηνών (1973). Εζησε εφτά χρόνια στη Γαλλία και την Ελβετία την περίοδο 1967-1973. Σπούδασε νομικά και οικονομικά, πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και κοινωνιολογία στο Παρίσι. Εργάστηκε ως διορθωτής, δικηγόρος, δημοσιογράφος και διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Έχει γράψει 80 περίπου και πλέον βιβλία (δοκίμιο, θέατρο, μυθιστόρημα, διήγημα, μεταφράσεις) και μεταφράστηκε ευρύτατα στο εξωτερικό σε 20 γλώσσες.
Το διήγημα αυτό είναι δημοσιευμένο στο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Ιούλης -Αύγουστος 2014, τευχος 268






****

Ένα κείμενο της Σάρα Χαλκίδη, με τίτλο "Το τεφτέρι της Δώρας" στο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί σελ. 20-21, τευχος 278, Μάρτης-Απρίλης 2016. 



Η Σάρα Χαλκίδη, είναι Ελληνίδα δημιουργός. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά οι ρίζες της είναι από τη Μυτιλήνη. Έχει κατάρτιση στο Marketing και τη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάζεται ως διευθύντρια Marketing και Επιχειρηματικής Ανάπτυξης σε Πολυεθνικό Όμιλο. Επί σειρά ετών διετέλεσε αρχοσυντάκτρια σε επιστημονικό περιοδικό. Με τη λογοτεχνία ξεκίνησε να ασχολείται το 2012.







--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------






"Ο Γκυ Ντε Μωπασάν κι ο ρατσιστής Μ. Καραγάτσης". 

Γράφει ο Κώστας Βαλέτας, εκδότης-διευθυντής του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.

Από το τεύχος 271 του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Γενάρης-Φλεβάρης 2015.